Friday, December 12, 2008

αιώνιοι πάγοι

by neptun 84





Κάθε βήμα και μια επιβεβαίωση φόβου μύχιου.



Κάθε ματιά και μια απογοήτευση.



Κάθε κουβέντα, ζεστή ριπή ανέμου σε λάθος γεωγραφικό πλάτος.



Κάθε κίνηση ρωγμή στον παγετώνα.






Στον αιώνια παγετώνα που λιώνει. Θεότητα αρχέγονη που έγινε θνητή και χαριεντίζεται πια πρόστυχα με το εφήμερο, για να λυώσει στα δόντια της παλιάς εκείνης μάταιης πίστης: πως τελικά αν κάτι μένει είναι εκείνοι οι αιώνιοι πάγοι,



αυτοί οι εύθραστοι γαλάζιοι



που δεν μοιάζουν καθόλου με το χρώμα των ματιών σου






και όμως μοιάζουν και εκείνα να λυώνουν



όχι πια από πόθο



μα από μια φωτιά μάταιης αγανάκτησης...









Tuesday, November 18, 2008

πολική αρκούδα - η μη επιστροφή

polar bear pictures




Και κάπως έτσι ο σαλίγκαρος θα ξαναξύπνησε.


Από τη νωπή μυρωδιά του γήινου κορμιού, από τη δροσιά των σταγόνων και το ρυθμικό τους τακ τακ στο καβούκι του. Από τον ατελείωτο καλοκαιρινό εφιάλτη, ολοένα τον ίδιο: ένα ιδρωμένο, ρυτιδιασμένο χέρι, που όλο τον απειλούσε να τον βάλει στο καλάθι του και όλο εξατμιζόταν προτού τον ακουμπήσει...



κάπως έτσι θα ξαναξύπναγα και εγώ...


που δεν είμαι παιδί της ζέστης, αλλά του ψυχρού δυνατού ανέμου,της φουρτουνιασμένης θάλασσας,της ακτής που κροταλίζουν τα βότσαλα στα χέρια των κυμάτων,του δάσους που λυγίζει στα χέρια του Αιόλου,των νεφών που γεμίζουν ζωγραφιές τον ουρανό και κάνουν τον ήλιο και τη σελήνη να μη βαριούνται εκεί στον διάφανο θόλο.



Μα δεν έχω τις ευλύγιστες κι ευαίσθητες κεραίες του κοχλία [πια], νόμιζα μα δεν κουβαλώ την απατηλή ασφάλεια μαζί μου. Απατηλή, αφού το χέρι, αν το ήθελε, θα μπορούσε παρόλα αυτά να με πάρει στο καλάθι του.


Κρυμμένη με θεωρούσα από τον έξω κόσμο, ίσως επειδή έμεινα αρκετό καιρό σιωπηλή, κρυμμένη να αφουγκράζομαι,να παρατηρώ και να μαζεύω...


Μα ήμουν πάντοτε εκτεθημένη εκεί στο δυνατό κρύο, που αγαπώ αλλά και με μουδιάζει.




-με τα μαύρα νύχια μου σκάβω πιο βαθιά-




Ήθελα επιτέλους να πετάξω από το σώμα μου γαζίες: πάντοτε φθινόπωρο, πάντοτε με χρώμα κίτρινο και μυρωδιά κήπου και χώματος...




Και όμως, κοιτώ και παντού όλα είναι λευκά, μια απελπιστική απουσία χρώματος.


Τα βήματά μου, αθόρυβα, με οδηγούν πάνω από παγωμένη αρκτική θάλασσα, μέτρα πάγου με χωρίζουν από το βαθύ μπλε της χρώμα.




Είμαι μια πολική αρκούδα, μοναχική και πεισματάρα, οι φώκιες έχουν βρει αλλού καταφύγιο μα εγώ ψάχνω πάντοτε αυτά που δεν γνωρίζω, τους πιγκουϊνους, που ποτέ δεν θα συναντήσω, να στέκονται αγέρωχοι στο κρύο της αντιπέρα... όχθης, της Ανταρκτικής.




Στα μαύρα μάτια μου κολυμπούν εικόνες από μέρη που δεν γνώρισα και δεν βλέπω [ακόμα;] τον πάγο που συρρικνώνεται, ακούω μα δεν δίνω σημασία στους τριγμούς...




κι αν το σαλιγκάρι διαγράφει με το σώμα του την υγρή πορεία του επάνω στα φύλλα, η απαλές πατούσες μου δεν με πάνε πέρα από αυτό το λευκό.




Στέκομαι εκεί στην άκρη του παγόβουνου και αφουγκράζομαι τις ίδιες μου τις σκέψεις, παγοπούλια που τσιρίζουν κάνοντας κύκλους, δίχως να μπορώ να τις γραπώσω στα πεινασμένα δόντια μου...




και όμως ευτυχώς που υπάρχουν και αυτές έστω και μπερδεμένες, και σπάνε τη δική μου σιωπή.

Tuesday, October 28, 2008

παρέλαση


Περνούσαν μπροστά της σε ατελείωτες σειρές.
Εν-δυο, εν-δυο
ένα στο αριστερό...
Χωρισμένα σε ομάδες, στοιχισμένα και τακτικά
Εν-δυο, εν-δυο
ένα στο αριστερό...

Το βήμα ταχύ, σίγουρο και σταθερό, ένα πόδι ήτανε και ένα χέρι, αλλά όχι πάντοτε.
Συχνά-πυκνά κάτι ξέφευγε από το σύνολο, το χέρι πιο κάτω, το πόδι πιο αργόσυρτο, το κεφάλι πεσμένο, μια ελαφριά παροδική καμπούρα στην πλάτη...
Η μπάντα παιάνιζε τους γνωστούς ήχους, κάποιος δεν είχε κουρδίσει καλά και ακουγόταν συνεχώς σαν να έπαιζε φάλτσα, κάποιου οι πάρτες πετούσαν στον φθινοπωρινό αέρα, φύλλα ολόασπρα με μαύρες μελίγκρες ενός εξωτικού μπερδεμένου δέντρου...

Μια φορά ένα ξεστράτισε τελείως, έφυγε από τις γραμμές κι άρχισε να περπατά, χωρίς να χάσει ωστόσο το ρυθμό, κατά πάνω της, αμείλικτο και απείθαρχο... Το άφησε να την πλησιάσει, να τη χτυπήσει, να τη ρίξει και να συνεχίσει περνώντας από πάνω της...
Μια άλλη, εκεί που περνούσε από την τέντα των επισήμων, γύρισε το κεφάλι της, όπως όφειλε, προς το μέρος της, και ύψωσε το δεξί της χέρι και έκανε πως την πυροβολούσε.

Η σφαίρα την πέτυχε κατάστηθα και έπεσε αμέσως κάτω.

Το ασθενοφόρο αν και ήταν παρκαρισμένο εκεί πίσω από την τέντα δεν έφτασε εγκαίρως:
κανείς ποτέ δε γλύτωσε από ασημένια σφαίρα.
Και αν τα όνειρα τα αφήνουμε να μας τσαλαπατάνε, να μας λυώνουν και να φεύγουν χωρίς ποτέ εμείς να τα αγγίξουμε, έστω και με την άκρη της ψυχής μας, κανείς ποτέ δεν γλυτώνει από την ασημένια πύρινη σφαίρα της σκέψης:

όλων όσων έχουμε κάνει, όλων όσων δεν θα κάνουμε ποτέ.

Monday, September 22, 2008

Βροχή - η επιστροφή


René Aubry, Après la pluie [2]

Και κάπως έτσι ο σαλίγκαρος ξαναξύπνησε.
Από τη νωπή μυρωδιά του γήινου κορμιού,
από τη δροσιά των σταγόνων και το ρυθμικό τους τακ τακ στο καβούκι του.
Από τον ατελείωτο καλοκαιρινό εφιάλτη, ολοένα τον ίδιο: ένα ιδρωμένο, ρυτιδιασμένο χέρι, που όλο τον απειλούσε να τον βάλει στο καλάθι του και όλο εξατμιζόταν προτού τον ακουμπήσει...

κάπως έτσι ξύπνησα και εγώ...
δεν είμαι παιδί της ζέστης, αλλά του ψυχρού δυνατού ανέμου,
της φουρτουνιασμένης θάλασσας,
της ακτής που κροταλίζουν τα βότσαλα στα χέρια των κυμάτων,
του δάσους που λυγίζει στα χέρια του Αιόλου,
των νεφών που γεμίζουν ζωγραφιές τον ουρανό
και κάνουν τον ήλιο και τη σελήνη να μη βαριούνται εκεί στον διάφανο θόλο,

επιστρέφω και πάλι στον έξω κόσμο,
έμεινα αρκετό καιρό σιωπηλή, κρυμμένη να αφουγκράζομαι,
να παρατηρώ και να μαζεύω...

τώρα επιτέλους θα πετάξω και πάλι άνθη σαν τις πολυαγαπημένες μου γαζίες: πάντοτε φθινόπωρο, πάντοτε με χρώμα κίτρινο και μυρωδιά κήπου και χώματος...

καλώς σας βρήκα και πάλι!

Friday, July 11, 2008

Εικόνες μιας ζωής προσεχώς[;]

Max Richter - On the nature of daylight

-------------------------------------------------

Στεκόταν και πάλι εκεί, στην άκρη της σκέψης,

σε εκείνη την ακρογυαλιά που ξεκινά η θύμηση

κατά άλλους, η λήθη...

Εικόνες, εικόνες, εικόνες μιας ζωής προσεχώς, ίσως όχι της δικής της, ίσως μια ζωής που ποτέ δεν γεννήθηκε, ίσως μιας που ήδη έχει μαραθεί, ίσως μιας που μονάχα η αύρα της στέκεται εκεί, στην άκρη της σκέψης...

σε εκείνη την ακρoγυαλιά που ξεκινά η θύμηση

κατά άλλους, η λήθη

Monday, June 30, 2008

Καθαριότητα




Μανία την είχαν.
Σε όλην τη χώρα.
Να είναι λέει καθαρό το σπίτι τους, το μπαλκόνι τους, το μπάνιο τους, η κουζίνα τους, τα πιάτα τους, τα ρούχα τους, οι τοίχοι τους, τις τηλεοράσεις τους, τα παιδιά τους, τα μαλλιά τους, τα σκυλιά τους, τα παπούτσια τους, τα χέρια τους, τα φρούτα τους, οι νιπτήρες τους, οι νεροχύτες τους, τα ποτήρια τους, τα σεντόνια τους, τα τζάμια τους, τα χαλιά τους, οι πόρτες τους, τα στερεοφωνικά τους, τα κάγκελά τους, οι αυλές τους, τις λεκάνες τους, οι μηχανές τους, τα αυτοκίνητά τους, τα εξοχικά τους...

Κάπου βαθιά στο πέλαγος ο πυθμένας άρχισε να σκίζεται λιγάκι, δυο βράχοι ανασηκώθηκαν, τρεις άλλοι άρχισαν να ολισθαίνουν. Παντού νερό. Βαθύ, κρύο, μπλε: καθαρό. Γαλήνιο φαινότανε και πολύ ήρεμο.

Και χρειάζονταν νερό, σαπούνι, καθαριστικά, λευκαντικά, χλωρίνες, απολυμαντικά, αφρόλουτρα, σαμπουάν...
Και έτσι σφουγγάριζαν το σπίτι και το μπαλκόνι τους, σφουγγάριζαν και καθάριζαν το μπάνιο και την κουζίνα τους, έπλεναν τα πιάτα, τα ρούχα, τους τοίχους τους, ξεσκόνιζαν τις τηλεοράσεις τους, έπλεναν και τα παιδιά και τα σκυλιά και τα μαλλιά τους, γυάλιζαν τα παπούτσια τους, έτριβαν καλά τα χέρια και τα φρούτα τους, γυάλιζαν τους νιπτήρες, τους νεροχύτες και τα ποτήρια τους, έπλεναν και τα σεντόνια τους, καθάριζαν τα τζάμια, τα χαλιά και τις πόρτες τους, ξεσκόνιζαν τα στερεοφωνικά και τα κάγκελά τους, έπλεναν τις αυλές, τις λεκάνες, τις μηχανές και τα αυτοκίνητά τους, καθάριζαν τα εξοχικά τους...

Κάπου βαθιά στο πέλαγος ο πυθμένας συνέχισε να σκίζεται, άλλοι δυο βράχοι ανασηκώθηκαν, ακόμη τρεις άρχισαν να ολισθαίνουν. Παντού νερό. Βαθύ, κρύο, μπλε: καθαρό. Γαλήνιο φαινότανε και πολύ ήρεμο.

Και έτσι έπαιρναν λάστιχα και μάνικες, όχι κουβάδες ή ποτιστήρια, αλοίμονο, κι άνοιγαν βρύσες και κρουνούς, έριχναν με όλους τους τρόπους νερό, χείμαρρους, καταρράκτες, ποτάμια, λίμνες, θάλασσες και ωκεανούς,
να φύγει η σκόνη, η μπόχα, η αποφορά, η βρώμα, οι λεκέδες, τα λίπη, τα λάδια, οι μουτζούρες, οι πιτυρίδες, οι καπνιές, τα κλαδιά, τα φύλλα, τα ψίχουλα:κάθε ίχνος

Κάπου βαθιά στο πέλαγος ο πυθμένας ήταν σχεδόν μετέωρος, το ίδιο και ανασηκωμένοι βράχοι, παντού μόνο ανασηκωμένοι βράχοι. Παντού νερό. Βαθύ, κρύο, μπλε: καθαρό. Γαλήνιο φαινότανε και πολύ ήρεμο.

Ποτέ δεν ηρεμούσανε: αγαπούσαν την καθαριότητα, έλεγαν, όχι όπως οι άλλοι λαοί τριγύρω, που ζούσαν βρώμικοι, άθλιοι, διψασμένοι, μέσα στη σκόνη και την εξαθλίωση.
Και έτσι συνεχιζόταν η ζωή στη μικρή αυτή χώρα, για μήνες και χρόνια, ασταμάτητα.
Με τη μανία τους:
Να είναι καθαρό το σπίτι, το μπαλκόνι, το μπάνιο, η κουζίνα, τα πιάτα, τα ρούχα, οι τοίχοι, οι τηλεοράσεις, τα παιδιά, τα μαλλιά, τα σκυλιά, τα παπούτσια, τα χέρια, τα φρούτα, οι νιπτήρες, οι νεροχύτες, τα ποτήρια, τα σεντόνια, τα τζάμια, τα χαλιά, οι πόρτες, τα στερεοφωνικά, τα κάγκελά, οι αυλές, οι λεκάνες, οι μηχανές, τα αυτοκίνητά, τα εξοχικά τους...

Κάπου βαθιά στο πέλαγος ο πυθμένας κατέρρευσε, το ίδιο και ανασηκωμένοι βράχοι. Παντού νερό. Βαθύ, κρύο, μπλε: καθαρό. Γαλήνιο ήτανε μα τώρα ένας σεισμός του έδωσε υποβρύχια ώθηση. Η επιφάνεια ίσα που ταράχτηκε, καθώς ένα μικρούλι κύμα τη ρυτίδωσε.

Όλοι ήταν σε απόγνωση: όσο έπλεναν και καθάριζαν, τόσο γέμιζαν ξανά τα πάντα από σκόνη, μπόχα, αποφορά, βρώμα, λεκέδες, λίπη, λάδια, μουτζούρες, πιτυρίδες, καπνιές, κλαδιά, φύλλα, ψίχουλα, από κάθε είδους ίχνος...

Κάπου βαθιά στο πέλαγος γεννήθηκε ένα μικρό υπόγειο κύμα, νερό, βαθύ, κρύο, μπλε και καθαρό. Έτρεχε γρήγορα, φτερωτό, ορμητικό πουλάρι, στην πρώτη του τρεχάλα.

Η λύση ήταν να παίρνουν λάστιχα και μάνικες, όχι κουβάδες ή ποτιστήρια, αλοίμονο, και να ανοίγουν βρύσες και κρουνούς, να ρίχνουν με όλους τους τρόπους νερό, χείμαρρους, καταρράκτες, ποτάμια, λίμνες, θάλασσες και ωκεανούς. Να σβήσουνε τα ίχνη.

Μια φορά και έναν καιρό κάπου βαθιά στο πέλαγος γεννήθηκε ένα μικρό υπόγειο κύμα, νερό, βαθύ, κρύο, μπλε και καθαρό. Έτρεχε γρήγορα, φτερωτό, ορμητικό πουλάρι, στην πρώτη του τρεχάλα. Νόμιζε ότι όλος ο κόσμος ήταν μια απλωσιά, μια υδάτινη κοιλάδα. Τρέχοντας μεγάλωνε, λες και μαζί του έτρεχε κι ο χρόνος, και το μικρό ορμητικό πουλάρι έγινε καθαρόαιμο φρενιασμένο, αφηνιασμένο από την ίδια του τη ρώμη άλογο, ένας υπέροχος επίβήτορας και κάπου εκεί, κοντά στο τέλος της κοιλάδας τον περίμενε υπομονετικά η γη, μια στέρεη, στιβαρή φοράδα: σηκώθηκε στα πίσω του πόδια για να την καβαλήσει.
Κι έσβησε, επιτέλους, κάθε ίχνος.

Tuesday, June 24, 2008

Το τηλεφώνημα


Στα χέρια του κρατούσε αναποφάσιστος το ακουστικό.
Πότε το έβαζε αποφασιστικά στο αυτί του και πότε το κατέβαζε μονοκόμματα, παιδί που το τσάκωσαν να παίζει την ώρα της μελέτης.
Ο αριθμός επάνω στο χαρτί, τσαλακωμένο, ταλαιπωρημένο, σκισμένο λιγάκι στις άκρες, ήταν παρόλα αυτά καθαρογραμμένος και δεν άφηνε αμφιβολίες 2106…
Σαν τον πιανίστα έκανε πρόβες επάνω στα πλήκτρα του τηλεφώνου, προσπαθούσε να σκεφτεί πώς θα του απαντούσε, δοκίμαζε όλα τα πιθανά σενάρια.
Τίποτε.

Το ακουστικό πρώτα αναποφάσιστο στα χέρια του, τώρα βαλμένο στο πλάι του τηλεφώνου, τοποθετημένο μετά ξανά στη θέση του.

Σηκώθηκε και πήγε στην κουζίνα. Έσκυψε και ήπιε με τη φούχτα του νερό από τη βρύση, πνίγηκε και άρχισε να βήχει. Πήρε ένα ποτήρι και ήπιε όπως όπως δυο τεράστιες γουλιές, ένιωσε αυλάκια νερού να ξεφεύγουν από το στόμα του, να ξεχύνονται από τα πλάγια στο λαιμό του.
«Αχ, αυτό ήτανε!» σκέφτηκε αναπτερωμένος. Τίποτε τώρα δεν θα μπορούσε να τον σταματήσει.

Έκατσε στην πολυθρόνα δίπλα από τη χαμηλή βιβλιοθήκη, στης οποίας το δεύτερο ράφι έβαζε το τηλέφωνο, βολεύτηκε στην θαλπωρή της και άπλωσε το χέρι να πάρει κοντά του τη συσκευή. Ήταν παλιά, από αυτές τις βαριές άχαρες κατασκευές με τηλεφωνητή.
Τέντωσε τα πόδια του με τη συσκευή επάνω στους μηρούς του, έκλεισε τα μάτια του και έψαξε το χαρτάκι στην αριστερή του τσέπη. Τον αριθμό τον γνώριζε από μνήμης. Η μελωδία και ο ρυθμός του επάνω στα πλήκτρα τού ήταν πια γνωστά. Όμως, χωρίς εκείνο το χαρτάκι, γραμμένο με μολύβι, το μολύβι του που είχε πάρει στο χέρι της και το είχε σημειώσει, ήταν σαν να έβγαινε στο δρόμο χωρίς το όνομά του. Την καρδιά του. Στο τρόπο που έγραφε το πέντε και το έξι, το αρμονικό οκτώ με τα δυο καλογραμμένα κουλουράκια του να εφάπτονται με τόση αρμονία, για να μην ανέφερε τα άλλα ψηφία, κάθε της γραμμή θαρρείς και μια τρίχα από τα μακριά μαλλιά της, μια πνοή από τον άρωμα του δέρματός της, η ζεστή αύρα του αγγίγματός της. Μέχρι προχθές μπορούσε να διακρίνει ακόμη και λίγο από το άρωμά της, έτσι όπως είχε ακουμπήσει γράφοντας τον καρπό της. Τώρα πια το είχε αφομοιώσει, το ανακαλούσε όποτε ήθελε σαν τζίνι να την βγάλει από το λυχνάρι του μυαλού του.

Αναστέναξε. Αργά και βαθιά. Όπως μονάχα οι ερωτευμένοι άνθρωποι αναστενάζουν.
Κράτησε τα μάτια του κλειστά και ξαναείδε τη λυγερή μορφή της: να ξεμακραίνει, να πλησιάζει, να σκύβει να δέσει ένα λυμένο κορδόνι, να τεντώνεται να φτάσει την μπάλα, να περπατά, να στέκεται, να κάθεται, να κινείται.

Το χαρτάκι! Ξανασκέφτηκε. Σηκώθηκε και άρχισε να ψάχνει. Μήπως; Μα βέβαια, το είχε ξεχάσει στην κουζίνα, όταν πήγε να πιει νερό. Επάνω στο τραπέζι, να εδώ, εδώ το είχε ακουμπήσει, αλλά, μα όχι, ούτε εδώ ήταν. Πήγε στο νεροχύτη. Ούτε κι εκεί ήταν. Το ανοιχτό παράθυρο τον έβαλε σε υποψίες. Το ρεύμα το είχε παρασύρει, εκεί στη γωνία, κάτω από την καρέκλα.

Το κράτησε και πάλι μπροστά στα μάτια του. Τα όμορφα γράμματά της, οι υπέροχοι αριθμοί, τόσο καλογραμμένοι, τόσο σίγουροι. Έφερε το χαρτάκι κοντά στο στόμα του και το φίλησε, το ακούμπησε από την γραμμένη πλευρά στο στήθος του και έκατσε και πάλι στην πολυθρόνα του.

«Μήπως να μου δώσεις εσύ τον δικό σου» τον είχε ρωτήσει αρχικά, αυτό τον απογοήτευσε, μπορεί εκείνη τελικά να μην το τολμούσε, όχι, όχι, έπρεπε να πάρει εκείνος τον δικό της. Τελικά του χαμογέλασε κάπως βιαστικά και με αργές και σίγουρες κινήσεις τού μαρτύρησε αυτό που επιθυμούσε. Όχι, κινητό δεν κρατούσε, του είπε. Δεν την πίστεψε, αλλά λίγο τον πείραζε πια. «Προτιμώ τα σταθερά» του εξήγησε.
Φεύγοντας του φάνηκε ότι άκουσε ένα γελάκι, μήπως τον κορόιδευαν, σκέφτηκε, ήταν ένας ψηλέας που τον κοίταζε στραβά. Ζηλεύεις φίλε, σκέφτηκε, γιατί εγώ τα κατάφερα…

Στα χέρια του κρατούσε αποφασισμένος το ακουστικό.
Το έφερε στο αυτί του μα και πάλι το κατέβασε μονοκόμματα, παιδί που το τσάκωσαν να παίζει την ώρα της μελέτης.
Ο αριθμός επάνω στο χαρτί, τσαλακωμένο, ταλαιπωρημένο, σκισμένο λιγάκι στις άκρες, ήταν παρόλα αυτά καθαρογραμμένος και δεν άφηνε αμφιβολίες 2106…
Σαν τον πιανίστα είχε κάνει τις πρόβες του επάνω στα πλήκτρα του τηλεφώνου, και ένιωθε μάλλον έτοιμος για τη μεγάλη στιγμή, που θα του απαντούσε, είχε δοκίμασει όλα τα πιθανά σενάρια σε όλες τις τονικότητες. Ήταν έτοιμος;
Το ακουστικό αναποφάσιστο για λίγο στα χέρια του ήταν και πάλι τοποθετημένο στη θέση του.

Καθισμένος στην πολυθρόνα δίπλα από τη χαμηλή βιβλιοθήκη, στης οποίας το δεύτερο ράφι έβαζε το τηλέφωνο, βολεμένος στην θαλπωρή της άπλωσε το χέρι να πάρει κοντά του τη συσκευή.

Αναστέναξε. Αργά και βαθιά. Όπως μονάχα οι ερωτευμένοι άνθρωποι αναστενάζουν.
Κράτησε τα μάτια του κλειστά και ξαναείδε τη λυγερή μορφή της: να ξεμακραίνει, να πλησιάζει, να σκύβει να δέσει ένα λυμένο κορδόνι, να τεντώνεται να φτάσει την μπάλα, να περπατά, να στέκεται, να κάθεται, να κινείται.

Τα δάχτυλά του είχαν στο μεταξύ αποστατήσει: ο αριθμός είχε πια πληκτρολογηθεί, κάποιος από τους δέκα συνωμότες πατούσε τώρα το τελευταίο πλήκτρο, σαν συγχορδία ακούστηκε ο ήχος του στα αυτιά του, ο ήχος της κλήσης, ξανά και ξανά.

Και τότε συνέβη: ένα άλλο χέρι, το δικό της, σήκωσε το μακρινό εκείνο ακουστικό του ξυπνημένου τηλεφώνου, μέσα σε μια στιγμή, είδε μπροστά του, ουράνιο τόξο όλες τις πιθανούς τρόπους που θα απαντούσε η φωνή της.

«Μπρος;!;!» ακούστηκε, μάλλον σαν γαύγισμα του φάνηκε, μια τραχειά, σκληρή αντρική φωνή.
Μπροστά σε αυτό το φρικτό φάλτσο, ο μουσικός έχασε τον έλεγχο και την αυτοκυριαρχία του. Άρχισε να ψελλίζει, το γαύγισμα επέμενε ειρωνικό, όχι, ο αριθμός ήταν σωστός αλλά και πάλι δεν ήταν.



Έσφιξε τα πόδια του με τη συσκευή επάνω στους μηρούς του, και έψαξε το χαρτάκι. Τον αριθμό τον γνώριζε από μνήμης ή έτσι νόμιζε. Η μελωδία και ο ρυθμός του επάνω στα πλήκτρα τού ήταν πια γνωστά, αλλά από ό,τι φαίνεται κάπου πρέπει να είχε μπερδέψει τα κομμάτια . Χωρίς εκείνο το χαρτάκι, γραμμένο με μολύβι, το μολύβι του που είχε πάρει στο χέρι της και το είχε σημειώσει, πίστευε ότι θα ήταν σαν να έβγαινε στο δρόμο χωρίς το όνομά του. Την καρδιά του. Στο τρόπο που έγραφε το πέντε και το έξι, το αρμονικό οκτώ με τα δυο καλογραμμένα κουλουράκια του να εφάπτονται με τόση αρμονία, για να μην ανέφερε τα άλλα ψηφία, κάθε της γραμμή θαρρείς και μια τρίχα από τα μακριά μαλλιά της, μια πνοή από τον άρωμα του δέρματός της, η ζεστή αύρα του αγγίγματός της. Μέχρι προχθές μπορούσε να διακρίνει ακόμη και λίγο από το άρωμά της, έτσι όπως είχε ακουμπήσει γράφοντας τον καρπό της. Τώρα πια το είχε αφομοιώσει, το ανακαλούσε όποτε ήθελε σαν τζίνι να την βγάλει από το λυχνάρι του μυαλού του.

Και τότε κατάλαβε ότι τα φριχτότερα ψέματα λέγονται πάντοτε με τις ωραιότερες λέξεις, ενίοτε και με τους πιο καλογραμμένους αριθμούς…

Monday, June 23, 2008

Αργά




Exploding Raphaelesque Head, 1951 - Salvador Dalí

Καθισμένος κάτω από το ζεστό ανοιξιάτικο ήλιο ατένιζε το λευκό μπροστά του. Ατελείωτο λευκό του φαινότανε, αιχμηρό σαν το ηλιακό φως.
Ήταν πολύ αργά.
Τώρα πια ήταν πολύ πολύ αργά.

Έσφιγγε το μπουκέτο στο χέρι του, μέχρι που τα αγκάθια από τα τριαντάφυλλα τού μάτωσαν το χέρι. Κάτσε να σου το απολυμάνω, την άκουσε να του ψιθυρίζει η ανάμνησή της, μπορεί να πάθεις τέτανο. Γύρισε να την κοιτάξει, αλλά συνάντησε πρόσωπα άγνωστα και πολύ απορροφημένα στις δικές τους σκέψεις. Έλα, του ψιθύρισε και πάλι παιχνιδιάρικα στο αυτί. Άστους αυτούς, αφού εσύ ξέρεις, εγώ είμαι πάντα εδώ, μέσα στην καρδιά σου, δίπλα σε ό,τι κάνεις.
Χαμογέλασε.
Δίπλα του κάποιος τον κοίταξε απορημένος.

Ο ήλιος τώρα του έκαιγε την πλάτη. Το σκούρο πανωφόρι ρουφούσε σαν την μέλισσα το νέκταρ του ήλιου. Τη ζέστη του. Έλα βρε κρυουλιάρη, τον ξαναπείραξε η φωνή της. Βγάλτο, βγάλτο σου λέω αυτό το μαύρο κι άραχνο ρούχο. Φορούσε πάντοτε ανοιχτόχρωμα, σχεδόν λευκά και τα μακριά μαύρα μαλλιά της άστραφταν επάνω τους σαν φίδια. Γύρισε να την κοιτάξει, όμως πάντα κάποια πρόσωπα άγνωστα του έκοβαν τη θέα.

Αδύνατον πια να την ξαναβρεί.

Saturday, June 7, 2008

το αριστερό μου χέρι

Ήταν να μην το αποφασίσω:
αλλά μιας και η απόφαση ελήφθη και κατόπιν πρόσκλησης της φίλης Φωτούλας, που έδωσε και σε μένα τη σκυτάλη από το γνωστό μπλογκοπαίγνιο, είπα να το εκθέσω το αγαπημένο μου χέρι, αυτό που με βοηθάει σε όλα τα δύσκολα και τα όμορφα, που κατευθύνει τη ζωή μου, που είναι η... "χείρα βοηθείας" στην οποία βασικά στηρίζομαι σε αυτόν τον τόσο δεξιοκουταλοκεντρικό[!!!] κόσμο...


έτσι, σκέφτηκα να εκθέσω, αρχικά, την καλή και ήρεμή του μεριά, εδώ σε δείγμα με κεφαλαία



επειδή, όμως, το πολυαγαπημένο μου χέρι είναι κομματάκι κυκλοθυμικό, και για να είμαι δίκαιη στην παρουσίασή του, ιδού και μια ημινευρική πλευρά του, σε κείμενο με πεζά. ΟΚ, ναι, υπάρχει διαφορά αλλά το πρώτο κείμενο ήταν αποτέλεσμα αντιγραφής από πρόχειρες σημειώσεις σε περίοδο καλοκαιρινών διακοπών, ετούτο το δείγμα, πρώτη γραφή στο πόδι





για να μην πω τι γίνεται όταν οι σκέψεις τρέχουν σαν χείμαρρος και δεν υπάρχει κοντά το λάπτοπ, όπως στο παρακάτω δείγμα που είναι η αρχή της αγαπημένης μου ανεμώνης...



Βέβαια, ξέχασα να σας πω, ότι το αριστερό μου χέρι και εγώ είμαστε αθεράπευτοι χαρτοσυλλέκτες και μέσα στο τετραδιάκι με τις σημειώσεις [το εκάστοτε τετραδιάκι με σημειώσεις που σέρνω πάντοτε μέσα στην πολύπαθη τσάντα μου] κουβαλάμε διάφορα χαρτάκια-παραχαρτάκια που πολλές φορές είναι διακοσμήμένα με κάθε είδους σκιτσάκια, άλλες φορές αποτέλεσμα ιδίας έμπνευσης,
π.χ.

και

[τα συγκεκριμένα είναι τα αγαπημένα μου, και διακοσμούν καιρό τώρα τον βαρυφορτωμένο πίνακα ανακοινώσεων της οικίας και καταφέρνουν πάντοτε να είναι... πάνω πάνω!!!]

ή απλώς αντιγραφές, εδώ του Escher, που διακοσμούν ό,τιδήποτε μπορεί κανείς να φανταστεί...


Έτσι λοιπόν, και ελπίζοντας ότι δεν θα τα δει κανένας... γραφολόγος δίνω και εγώ ενα ιδιόχειρο κομματάκι από μένα

Με τη σειρά μου, τώρα, προσκαλώ πέντε επόμενα φιλαράκια, προσμένοντας να δω και τον δικό τους "εσωτερικό" κόσμο αποτυπωμένο σε χαρτί

Δίνω, λοιπόν, με τη σειρά μου τη σκυτάλη [εκτός κι αν έχουν ήδη λάβει πρόσκληση]
στην καλή μου Μάτα Ντομάτα
στον sokolata με τις υπέροχες φωτογραφίες
στον τρυφερό συννεφόλυκο,
στον λιτό και περιεκτικό 123 λέξεις
στο φιλαράκι dim juanegro
και επειδή από τη μια δεν θέλω να μείνω στους πέντε και από την άλλη έχει πάλι πολύ καιρό να κινηθεί το μπλογκ του και μας λείπει, στον υπέροχα σκοτεινό lust-time [παρόλο που κάτι μου λέει ότι θα ξεφύγει...]

(Οι οδηγίες είναι απλές:

1. Γράψε
2. Σκάναρε (ή φωτογράφισε… )
3. Πόσταρε.
4. Ειδοποία! Απαραίτητα στο τέλος του ποστ γράψε: για το http://autographcollectors.blogspot.com
5. Προσκάλεσε άλλους 5 ή και περισσότερους blogger να συμμετέχουν. (επίσης απαραίτητα, για να μαζευτούν όσο περισσότερα χειρόγραφα γίνεται)


Καλή εβδομάδα!

ΥΓ Ευχαριστώ πολύ την Ν. για το μήνυμά της. Και ελπίζω, τελικά, αυτή η συλλογή με τα ιδιόχειρα να γίνει ένα υπέροχο μεγάλο μπουκέτο για την Αμαλία.
Καμιά φορά η δεύτερη σκέψη είναι καλύτερη της πρώτης...

Friday, May 30, 2008

σκηνή


Pablo Picasso - Still Life on a Piano - Oil on canvas


Πήγε σαν υπνωτισμένη, σήκωσε το καπάκι και άρχισε να παίζει. Οι χορδές ξεκούρδιστες από καιρό, μες στο μυαλό της τεντώνονταν, ξανάνιωναν και αποκτούσαν την αλλοτινή τους ευφωνία. Οι συγχορδίες σίγουρες και δυνατές ξεδίπλωναν τα κοιμισμένα δάχτυλα• τα μάτια κλειστά αρνιόνταν να κοιτάξουν τα αγαπημένα πλήκτρα, όπως ακριβώς όταν ξανασυναντάμε ένα πρόσωπο αγαπημένο μετά από χρόνια, η ματιά μας δεν χρειάζεται να κυλίσει πάνω στις γνώριμες γραμμές για να το νιώσει, έτσι και τα ακροδάχτυλα έβρισκαν με σιγουριά τον στόχο τους, την κάθε νότα.

Ο επίμονος ήχος του τηλεφώνου την ξύπνησε. Άνοιξε δυσαρεστημένη τα μάτια, το κουδούνισμα ακούστηκε σαν φάλτσο στη διάρκεια μιας παύσης, αλλιώς ούτε που θα το είχε πάρει είδηση ότι χτυπούσε. Σαστισμένη ακόμη από το προηγούμενο θαύμα σήκωσε το ακουστικό. Για κάποια διαφήμιση ή κάποια δημοσκόπηση λέει, κατέβασε απλώς το ακουστικό και βγήκε στο μπαλκόνι.

Ήταν σούρουπο και τα δέντρα στον κήπο διαγράφονταν σαν χορευτές που περίμεναν να αρχίσει η μουσική. Δεν φυσούσε καθόλου και μια περίεργη ηρεμία απλωνόταν παντού. Ακόμη και τα τζιτζίκια τερέτιζαν φοβισμένα. Όμως εκείνη είχε στο μυαλό το κομμάτι, παλιό και ξεχασμένο που είχε ανέλπιστα ταιριάξει στα δάχτυλά της, σαν ένα παλιό φουστάνι, κρυμμένο και χαμένο σε κάποια ντουλάπα από χρόνια, που όμως αγκαλιάζει και πάλι το σώμα σαν να μην το είχε αποχωριστεί ποτέ.

Wednesday, May 7, 2008

Βάραθρο



Mπροστά μου το βάραθρο, και πίσω μου να με κυνηγούν.
Xιλιάδες πόδια πλαταγίζουν πίσω μου, μα είναι ακόμη μακρυά
κοιτώ μπροστά μου, κοιτώ κάτω, χαμηλά, εκεί που το ορμητικό ποτάμι κατρακυλά κουτρουβαλώντας σε βράχια και κoίτες, με ένα νερό άγριο και θολωμένο, φορτωμένο με κάθε λογής λεία:
βλέπω βάρκες λεπτοκαμωμένα φύλλα, βλέπω κορμούς λεπτούς σαν κλαδάκια, βλέπω αγελάδες-μυρμήγκια, βλέπω το σώμα μου, κομματιασμένο, να χτυπά από όχθη σε όχθη.

Φοβάμαι.

Πίσω μου χιλιάδες πόδια πλαταγίζουν με βιαστική αναίδεια, μα είναι ακόμη πολύ μακρυά. Κοιτώ μπροστά μου, μα τα απέναντι βράχια είναι επτά δρασκελιές μακρυά,

επτά δρασκελιές είναι σα να διασχίζεις δρόμο,

δεν μπορείς να βρεθείς από τη μια άκρη στην αλλη
κοιτώ κάτω, χαμηλά, εκεί που το ορμητικό ποτάμι κατρακυλά, σε βράχια και κοίτες με ένα νερό λερό και λυσσασμένο
όλα ανακατεμένα μέσα του, από μακρυά μοιάζει ακίνδυνο όμως δεν είναι.

Φοβάμαι.


Πίσω μου χιλιάδες πόδια πλαταγίζουν, τα ξεχωρίζω πλέον ένα ένα, δεν είναι πια πολύ μακρυά.
Ακούω από κάτω μου τον σκοτεινό καταρράκτη, τη μελανόστομη Χάρυβδη, ακόμη πιο λυσσασμένη από το ποτάμι, αχόρταγη να καταπίνει…

Φοβάμαι

Πίσω μου χιλιάδες πόδια πλαταγίζουν, είναι πλέον πίσω μου ολόγυρά μου, ακούω την ανάσα τους και νιώθω την οργή τους, δεν έχω πια τίποτε άλλο να κερδίσω,
με ένα βήμα, πέφτω στο κενό.

Παρόλο που φοβάμαι.



---------------------------------------------------------------------------


Το φανάρι που άναψε πράσινο για τους πεζούς με παρέσυρε ατην αντιπέρα όχθη.
Βρέχει και τα ρείθρα των πεζοδρομίων παρασύρουν ορμητικά ό,τι σκουπίδι βρουν.

Το πλήθος με παρασύρει και μένα, βάρκα φυλλαράκι, κορμί κομματιασμένο, απέναντι.


Δεν υπάρχει καιρός για σκέψη.

Δεν υπάρχει χώρος για φαντασία.


Φοβάμαι.

Πολύ.

Wednesday, April 30, 2008

σσσσσσσσσστ!

copyright Robert Puciata

Επειδή τελευταία ψάχνομαι εδώ στο δικό μου σύμπαν είπα να αποικίσω και ένα πλανήτη ψιθύρων, όπου θα με βρίσκετε, ιδίως όταν οι εικόνες ή οι ήχοι θα είναι δυνατότεροι από τις σκέψεις μου...

ένα χώρο ηρεμίας και γαλήνης...

Tuesday, April 15, 2008

Μονεμβάσια



Kαι πάλι ανάγλυφη γίνεσαι.


Μέσα μου αναδεύεις τα χρώματα της ψυχής μου με το γκρίζο της ράχης, το σκοτεινό μπλε της αρμυρής σου αγάπης.


Ορθώνεσαι, μια ανάσα μισογκρεμισμένη,
με τη μοναδική σου είσοδο, στεμμένη από την αύρα του ποιητή.

Αγγίζω με δακρυσμένα πέλματα τα λίθινα δρομάκια σου
-χειμώνα μονάχα ή μέρες με αντάρα.-
Κλείνω με πόνο τα μάτια στις γιορτές που σε κάνουν να ασφυκτιάς,
θέλω μοναχα δική μου τη ματιά σου.

Γαληνεύω σαν ακούω την εκκωφαντική σου ησυχία να μου τρυπά τα ώτα,
αιωρούμαι πάνω από το τείχινο στέμμα σου, εκεί που κείτονται οι αναμνήσεις ανάμεσα σε αγριόχορτα.
Μα πάντοτε θα έρχεται η μέρα της φυγής,
μια δίνη με τραβά τότε μακρυά σου...


Κι όμως, για μένα κατοικείς μες την ψυχή μου.
Ανάμεσα σε δυο γουλιές κρασί και λίγο ψάρι,
να μουρμουράς τα μυστικά τραγούδια,
που τα γνωρίζουν μόνο όσοι είναι σε σένα ριζωμένοι.

Πώς τους φθονώ αλήθεια, -ας είναι όλοι τους καλά...-
Πού ξέρεις αν κάποτε αγκυροβολήσω κι εγώ στην αγκαλιά σου...








για τον αγαπημένο μου Ναυτίλο

Monday, April 7, 2008

Οι σκέψεις μιας πεταλούδας 7


προς προηγούμενες σκέψεις


ΣΚΕΨΗ ΔΕΚΑΤΗ ΤΕΤΑΡΤΗ


Η πασχαλίτσα ξαναγύρισε. Η χρυσόμυγα μου είπε πως τελευταία κάποια πασχαλίτσα μοιάζει σα να ψάχνει για κάτι στο μέρος που κάποτε είχε πέσει ο κεραυνός. Έμοιαζε, λέει, σα νά ψαχνε για κάτι το συγκεκριμένο και να φεύγει μετά άπραγη και με σκυμμένο το κεφάλι. Το πράγμα μου φάνηκε περίεργο. Σήμερα το πρωί πέταξα, με βαρειά ομολογουμένως καρδιά, και πάλι στο παλιό μου σπίτι. Περίμενα κάμποση ώρα καθισμένη σε ένα νεαρό θαμνάκι. Πραγματικά η ίδια μικρή και γυαλιστερή πασχαλίτσα εμφανίστηκε κάνωντας κύκλους πάνω από εκεί που κάποτε φύτρωνε το ομορφότερο λουλούδι του κόσμου, σ' αντίθεση με μένα εκείνη φαινόταν να θυμάται λεπτομερώς τα μέρη εκείνα. Περίεργη προχώρησα ανάμεσα σε κάτι μακρυές κλωστές από στάχτη, που κάποτε ήταν χορταράκια. Η πασχαλίτσα γύρισε και με κοίταξε μέ ένα αδιάφορο βλέμμα. Καθώς ήθελα να της φωνάξω, θυμήθηκα πως τώρα πια τα φτερά μου ήταν μωβ αντί για κόκκινα και έτσι δεν μπορούσα να τη ρωτήσω αν με θυμόταν. Είναι σίγουρο πως με είχε γα νεκρή...


Καθώς έκανα να φύγω άκουσα για πρώτη φορά τη ψιλή φωνή της. Μα καλά και αυτό που έλεγαν πως δεν μπορούσαν να μιλήσουν; Ανακρίβειες, αποφάνθηκε με βλέμμα εκνευρισμένο. Ανακρίβειες. Όλα ανακρίβειες, είπε κι πέταξε μακρυά.



-------------------


Σήμερα δε μπορώ να σκεφθώ. Δεν μπορώ να σκεφθώ τίποτε άλλο εκτός από τα λόγια της πασχαλίτσας. Ή μάλλον τη λέξη της πασχαλίτσας. Ανακρίβειες. Μα, όλα ανακρίβειες; Έτσι φαίνεται. Μα και πάλι ποιος μπορεί να ξέρεις


Γι αυτό, καλά κάνω και δεν τη λαμβάνω υπ' όψιν ως σκέψη.




ΣΚΕΨΗ ΔΕΚΑΤΗ ΠΕΜΠΤΗ


Ανησυχώ. Τελευταίο ο ήλιος αργοπορεί όλο και περισσότερο να ζεστάνει ενώ κάθε απόγευμα μας εγκαταλείπει όλο και πιο βιαστικά. Η χρυσόμυγα μου πρότεινε να πετάξουμε μαζί ως τα ανοιχτά την ώρα που περνούν τα καράβια. Μα, την ρώτησα τότε απορημένη, εσύ δεν ήσουν που μού λεγες πως είναι επικίνδυνο; Εκείνη τότε μου είπε πως μονάχα έτσι έχουμε ελπίδες να ζήσουμε περισσότερο. Το καλοκαίρι, συνέχισε βολεύοντας τα γυαλιστερά της φτερά, όπου νά 'ναι τελειώνει, δεν το βλέπεις;


(Είναι η πρώτη φορά που αφήνω μια σκέψη μου μισή και τη υνεχίζω αργότερα. Πράγματι, το καλοκαίρι τελειώνει, και εγώ δεν μπορώ να σκεφθώ τόσο γρήγορα.)


Η χρυσόμυγα έφυγε χωρίς εμένα. Δεν ξέρω γιατί δεν πήγα μαζί της. Εδώ το μόνο πο θα υπάρχει σε λίγο θα είναι πεσμένα φύλλα. Να, και ο δικό μου φύλλο έχει κιτρινίσει, σε λίγο θα κείτεται αι αυτό όπως και τα άλλα. Αλήθεια δεν ξέρω γιατί δεν προτίμησα να φύγω. Δεν ξέρω, ίσως γερνάω.



ΣΚΕΨΗ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ


Τώρα, όμως, φθάνει ο χειμώνας και 'γω πρέπει να φύγω, πρέπει να βρω ένα ωραίο λουλούδι, ένα ωράιο, κρυμμένο από αχόρταγα και σκληρά χέρια λουλούδι, πάνω στο οποίο θα γείρω τα σκούρα, κουρασμένα φτερά μου και εκεί πάνω, καθώς το χιόνι θα με σκεπάζει, για να γίνω και 'γώ χυμένα πέταλα πολυχρονισμένου άνθους, θα αναπολώ με την προβοσκίδα μου κουλουριασμένη τις σκέψες μου, όσες ήμουν ποτέ σε θέση να έχω ως πεταλούδα, στη σύντομη κι ασήμαντη ζωή μου...



ΛΙΓΟ ΜΕΤΑ ΤΟ ΤΕΛΟΣ


Είχα κάποτε μια μέρα που ήταν φωτεινή και γιορτινή, όμορφη και μεγάλη. Ήταν μια μέρα ξεχωριστή λίγο γεμάτη, λίγο πολυάσχολη μα και πολύ γλυκειά, μια μέρα στρογγυλή και γυαλιστερή σαν τόπι.


Ήταν η αγαπημένη μου μέρα και την κρατούσα στα δυο μου χέρια συνεχώς. Φορές φορές την τσούλαγα πέρα-δώθε και απόμενα να τη χαζεύω, καθώς αστραποβολούσε κάτω από τον ήλιο. Έκείνη έπαιρνε τότε φόρα κι έτρεχε, έτρεχε χοροπηδώντας, όποτε στο δρόμο υπήρχαν λακκούβες ή πετραδάκια.


Όμως κάποτε που ο ήλιος έμοιαζε να είναι πιο αδύναμος, εκείνη αστραποβολώντας δυνατότερα και τρέχοντας γρηγορότερα ξέφυγε από το δρομάκι και έπεσε μέσα στο πηγάδι των φόβων μου. Από τότε δεν την ξανάδα...


Από τότε κάθομαι δίπλα στο πηγάδι και περιμένω τη βροχή της ελπίδας νά 'ρθει και να το γεμίσει. Το πηγάδι, όμως , είναι τόσο βαθύ και η βροχή τόσο ψιλή...


Δεν την ξανάδα από τότε και ας κάθομα και ας περιμένω χρόνια και είναι κρίμα, γιατί κανείς ποτέ δεν ήρθε να μου πει πως οι μαγεμένοι βάτραχοι των παραμυθιιών έχουν εδώ και αιώνες λευτερωθεί όλοι.
Τ Ε Λ Ο Σ

Thursday, April 3, 2008

Οι σκέψεις μιας πεταλούδας 6

Andrew Unangst - Corbis


ΣΚΕΨΗ ΕΝΔΕΚΑΤΗ

'Εκλαιγα συνεχώς με το σιγανό και σχεδόν ανύπαρκτο ήχο που κλαιν οι πεταλούδες. Τα φτερά μου από βαθειά κόκκινα με χρυσαφένιες κηλίδες έχουν γίνει ένα γλυκό μωβ με μαύρα στίγματα. Όλα τριγύρω, έντομα και λουλούδια, έχουν μείνει μαγεμένα και δεν με αναγνωρίζουν. Όμως, εγώ δεν μπορώ να χαρώ την ομορφιά μου: μονάχα όταν πετάω ξεχασμένη πάνω από τα κύματα της κοντινής ακρογυαλιάς και κοιτάζω το καθρέφτισμα της μορφής μου στα καθαρά νερά, νομίζω πως κάποια υδάτινη δίδυμη αδερφή μου ακολουθεί, κολυμπώντας με χάρη, το πένθιμο πέταγμά μου.

Όταν η καταιγίδα είχε σχεδόν περάσει, πέταξα ως το μέρος που κάποτε ήταν το σπίτι μου. Ή τουλάχιστον ως εκεί που πίστευα πως πρέπει να ήταν το σπίτι μου. Το ψηλό δέντρο ήταν ένα καμμένο και τσακισμένο κούτσουρο, το όμορφο λουλούδι μου στάχτη μέσα στις στάχτες. Τίποτε δε θύμιζε πια την ομορφιά του, τίποτε δε θύμιζε τη ζωή που κάποτε υπήρχε εδώ. Καθώς άρχισα να πετάω εδώ κι εκεί, διαπίστωσα μέσα στη θλίψη μου πως δεν μπορούσα να θυμηθώ το λουλούδι μου που κάποτε αγαπούσα τόσο και μια μέρα, όταν θα ομόρφαινε και δυνάμωνε πολύ, θα με τίναζε μακρυά του.

Το βράδυ το πέρασα κουλουριασμένη κάτω από ένα μεγάλο φύλλο και εκεί, καθώς οι τελευταίες σταγόνες της καταιγίδας έπεφταν επάνω στα κουρασμένα φτερά μου, εκείνα απέκτησαν το καινούργιο τους χρώμα.


ΣΚΕΨΗ ΔΩΔΕΚΑΤΗ

Πρώτη φορά συνειδητοποιώ τί πολύπλοκο πράγμα είναι να είναι κανείς έστω και μια απλή και ασήμαντη πεταλούδα. Δεν ξέρω πώς μπόρεσα να το σκεφτώ, αλλά, όταν ήθελα να μεταμορφωθώ σε πεταλούδα δεν ήξερα τί περίεργες σκέψεις θα είχα. Αλλιώς θά έμενα όπως ήμουν. Τότε τουλάχιστον μπορούσα να εύχομαι και να ελπίζω. Τώρα, όμως, δεν είμαι πια και τόσο σίγουρη. Το κεφάλι μου και η καρδιά μου, τα τόσο μικρά και τα δυό, δεν μπορούν πλέον να χωρέσουν όλα όσα κάποτε με γέμιζαν και γι αυτό πολλές φορές δεν είμαι και τόσο σίγουρη για το τί θά 'πρεπε να νιώθω, για το τί αισθάνομαι στα αλήθεια.



ΣΚΕΨΗ ΔΕΚΑΤΗ ΤΡΙΤΗ

Εχτές πάλι χάζευα τα καράβια. Μια χρυσόμυγα μου είπε πως είναι επικίνδυνο να πηγαίνω τόσο βαθειά στη θάλασσα. Όμως, εγώ θέλω να πηγαίνω σε εκείνα τα βραχάκια, γιατί μονάχα εκεί αισθάνομαι πραγματικά απομονωμένη. Δυστυχώς το νησί μου δε μου βγήκε τόσο α΄δειο όσο το ήθελα. Τώρα σκέφτομαι με μελαγχολία πως θά 'πρεπε να είχα ζητήσει να γίνω πεταλίδα σε έναν από αυτούς τους βράχους. Εκεί θα τα είχα ξεχάσει σίγουρα όλα.

Wednesday, March 26, 2008

Peter Bichsel: Ein Tisch ist ein Tisch - Πέτερ Μπίξελ: ένα τραπέζι είναι ένα τραπέζι


Pablo Picasso. Bread and Fruit Dish on a Table. 1909. Oil on canvas. Kunstmuseum Basel, Basel, Switzerland



Θέλω να σας διηγηθώ για έναν γηραιό άνδρα, για έναν άνδρα, που δεν λέει πλέον λέξη, έχει ένα κουρασμένο πρόσωπο, πολύ κουρασμένο για να χαμογελάει και πολύ κουρασμένο για να είναι θυμωμένο.
Μένει σε μια μικρή πόλη, στο τέλος ενός δρόμου ή κοντά σε μια διασταύρωση. Δεν ωφελεί να τον περιγράψω, δεν διαφέρει σχεδόν σε τίποτε από τους άλλους. Φορά ένα γκρίζο καπέλο, ένα γκρίζο παντελόνι, ένα γκρίζο πανωφόρι και το χειμώνα ένα μακρύ γκρίζο παλτό και έχει έναν λεπτό λαιμό, του οποίου το δέρμα είναι ξηρό και ζαρωμένο, τα άσπρα κολάρα του είναι πολύ φαρδιά.
Έχει το δωμάτιό του στον πάνω πάνω όροφο του κτηρίου, ίσως να υπήρξε παντρεμένος και να είχε παιδιά, ίσως να έμενε παλαιότερα σε μιαν άλλη πόλη. Σίγουρα υπήρξε κάποτε παιδί, αλλά αυτό ήταν σε μιαν εποχή, που τα παιδιά ήταν ντυμένα όπως οι ενήλικες. Τα βλέπει κανείς έτσι στο φωτογραφικό άλμπουμ της γιαγιάς.
Στο δωμάτιό του υπάρχουν δύο καρέκλες, ένα τραπέζι, ένα χαλί, ένα κρεββάτι και μια ντουλάπα. Επάνω σε ένα μικρό τραπέζι υπάρχει ένα ξυπνητήρι, δίπλα του μια παλιά εφημερίδα και ένα φωτογραφικό άλμπουμ, στον τοίχο κρέμεται ένας καθρέφτης και ένας πίνακας.
Ο γηραιός άνδρας πήγαινε τα πρωινά έναν περίπατο και τα απογεύματα έναν περίπατο, αντάλασσε μερικές κουβέντες με τον γείτονά του και τα βράδια καθόταν στο τραπέζι του.
Αυτό δεν άλλαζε ποτέ, ακόμα και τις Κυριακές γινόταν έτσι. Και όταν ο άνδρας καθόταν στο τραπέζι, άκουγε το τικ-τακ του ξυπνητηριού, πάντοτε το τικ-τακ του ξυπνητηριού.
Και τότε μια φορά ήταν μια ιδιαίτερη μέρα, μια μέρα με ήλιο, όχι πολύ καυτή, όχι πολύ κρύα, με κελαηδήματα πουλιών, με φιλικούς ανθρώπους, με παιδιά που έπαιζαν - και το ιδιαίτερο ήταν, ότι όλα αυτά άρεσαν ξαφνικά στον άνδρα.-
Χαμογέλασε.
"Τώρα θα αλλάξουν όλα", σκέφτηκε. Ξεκούμπωσε το πάνω πάνω κουμπί του πουκαμίσου, πήρε το καπέλο στο χέρι, τάχυνε το βήμα του, μέχρι που λίκνιζε τα γόνατά του καθώς βάδιζε και χαιρόταν. Έφτασε στο δρόμο του, έγνεψε στα παιδιά, πήγε μπροστά από το σπίτι του, ανέβηκε τη σκάλα, έβγαλε το κλειδί από την τσέπη και άνοιξε το δωμάτιο.
Αλλά στο δωμάτιο ήταν όλα απαράλλαχτα, ένα τραπέζι, δυο καρέκλες, ένα κρεββάτι. Και όπως κάθισε ξανάκουσε το τικ-τακ και όλη του η χαρά χάθηκε, γιατί δεν είχε αλλάξει τίποτε. Και μια μεγάλη οργή κατέλαβε τον άνδρα. Είδε στον καθρέφτη το πρόσωπό του να κοκκινίζει, είδε, πώς μισόκλεισε τα μάτια. Μετά έσφιξε τα χέρια του σε γροθιές, τα σήκωσε και χτύπησε με αυτά την επιφάνεια του τραπεζιού, πρώτα ένα μόνο χτύπημα, μετά κι άλλο και μετά άρχισε να τα κοπανά επάνω στο τραπέζι και να ωρύεται συνεχώς:
"Πρέπει να αλλάξει κάτι". Κι έπαψε να ακούει το ξυπνητήρι. Μετά τα χέρια του άρχισαν να πονάνε, η φωνή του βράχνιασε και τότε ξανάκουσε το ξυπνητήρι και τίποτε δεν άλλαζε.
"Πάντα το ίδιο τραπέζι", είπε ο άνδρα, "οι ίδιες καρέκλες, το τραπέζι, η ζωγραφιά. Και το τραπέζι το λέω τραπέζι, τον πίνακα τον λέω πίνακα, το κρεββάτι λέγεται κρεββάτι και την καρέκλα την ονομάζουμε καρέκλα. Και γιατί άραγε;" Οι Γάλλοι λένε το κρεββάτι "λι", το τραπέζι "τάμπλ", τον πίνακα τον λένε "ταμπλό' και την καρέκλα "σέζ", και καταλαβαίνονται. Και οι Κινέζοι καταλαβαίνονται επίσης.
"Γιατί δεν λέγεται το κρεββάτι πίνακας", σκέφτηκε ο άνδρας και χαμογέλασε, κατόπιν γέλασε, γέλασε, μέχρι που οι γείτονες χτύπησαν τον τοίχο και φώναξαν "Ησυχία".
"Τώρα θα το αλλάξω", φώναξε και από δω και εμπρός το κρεββάτι το έλεγε πίνακα.
"Είμαι κουρασμένος, θέλω να πάω στον πίνακα", είπε και το πρωί έμενε συχνά παραπάνω στο κρεββάτι και σκεφτόταν, πώς ήθελε να λέει τώρα την καρέκλα και ονόμασε την καρέκλα "ξυπνητήρι". Πού και πού ονειρευόταν κιόλας στην καινούργια γλώσσα και στη συνέχεια μετέφρασε τα τραγούδια από τα σχολικά του χρόνια και τα σιγοτραγουδούσε.
Έτσι λοιπόν σηκωνόταν, ντυνόταν, καθόταν επάνω στο ξυπνητήρι και στήριζε τους αγκώνες του πάνω στο τραπέζι. Αλλά το τραπέζει δεν λεγόταν πια τραπέζι, τώρα λεγόταν χαλί. Επομένως το πρωί ο άνδρας άφηνε τον πίνακα, ντυνόταν καθόταν στο χαλί επάνω στο ξυπνητήρι και σκεφτόταν, τι μπορούσε να πει πώς.
Το κρεββάτι το έλεγε πίνακα. Το τραπέζι το έλεγε χαλί. Την καρέκλα την έλεγε ξυπνητήρι. Την εφημερίδα την έλεγε κρεββάτι. Τον καθρέφτη τον έλεγε καρέκλα. Το ξυπνητήρι το έλεγε φωτογραφικό άλμπουμ. Την ντουλάπα την έλεγε εφημερίδα. Το χαλί το έλεγε ντουλάπα. Τον πίνακα τον έλεγε τραπέζι. Και το φωτογραφικό άλμπουμ το έλεγε καθρέφτη.
Επομένως:
Το πρωί ο γηραιός άνδρας έμενε αρκετά στον πίνακα, στις εννέα χτυπούσε το άλμπουμ, ο άνδρας σηκωνόταν και στεκόταν πάνω στην ντουλάπα, για να μην κρυώσουν τα πόδια του, μετά έπαιρνε τα ρούχα του από την εφημερίδα, ντυνόταν, κοιτούσε σην καρέκλα στον τοίχο, στη συνέχεια καθόταν επάνω στοι ξυπνητήρι στο χαλί, ξεφύλλιζε τον καθρέφτη, μέχρι που έβρισκε το τραπέζι της μητέρας του.
Ο άνδρας το βρήκε αστείο και εξασκούνταν όλη μέρα και μάθαινε τις νέες λέξεις.
Τώρα μετονομάζονταν όλα: δεν ήταν πια ένας άνδρας, αλλά ένα πόδι και το πόδι ήταν ένα πρωί και το πρωί ένας άνδρα.
Τώρα μπορείτε να συνεχίσετε μόνοι σας την ιστορία. Και τότε μπορείτε, όπως έκανε και ο άνδρας, να μετονομάσετε και τις άλλες λέξεις:
χτυπώ σημαίνει τοποθετώ, κρυώνω σημαίνει κοιτάζω, είμαι ξαπλωμένος σημαίνει χτυπώ, στέκομαι σημαίνει κρυώνω, τοποθετώ σημαίνει φυλλομετρώ.
Κι έτσι θα πούμε: Τον άνδρα χτυπούσε το γηραιό πόδι αρκετά στον πίνακα, στις εννέα τοποθετούσε το άλμπουμ, το πόδι κρύωνε πάνω και φυλλομετρούταν από την ντουλάπα, για να μην κοιτάζει το πρωινό. Ο γηραιός άνδρας αγόρασε μπλε μαθητικά τετράδια και τα γέμισε με τις καινούργιες λέξεις και είχε τόση πολλή δουλειά με αυτό, που σπάνια πια τον έβλεπαν στο δρόμο. Κι έτσι μάθαινε για όλα τα πράγματα τις καινούργιες ονομασίες και ξεχνούσε ολοένα και περισσότερο τις σωστές. Τώρα είχε μια νέα γλώσσα, που ανήκε μονάχα σε εκείνον. Σύντομα του έπεφτε ακόμη κι η μετάφραση δύσκολη, είχε ξεχάσει σχεδόν την παλιά του γλώσσα και έπρεπε να ψάχνει τις σωστές λέξεις στα μπλε του τετράδια. Και έτσι φοβόταν να μιλάει με τον κόσμο. Έπρεπε να σκέφτεται ώρα, πώς ονόμαζε ο κόσμος τα πράγματα.
Τον πίνακά του οι άνθρωποι τον έλεγαν κρεββάτι. Το χαλί του οι άνθρωποι το έλεγαν τραπέζι. Το ξυπνητήρι του οι άνθρωποι το έλεγαν καρέκλα. Το κρεββάτι του οι άνθρωποι το έλεγαν εφημερίδα. Την καρέκλα του οι άνθρωποι την έλεγαν καθρέφτη. Το άλμπουμ του το έλεγαν οι άνθρωποι ξυπνητήρι. Την εφημερίδα του την έλεγαν οι άνθρωποι ντουλάπα. Την ντουλάπα του την έλεγαν οι άνθρωποι χαλί. Το ν καθρέφτη του τον έλεγαν οι άνθρωποι φωτογραφικό άλμπουμ. Το τραπέζι του το έλεγαν οι άνθρωποι πίνακα.
Και έτσι έφτασε στο σημείο που ο άνδρας έπρεπε να γελάει, όταν άκουγε τον κόσμο να μιλάει. Έπρεπε να γελάει όταν άκουγε κάποιον να λέει: "Θα πάτε κι εσείς΄αύριο στον ποδοσφαιρικό αγώνα;"
Ή όταν κάποιος έλεγε: "Τώρα βρέχει ήδη εδώ και δυο μήνες." Ή όταν κάποιος έλεγε."Έχω ένα θείο στην Αμερική"
Δεν μπορούσε παρά να γελάσει, γιατί δεν τα καταλάβαινε όλα αυτά.
Αλλά αυτή δεν είναι μια αστεία ιστορία. Άρχισε στενάχωρα και σταματά στενάχωρα. Ο γηραιός άνδρας με το γκρίζο παλτό δεν μπορούσε πλέον να καταλάβει τον κόσμο, αυτό δεν ήταν τόσο κακό. Πολύ χειρότερο ήταν, ότι ο κόσμος δεν μπορούσε πια να τον καταλάβει. Και γι αυτό δεν ξαναείπε τίποτε πλέον. Σώπαινε, μιλούσε μονάχα στον εαυτό του και ούτε χαιρετούσε πια.

[μέτάφραση: Stardustia]


και για όσους θέλουν το πρωτότυπο: Peter Bichsel:Ein Tisch ist ein Tisch

Friday, March 7, 2008

κανωπικά αγγεία




Ο πόνος είχε σχεδόν περάσει. Το σώμα είχε αδειάσει επιτέλους και είχε αφεθεί αφυδατωμένο στην ησυχία του. Ο πόνος είχε σχεδόν ξεχαστεί. Ο εγκέφαλος είχε αφαιρεθεί, δεν υπήρχε για να καταγράφει, να αποφασίζει, να διατάζει.

Τώρα πια όλα ήταν ένα απέραντο σκοτάδι και ένα συνεχές μούδιασμα. Ήταν σκοτεινά και στενάχωρα εκεί μέσα, εκεί κρεμμυδωμένο με επάλληλες στρώσεις, με την εγγύτερη σε αυτό στρώση να έχει γίνει ένα δεύτερο δέρμα, δεμένο με τέχνη σε λωρίδες.

Όλα ήταν ένα ατελείωτο τώρα, κολλημένο στον τελευταίο χτύπο της καρδιάς, αφυδατωμένης πια και αυτής, μια βασανιστική ελπίδα για ένα ανούσιο πάντα, η αδιάφορη διατήρηση μιας μη-κατάστασης, όπου ό,τι είχε σημασία είχε πλέον χαθεί ή ξεχαστεί.

Κι όμως το σώμα αν και αγκυλωμένο, έμοιαζε σα να πάλευε ακόμη.

Απέραντο σκοτάδι, συνεχές μούδιασμα, ένα αίσθημα ασφυξίας διέτρεχε τη ραχοκοκκαλιά του και την άδεια θωρακική του κοιλότητα, μιας και τα πνευμόνια του βρίσκονταν πλέον στο ένα από τα τέσσερα κανωπικά αγγεία, εκείνο που προστάτευε η Νέφθυς και ο Χαπύ.

Τίποτε δεν θα άλλαζε, ακόμη κι αν το αγκυλωμένο σώμα προσπαθούσε να παλέψει: η σαρκοφάγος έμοιαζε τώρα να κλείνει πιο σφιχτά τα χρυσοποίκιλτα σαγόνια της.

Και το ατελείωτο τώρα, η μάταιη ελπίδα για ένα ανούσιο πάντα κατρακύλησε επιτέλους μέσα στα μαύρα μάτια του Ανουβη.

Wednesday, March 5, 2008

Μνήμες

Asha Menghrajani "Αναμνήσεις από το Μέλλον"




Ασφυκτιούσε και πάλι εκεί, με τα κορμιά τριγύρω του να τον ακουμπούν και να τον τυλίγουν, ανάσες, μυρωδιές, ακόμη κι οι ξένες σκέψεις τους έπεφταν βαριές επάνω στο κουρασμένο κεφάλι του.

Ασφυκτιούσε και το μυαλό του, με τις σκέψεις τριγύρω του να τον πολιορκούν και να τον βάλλουν, εικόνες, σπασμένες φράσεις, ακόμη κι οι ξένες μνήμες τους έπεφταν επάνω στο κουρασμένο μυαλό του.

Ασφυκτιούσαν και οι μνήμες του, με τόσους παρείσακτους τριγύρω, μια να πιέζουν, μια να τραβούν βίαια το σκέπαστρο που τις κρατούσε εκεί μέσα, προφυλαγμένες, ζουληγμένες, παραχωμένες.

Το σκέπαστρο κύλησε, ήχος μεταλλικός από καπάκι, έσκυψε με κόπο να το πιάσει, όλο αγωνία, τόσα πόδια ανάμεσα, τόσα σώματα, άλλα νέα και σφριγηλά, άλλα γηραιά μα περήφανα, πολλά τόσο παρετημένα, άπλωσε το χέρι να το πιάσει αλλά το δοχείο έγειρε περισσότερο, απότομα, επόμενη στάση, μέρος κεντρικό, το πλήθος αποδεκατίστηκε, απέμεινε σχεδόν μόνος του, πεσμένος στα τέσσερα να προσπαθεί, να προσπαθεί να μαζέψει τις σκέψεις, τις μνήμες, κυλούν, άλλες σαν βώλοι, άλλες σαν όστρακα, μαζεμένα παλιά, κάποιο ξέγνοιαστο καλοκαίρι.

Όστρακα, χυμένα, σπασμένα, διπλά, ελικοειδή, κτενοειδή, χρωματιστά, μονόχρωμα, γυαλιστερά...

Πού πήγαν όλα, όστρακα, μνήμες, βότσαλα, σκέψεις, πού χάθηκαν, πού είναι;

Monday, February 25, 2008

ένα[;] βιβλίο για τον cropper


Πάνω που ετοιμαζόμουνα να ανεβάσω κείμενο, είδα το βιβλιοφιλικό μπλογκοπαίγνιο που έχει ξεκινήσει εδώ και λίγες μέρες και επειδή μου φάνηκε αρκετά πρωτότυπο είπα να λάβω μέρος...

Διάβασα λοιπόν προσεκτικά τις οδηγίες... οκ, σκέφτηκα, πόσο δύσκολο να είναι;

1. "Πιάσε το βιβλίο που βρίσκεται πιο κοντά σε σένα."

Ναι, οκ, το έκανα... είναι der Doppelgänger [o σωσίας] του Ζοσέ Σαραμάγκου, σε γερμανική μετάφραση...


2. Άνοιξε το βιβλίο στη σελίδα 123 (αν το βιβλίο διαθέτει λιγότερες από 123 σελίδες, άφησέ το και πήγαινε στο επόμενο κοντινότερο).

Το έκανα, αλλά... ουπς πρόβλημα, είμαι ακόμη στη σελίδα 64, η πλοκή και η πυκνή γραφή αυτού του υπέροχου Πορτογάλου με έχει συνεπάρει, να πάρει, κι αν σε αυτήν τη σελίδα μου μαρτυρηθεί κάτι που μετά χτυπάω το κεφάλι μου;
Άστο καλύτερα, λέω.


Ξαναπάω στο 1. και απλώνω το χέρι, ε, όχι, πάλι γερμανικό: το "lautlos" του Frank Schätzing, του τυπά που έγραψε και "το σμήνος". Καλό πολιτικό θρίλερ, έτσι για ποικιλία, και επίκαιρο, γιατί έχει να κάνει με το Κόσοβο, και διαβασμένο ολόκληρο, οπότε... δεν με πειράζει για το σασπένς, και με 600 τόσες σελίδες, αλλά στα γερμανικά... άσε... αφού το υλικό πρέπει να είναι αυθεντικό..

'Αντε πάλι στο 1. [και μετά cropper, μου λες ότι έτσι βγαίνει στο τσάκα-τσάκα ποστ... ;-)]

Απλώνω το χέρι και πιάνω το "περί τυφλότητας", ω, ναι! του Ζοσέ Σαραμάγκου [τό 'χω αυτό, καμιά φορά με πιάνει να διαβάζω δυο-τρία απανωτά από έναν συγγραφέα... ε, τώρα είμαι στο τρίτο... πριν από αυτό είχα διαβάσει και το "περί θανάτου", το καλοκαίρι το "όλα τα ονόματα" -αλλά αυτό το τελευταίο δε μετράει, υποθέτω, έχει περάσει καιρός και έχουν μεσολαβήσει τόσα άλλα...-]

Πώς είπαμε; Οκ, σελ. 123.

3. Βρες την πέμπτη περίοδο (=από τελεία σε τελεία, αν θυμάσαι) της σελίδας.

Πρόβλημα. Όχι εγώ, ο Σαραμάγκου. Έχει πρόβλημα με τις τελείες. Σχεδόν, λες και τις ξεχνάει... Εγώ δε μασάω, έχω διαβάσει γερμανικά κείμενα, δυο σελίδες μια περίοδος, που λέει ο λόγος, αλλά για να δούμε...

Οκ. Τυχεροί είμαστε, πέσαμε σε σχετικά απλό σημείο.

4. Ανάρτησε τις επόμενες τρεις περιόδους (δηλ. την έκτη, την έβδομη και την όγδοη).

Φύγαμε, κι όποιος κατάλαβε, κατάλαβε:

"Κουνούσαν τα πόδια τους νευρικά, ανυπόμονα. Ήξεραν ότι έπρεπε να βγουν στον εξωτερικό περίβολο για να περισυλλέξουν τα κιβώτια που οι στρατιώτες, τηρώντας την υπόσχεσή τους, θα άφηναν ανάμεσα στην πύλη και τη σκάλα, και φοβούνταν ότι κάποια παγίδα, κάποιο κόλλημα υπήρχε εκεί, Και ποιος μας λέει ότι δεν θα πυροβολήσουν κι εμάς, Μετά απ' αυτό που έκαναν είναι ικανοί για όλα, Δεν μπορούμε να τους έχουμε εμπιστοσύνη, Εγώ δε βγαίνω έξω, Ούτε κι εγώ, ΄Κάποιος πρέπει να πάει αν θέλουμε να φάμε, Δεν ξέρω αν είναι καλύτερα να πεθάνουμε από μια σφαίρα ή να πεθάνουμε λίγο λίγο από την πείνα, Εγώ θα πάω, Κι εγώ, Δε χρειάζεται να πάμε όλοι, Μπορεί να μην αρέσει αυτό στους στρατιώτες, Ή να τρομάξουν, να νομίσουν ότι θέλουμε να δραπετεύσουμε, ίσως γι' αυτό να σκότωσαν κι εκείνον με το πόδι, Πρέπει να πάρουμε μια απόφαση, Πρέπει να πάρουμε κάθε προφύλαξη, μην ξεχνάτε τι έγινε χθές, ούτε λίγο ούτε πολύ είχαμε εννιά νεκρούς, Οι στρατιώτες μάς φοβήθηκαν, Κι εγώ φοβάμαι αυτούς, Θα ήθελα πολύ να ξέρω αν τυφλώνονται κι αυτοί, Ποιοι αυτοί, Οι στρατιώτες, Κατά τη γνώμη μου θά 'πρεπε νά είναι οι πρώτοι. Συμφώνησαν όλοι σε αυτό, χωρίς ωστόσο να αναρωτηθούν γιατί, κανείς δε βρέθηκε να δώσει ένα καλό επιχείρημα, Γιατί έτσι δε θα μπορούσαν να πυροβολήσουν, Ο χρόνος κυλούσε το μεγάφωνο παρέμενε σιωπηλό."

5. Ζήτα από πέντε ανθρώπους να κάνουν το ίδιο.

Μπααααα, δε νομίζω... προχτές προσκάλεσα ήδη σε ένα μπλογκοπαίγνιο... άσε... θα κάνω όπως κι ο cropper, όποιος έχει κέφι, ας δει τι βιβλίο θα πιάσει, αν απλώσει το χέρι του...

ΥΓ Το παραπάνω απόσπασμα είναι από το προαναφερόμενο βιβλίο σε μετάφραση Αθηνάς Ψύλλια, εκδόσεις Καστανιώτη από τη σειρά "Συγγραφείς απ΄όλο τον κόσμο"

Sunday, February 17, 2008

δύο ποιήματα για τον numb


Ο numb με προσκάλεσε σε μπλογκοπαίγνιο-αντίστασης ενάντια σε όλα αυτά που ευτελίζουν τελευταία τη ζωή μας, ή που τουλάχιστον έχουν αυτόν τον σκοπό.
Και άργησα λιγάκι, επειδή ακριβώς είναι τόσα αυτά που θα μπορούσα να ξεδιαλέξω...

Με τη σειρά μου προσκαλώ τον helorus, τη Μάτα, τον Μάρκο, τον lust-time, τον Equilibrium, τον Σοκολάτα, τον Ζέλιγκ, τον http://k-osie.blogspot.com/, τη Νερίνα και φυσικά όποιον άλλον θέλει να διαλέξουν και να ανεβάσουν από ένα[;] ποίημα...
Έτσι, για να γεμίσει λιγάκι ποιήματα η μπλογκόσφαιρα, αν και κάποιοι από εσάς γράφεται τα δικά σας αληθινά διαμαντάκια...

Numb, ελπίζω να σου αρέσει η επιλογή μου...
[Cropper δε σε προσκάλεσα γιατί είδα ότι έλαβες μια πολύ ωραία πρόσκληση για νέο παιχνίδι... μπορεί να αυτοκληθώ και να παίξω και εγώ!!!]


ΤΟ ΦΥΛΛΟ ΤΗΣ ΛΕΥΚΑΣ
Γιώργος Σεφέρης, " Ημερολόγιο Καταστρώματος Α'


Έτρεμε τόσο που το πήρε ο άνεμος
Έτρεμε τόσο πώς να μην το πάρει ο άνεμος
πέρα μακριά
μια θάλασσα
πέρα μακριά
ένα νησί στον ήλιο
και τα χέρια σφίγγοντας τα κουπιά
πεθαίνοντας την ώρα που φάνηκε το λιμάνι
και τα μάτια κλειστά σε θαλασσινές ανεμώνες.

Έτρεμε τόσο πολύ
το ζήτησα τόσο πολύ
στη στέρνα με τους ευκαλύπτους
την άνοιξη και το φθινόπωρο
σ’ όλα τα δάση γυμνά
θεέ μου το ζήτησα.


Metaphors of a magnifico, by Wallace Stevens / right-brain, left-brain

Twenty men crossing a bridge,
Into a village,
Are twenty men crossing twenty bridges,
Into twenty villages,
Or one man
Crossing a single bridge into a village.

This is old song
That will not declare itself...

Twenty men crossing a bridge,
Into a village,
Are
Twenty men crossing a bridge
Into a village.

That will not declare itself
Yet is certain as meaning...

The boots of the men clump
On the boards of the bridge.
The first white wall of the village
Rises through fruit-trees.
Of what was it I was thinking?

So the meaning escapes.

The first white wall of the village...
The fruit trees...

Wednesday, February 13, 2008

Απορία



Τι να είμαι τάχα;

Μήπως ένα κομμάτι σύμπαντος, ένα αστραποβόλο κομμάτι του Γαλαξία, ένα νεφέλωμα, λίκνο μεγάλων έναστρων ελπίδων; [Άραγε θα τις πραγματοποιήσω ή είμαι μια απλή έκλαμψη, γραφτό να σβήσει όπως γεννήθηκε;]

Τι να είμαι τάχα;

Μήπως είμαι ένα κομμάτι γης ιδωμένο από ψηλά ημέρα που φυσούσε ο άνεμος Σιμούν κάτω στη Σαχάρα και σε μένα έφτασε μονάχα η αμμώδης ανάμνηση της ανάσας του, μιας ανάσας καυτής και θολής, σαν αυτήν που σκονίζει όλη την πόλη με το βάρος της;

Τι να είμαι τάχα;

Μήπως είμαι ένα κύμα της θάλασσας πνιγμένο μέσα σε μια πετρελαιοκηλίδα, με τον ήλιο να με καταδέχεται ακόμη και να παιχνιδίζει απαλά με το μολυσμένο μου σώμα; Ακόμη...

Τι να είμαι τάχα;

Μήπως ένα κομμάτι μάρμαρο που ένας σεισμός με ξεγέννησε από τα σπλάχνα της μάνας μου, ένα κομμάτι μάρμαρο με σκούρα νερά, όχι λευκό και αψεγάδιαστο, που ποτέ δεν θα καταφέρει να βγει από το κουκούλι του ως άγαλμα, αφού κανένας γλύπτης δεν θα χαϊδέψει με τα εμπνευσμένα χέρια του τον όγκο μου…

Αλήθεια, τι να είμαι τάχα;

Wednesday, February 6, 2008

Ανατολή


arctic wonderland by Canadian Beaver 247

Ανέτειλε ο ήλιος και πάλι στο σύμπαν μου και ανάσανα...
σιγά σιγά οι λέξεις θα αρχίσουν να σηκώνουν τα κεφαλάκια τους
να ήδη κάποιες πρώτες σκέψεις άρχισαν να φαίνονται στον ορίζοντα.

Thursday, January 10, 2008

Απουσία


η Stardustia θα κρυφτεί για λίγο πίσω από ένα νεφέλωμα.
[Η τροχιά της την έσπρωξε αδυσώπητα έως εκεί...]

Για τις επόμενες δύο εβδομάδες η αστερόσκονη θα πάψει να ίπταται ελεύθερη και τα σήματα από το σύμπαν μου θα σιγήσουν...

ελπίζω να σας ξαναβρώ, όταν επιστρέψω...


ΥΓ Ζητώ συγγνώμη από όλους τους φίλους που εδώ και κάμποσο καιρό έπαψα να επισκέπτομαι: προετοιμασίες δεν μου επέτρεπαν να κοιτώ μέσα από το τηλεσκόπιό μου άλλους κόσμους...