Showing posts with label θαλάσσια ανεμώνη. Show all posts
Showing posts with label θαλάσσια ανεμώνη. Show all posts

Friday, October 26, 2007

Θαλάσσια ανεμώνη [15ο απόσπασμα]


[1ο απόσπασμα], [2ο απόσπασμα], [3ο απόσπασμα],
[4ο απόσπασμα], [5ο απόσπασμα], [6ο απόσπασμα],
[7ο απόσπασμα], [8ο απόσπασμα], [9ο απόσπασμα],
[10ο απόσπασμα], [11ο απόσπασμα], [12ο απόσπασμα],
[13ο απόσπασμα],[14ο απόσπασμα]
Έκλεισε τα μάτια. Πόσο νύσταζε στα αλήθεια…
Το σελάχι την σήκωσε απαλά και την πήγε στο κρεβάτι, εκεί την ακούμπησε στο κρεβάτι, ήταν βαθύ κι έμοιαζε να βουλιάζει μέσα του. Ναι, νύσταζε πολύ, του έριξε όμως μια ματιά και το σελάχι έσκυψε και τη φίλησε τρυφερά στο στόμα, στο μέτωπο, και στον αγαπημένο του λαιμό.
«Κοιμήσου, καρδιά μου» της είπε και έφυγε.

Όταν άνοιξε τα μάτια της βρισκόταν σε ένα νησί.
Ολόγυρα μια σκούρα μαβιά αγκαλιά, ένα εξημερωμένο θηρίο κι εκείνη εκεί, κάτω από ένα μοναχικό δέντρο, στην παραλία.
Ένιωθε περίεργα, λες και ο αέρας που φυσούσε την διαπερνούσε, ένιωθε κρυστάλλινη μαζί κι αιθέρια.
Κοίταξε τα χέρια της, γαλαζωπές διάφανες απολήξεις. Διέκρινε μικρά μικρά ζωντανά κοκκινωπά αστράκια να αργοκυλούν στις φλέβες της, μισοδιάφανα κι αυτά.
Όλο της το σώμα κυανό, διάφανο, αέρινο, πανάλαφρο.
Μια φυσαλίδα.
Χτύπησε ελαφρά τα πόδια της και άρχισε να αιωρείται στον αέρα. Μια γαλήνη, μια απέραντη χαρά απλώθηκε μέσα της, τα αστράκια στις φλέβες της άρχισαν να ιριδίζουν και να πάλλονται…

Είχε ανοίξει τις φτερούγες της και κολυμπούσε στον αέρα, χόρευε στο κενό, πετούσε, πετούσε και αυτό ήταν μια αίσθηση καινούργια μαζί και οικεία: βρισκόταν σε έναν νεογέννητο κόσμο, όπου η θάλασσα χαμογελούσε ήρεμη εκεί κάτω: κοιτούσε μια το μαβί υγρό στοιχείο και μια το μοναχικό στολίδι του μικρού κομματιού γης που μόλις είχε αφήσει. Στροβιλιζόταν ακούραστα μέσα στον αέρα, μέσα στο δικό της στοιχείο. Τα φτερά της έπαιζαν σίγουρα με τα ρεύματα, μια ανέβαινε ψηλά ψηλά, μια ιριδίζουσα κουκκίδα στον ουρανό, μια εφορμούσε γελώντας, αγγίζοντας πότε λίγο νερό, πότε ακουμπώντας λίγη άμμο ή ένα από τα φυλλαράκια του δέντρου.


[…]
Καθισμένη πάνω στην άμμο χάζευε από ώρα τον ορίζοντα και γελούσε μόνη της όταν ξαφνικά μια άλλη γυαλιστερή κουκκίδα της κίνησε την προσοχή: ερχόταν προς το μέρος της, ή τουλάχιστον έτσι έδειχνε αν και ήταν ακόμη μακριά. Ήταν κάποιο πετούμενο, μεγάλο κι όμορφο, που ανεμοπορούσε…

Το άλμπατρος την είχε δει και την πλησίαζε γοργά. Η καρδιά της φτερούγισε: το δυνατό πουλί με τις υπέροχες φτερούγες άρχισε να κατεβαίνει προς την παραλία, έψαχνε να βρει το κατάλληλο σημείο για να ξεκινήσει την επεισοδιακή του κάθοδο… πώς δυσκολεύονται πάντοτε αυτά τα πουλιά, όποτε αφήνουν ή ξαναβρίσκουν το έδαφος…
Τώρα, έχοντας επιτέλους προσγειωθεί την πλησίαζε με το ατσούμπαλο περπάτημά του, η μορφή του της φάνηκε γνωστή και ας μην την είχε ξανασυναντήσει, τα μάτια του ιρίδιζαν.
Αρχικά το νεαρό πουλί κρατήθηκε σε μια μικρή απόσταση, άπλωσε τις φτερούγες του και τα τέντωσε σαν να είχε πιαστεί και αφού τα χτύπησε μια δυο φορές δυνατά, την πλησίασε περισσότερο.
Καθώς είχε αφήσει τις φτερούγες του να μισοκρέμονται και το είχε το ράμφος μισάνοιχτο αναρωτήθηκε μήπως ήταν πεινασμένο, ή διψασμένο.
Άπλωσε το χέρι της και εκείνο την τσίμπησε απαλά.
«Τι κάνεις εσύ εδώ;» αναρωτήθηκε δυνατά και προσπάθησε να το χαϊδέψει απαλά στο κεφάλι. Το άλμπατρος υπέμεινε το χάδι αλλά με τα ιριδίζοντα μάτια του όργωνε ασταμάτητα τον ουρανό.

Θυμήθηκε λοιπόν ότι είχε κάποτε διαβάσει για αυτά τα περίεργα πουλιά, που ζούσαν σαν μονογαμικοί ερημίτες: ζευγάρωναν κάθε δυο χρόνια πάντοτε με τον ίδιο σύντροφο, αλλά ζούσαν μονάχοι διασχίζοντας θάλασσες και ωκεανούς, ικανοί ανεμοπόροι που προτιμούν τις καταιγίδες και τις θύελλες από τις απάνεμες ημέρες…

Και να σε λίγο το νεαρό ζωντανό αστραποβόλησε: τα μάτια του αναγνώρισαν το ταίρι του που πλησίαζε το νησί τους. Τό σώμα του ριγούσε από προσμονή, ένιωσε ξένη ανάμεσά τους, σηκώθηκε και άφησε μονάχο του το άλμπατρος και τότε ξαφνικά ένιωσε αόρατα χέρια να την ακουμπάνε, να τη χαϊδεύουν τρυφερά, στα αυτιά της έφτανε ένας αγαπημένος ψίθυρος, ο ουρανός σκεπάστηκε μεμιάς από σκοτεινούς καβαλλάρηδες, οι οπλές των αλόγων τους σπίθιζαν και βροντούσαν: η καταιγίδα είχε βρει το νησί και από κάπου εντελώς παράταιρα ακούγονταν παραθυρόφυλλα να χτυπάνε, πόρτες να κλείνουν με βρόντο.

Άνοιξε τα μάτια, ήταν ξαπλωμένη, εξουθενωμένη ακόμη, στο κρεββάτι της, έξω ο άνεμος και το αστραποβρόντι χαλούσαν τον κόσμο. Δίπλα της ο λύκος, με μάτια κεχριμπαρένια την κοιτούσε με μια περίεργη λαχτάρα. Τον κοίταξε και έκανε να σηκωθεί να τον αγκαλιάσει. Όμως, καθώς ανασηκωνόταν, τα μαλλιά που γλύστρησαν προς τα πίσω, άφησαν να φανεί ο λαιμός της: λίγο πιο πάνω από τη βάση του λαιμού της, στα αριστερά, φάνηκε το περίγραμμα του μικρού σελαχιού.

Monday, July 23, 2007

Θαλάσσια ανεμώνη [14ο απόσπασμα]


[1ο απόσπασμα], [2ο απόσπασμα], [3ο απόσπασμα],
[4ο απόσπασμα], [5ο απόσπασμα], [6ο απόσπασμα],
[7ο απόσπασμα], [8ο απόσπασμα], [9ο απόσπασμα],
[10ο απόσπασμα], [11ο απόσπασμα], [12ο απόσπασμα],
[13ο απόσπασμα]
Με την πλάτη έκλεισε την πόρτα σπρώχνοντάς την απαλά. Ακούμπησε για λίγο επάνω της, ένας Αίαντας που γύρευε μάταια να πάρει δύναμη από το ξύλο της, μονάχα τα χώμα του δάσους της θα την έσωζε τώρα, μα η πλημμυρίδα είχε πια σκεπάσει οριστικά τα πάντα. Παντού νερό, φυσαλίδες, πλοκάμια από τη θαλάσσια ανεμώνη, παντού η επιβλητική σκιά του μαύρου σελαχιού.
Τα μαλλιά της σφύριζαν, τα μάτια της πονούσαν. Αυτά τα μεταλλικά κι αστραφτερά μάτια όργωναν βαθιά το καστανόχωμα των δικών της. Ένιωθε να μουδιάζει ολόκληρη από το κρύο του ατσαλιού τους. Ζαλισμένη άπλωσε το χέρι της να κρατηθεί από τη ράχη της πολυθρόνας, καθώς τον πλησίαζε. Το χέρι της τρυπήθηκε από έναν αχινό. Έβγαλε ένα σιγανό ήχο πόνου αλλά αγνόησε την παλάμη που την έκαιγε.

Το ζευγάρι σκούρα αστραποβόλα μάτια την παρακολουθούσαν συνεχώς. Με κάθε της βήμα τα έβλεπε και πιο καθαρά να στοχεύουν το κέντρο των δικών της.

Το σελάχι ακίνητο μπροστά της. Το ρεύμα τους είχε φέρει πλέον αντιμέτωπους. Αργά αργά οι δύο μονομάχοι ζύγιζαν ο ένας τον άλλον, σώματα σε ένταση, βλέμματα μια γραμμή, η παλάμη της να καίει, ο λαιμός της, εκεί κοντά στη βάση, στα αριστερά να έχει αρχίσει να αχνοφέγγει. Ματιές ακίνητες, σίγουρες κι αμείλικτες… κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε ακουγόταν σαν σφυγμός της καρδιά της μα οι ματιές τους δεν έλεγαν να χωρίσουν. «Τώρα, τώρα» σκεφτότανε «δεν μπορεί, πρέπει να ελευθερωθούμε», ο λύκος της ήθελε ακόμη δύο ώρες και τριάντα λεπτά για να προσγειωθεί, μάταια, η ίδια δύναμη που την έκανε να θέλει να φύγει, την τραβούσε ταυτόχρονα κοντά στο σελάχι.

Όταν το σελάχι επιτίθεται τα πάντα διαρκούν δευτερόλεπτα: προτού το καταλάβει ήταν μπροστά της, είχε τυλίξει τα φτερά του γύρω της και έτσι γρήγορα, απλά, σήκωσε τρυφερά τα μαλλιά που σκέπαζαν τη βάση του λαιμού της. Στα αριστερά.
Και τότε πάνω από το υπέροχο χαμόγελό του, το γεμάτο ικανοποίηση, αντίκρυσε το πραγματικό χρώμα των ματιών του: είδε σε σκοτεινό βυθό να αργοσαλεύουν μαύρα φύκια κι ανάμεσά τους ασημένια ψαράκια σα λάμψεις να παίζουνε κρυφτό…

Κι έτσι αυθόρμητα και ευγενικά την έκλεισε στην αγκαλιά του και τη φίλησε. Πρώτα στο λαιμό, επάνω στο ασημένιο σημάδι, τον φάρο που αναζητούσε ως απόδειξη του λιμανιού της. Μετά επάνω στην πονεμένη της παλάμη, βγάζοντας τα αγκαθάκια του αχινού που την έκαιγαν. Και μετά φιλί φιλί σκαρφάλωσε στο πρόσωπό της και στο μισάνοιχτο στόμα της.
Ένιωσε την παρουσία του να εφαρμόζει αρμονικά στη δική της αύρα, τα μάτια του να κουμπώνουν ακριβώς στα δικά της και την ψιθυριστή φωνή του να παιχνιδίζει με τις άκριες των λυτών μαλλιών της.
[…]

Δεν ήξερε πια πόση ώρα ήθελε ακόμη ο λύκος της για να προσγειωθεί.

Το σελάχι μιλούσε και η έμπειρη, σίγουρη φωνή του κόμπιαζε καθώς έψαχνε τις λέξεις. Το υπέροχο μυτερό προφίλ του απέμενε πού και πού μετέωρο, τα μάτια του, γαληνεμένα μα γεμάτα παράπονο, έχαναν πού και πού τη σταθερότητά τους.

Είχε ξεφύγει για λίγο από την αγκαλιά του, είχε βγει στο μπαλκόνι και ακουμπούσε, γυρτή, κυνηγόσκυλο που είχε γυρίσει εξαντλημένο από κυνήγι.
Δίπλα της τώρα κι εκείνος στητός, με τις φτερούγες του σε ετοιμότητα για να την προστατέψει από τις σκέψεις και τις τύψεις της.

Γύρισε και τον κοίταξε: με το χέρι της ψηλάφισε αργά, προσεκτικά και τρυφερά το πρόσωπό του. Πρώτα το όμορφο μέτωπό του, που μαρτυρούσε χρόνια και δυσκολίες, και από το οποίο έδιωξε τρυφερά ένα τσουλούφι, μετά την αιχμηρή του μύτη που του έδινε αυτήν την απίστευτη σιγουριά στην έκφραση, το στόμα του, το εγκάρδιο ευωδιαστό λουλούδι, και τέλος τα σελαχίσια μάτια του. Τώρα πια γνώριζε καλά το χρώμα τους, το βάθος τους ρουφούσε πάντοτε τις σκέψεις της.

Ήταν αδύνατον να στέκεται κοντά της χωρίς να την αγγίζει, της εξομολογήθηκε πλησιάζοντάς την περισσότερο. Τον τελευταίο καιρό μηχανευόταν συνεχώς τρόπους για να την έχει κοντά του. Έτσι και τώρα, ήθελε να νιώθει τη ζεστασιά της: τα χέρια της, πυρωμένα κάρβουνα, του ζέσταιναν τα δικά του.

Μα ξαφνικά τρόμαξε κι από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα κοίταξε το ρολόι στον τοίχο, αν και δεν είχε πια κανένα νόημα, ο λύκος της είχε εδώ και μισή ώρα προσγειωθεί. Το σελάχι ακολούθησε το βλέμμα της και σκοτείνιασε. Οι ζωές τους τους καλούσαν σε τάξη. Αναστέναξε και την σκέπασε με το φτερό του.
«Αχ, κορίτσι μου» τον άκουσε να ψιθυρίζει και τη φίλησε στα μαλλιά.

Και τότε, παρόλο που συνειδητοποίησε, ότι είχε προδώσει το δάσος της, είχε αφήσει την αγέλη της ορφανή, εκεί μέσα στην αγκαλιά του, ένιωσε την καρδιά της να σπάει οριστικά σε δυο κομμάτια, ένα που έσταζε πάντα αίμα αλλά κι ένα γεμάτο θαλασσινό νερό...
[επόμενο απόσπασμα]

Tuesday, July 10, 2007

Θαλάσσια ανεμώνη [13ο απόσπασμα]



[1ο απόσπασμα], [2ο απόσπασμα], [3ο απόσπασμα],
[4ο απόσπασμα], [5ο απόσπασμα], [6ο απόσπασμα],
[7ο απόσπασμα], [8ο απόσπασμα], [9ο απόσπασμα],
[10ο απόσπασμα], [11ο απόσπασμα], [12ο απόσπασμα]

Σαστισμένη δοκίμασε τη μια μπλούζα μετά την άλλη. Μάταιος κόπος, το σελάχι έβρισκε πάντοτε τρόπο να περισσεύει, να διακρίνεται μια άκρη από τη λαιμόκοψη. Έπρεπε να ξεκινήσει επιτέλους γιατί θα αργούσε στο γραφείο. Η μέρα ήτανε ζεστή, μα εκείνη χτένισε τα μαλλιά της και αποφάσισε να τα αφήσει κάτω, μήπως και το έκρυβε λιγάκι.

Και τότε θυμήθηκε!

Ήταν η μέρα που ο λύκος θα επέστρεφε από το ταξίδι του, αχ αυτό το ταξίδι, έπρεπε να είχε φύγει μαζί του εγκαίρως, έπρεπε να είχε από καιρό κρυφτεί μαζί του στο δάσος, έπρεπε να είχε γυρίσει αμέσως την πλάτη της στη θάλασσα και τους γοητευτικούς της κινδύνους,

Ναι, τότε θυμήθηκε, ότι είχε ζητήσει άδεια να λείψει, αυτήν τη μέρα, ήθελε να βεβαιωθεί ότι το σπίτι τους ήταν γεμάτο και πάλι από τους γνώριμους ήχους του δάσους, ήθελε να διώξει την αλμυρή πλημμυρίδα που την στοίχειωνε, ήθελε να βρει το γήινο εαυτό της και να χωθεί μέσα στην σίγουρη αγκαλιά του.

Ανήσυχη κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Τα μαλλιά της αργοσάλευαν, φύκια στο βυθό, τα μάτια της φαινόντουσαν πιο μεγάλα και πολύ πιο σκούρα, το στόμα της πιο κόκκινο από άλλες φορές, ή μήπως τα μάγουλά της ήταν πιο χλωμά; και ο λαιμός της έφεγγε από ένα μικρό ασημένιο στολίδι, λίγο πιο πάνω από τη βάση του λαιμού της. Στα αριστερά.

Βγήκε στο μπαλκόνι, αδύνατον να αναπνεύσει εκεί μέσα. Το σελάχι είχε αφήσει παντού τα σημάδια του, στο τραπεζάκι που είχε ακουμπήσει, στη θέση της στον καναπέ, τα μάτια του είχαν κεντρίσει κάθε γωνιά και τοίχο, τα πάντα φαίνονταν φορτισμένα από την ενέργειά του.
Βγήκε στο μπαλκόνι μα κι εκεί παντού το σελάχι.
Θυμήθηκε:
Όταν τελειώσανε και προτού εκείνος φύγει βιαστικός για τον γάμο, είχαν σταθεί δίπλα δίπλα στο στηθαίο. Εκείνη στητή, κυνηγόσκυλο που οσμιζότανε τον κίνδυνο, εκείνος χαλαρά γερμένος να σχολιάζει με κέφι τη γειτονιά της.
«Μια πιο πολύ από όλα μου αρέσει αυτή η καμπουρίτσα» της είπε κοιτώντας την από το πλάι, παιχνιδιάρικα.
«Αδύνατον!», σκέφτηκε «δεν μπορεί!»
«Ξέρεις» της ψιθύρισε, πλησιάζοντάς την, «αυτή η καμπουρίτσα του δρόμου σου, με τρελλαίνει…»

Ο δρόμος. Ο δρόμος της, στενός σχετικά και μακρύς θα μπορούσε να έμοιαζε με χίλιους άλλους, αν δεν είχε λίγο πριν το σπίτι της, μια μικρή «καμπουρίτσα», μια διστακτική ανηφόρα που λίγα μέτρα μετά, σαν πετρωμένο κύμα, επέστρεφε και πάλι περίπου στο ίδιο επίπεδο.
Καμπουρίτσα. Έτσι την έλεγε εκείνη. Στο λύκο της. Ήταν το συνθηματικό τους. Δεν το είχε αναφέρει ποτέ σε κανέναν. Δεν το έλεγε παρά μονάχα σε εκείνον…

Είχε βγει στο μπαλκόνι, μα ήξερε ήδη ότι τίποτε δεν ήταν πλέον όπως πριν. Ούτε καν αυτή η καμπουρίτσα.

Το τηλέφωνο άρχισε να χτυπά. Το κοίταξε με δυσπιστία. Σχεδόν με φόβο. Επιτέλους, αύριο κιόλας θα αγόραζε συσκευή με αναγνώριση. Όπως είχε το κινητό της. Μα αυτό παρέμενε βουβό.

Ο λύκος της ήθελε ακόμη τρεις ώρες για να προσγειωθεί. Έλεγξε το ψυγείο και κοίταξε το φαγητό στην κουζίνα. Ήταν σχεδόν έτοιμη. Μπορούσε όποτε ήθελε να ξεκινήσει για το αεροδρόμιο.
Της άρεσαν τα αεροδρόμια. Ταξίδευε από μωρό και τρελλαινόταν για τη μυρωδιά τους, τους διαδρόμους τους, τον κόσμο με τις αποσκευές…

Φόρεσε το πράσινο μεσάτο φουστάνι που τόσο πολύ άρεσε στο λύκο της και χτένισε και πάλι τα μαλλιά της. Θα τα άφηνε κάτω.
Το κινητό, χαμηλωμένο, άρχισε να χτυπά πνιχτά. Σαν να πνιγόταν.
Ήταν το σελάχι.
Δεν θα το απαντούσε.
Είχε ζητήσει άδεια από το γραφείο και τις υποχρεώσεις, είχε ζητήσει άδεια από την παρουσία του. Ήταν δικαίωμά της να μην είναι διαθέσιμη.
Το κουδούνισμα σταμάτησε. Μα όχι για πολύ.
Χαμηλωμένο πάντα, χτυπούσε και χτυπούσε με ήχο βραχνό.
Το κοιτούσε σαστισμένη, μαρμαρωμένη.
Και τότε ένα μήνυμα, Δούρειος Ίππος, τρύπωσε μέσα στη συσκευή της:
«Πρέπει να σε δω!»

Το διάβαζε σαστισμένη, μαρμαρωμένη.

Κοίταξε το ρολόι. Ο λύκος της ήθελε ακόμη δύο ώρες και σαράντα λεπτά για να προσγειωθεί.
«Καλύτερα να φεύγω τώρα!» σκέφτηκε, έκλεισε σχεδόν όλες τις πόρτες και τα παράθυρα και φόρεσε τα παπούτσια της. Καθώς έπιανε τα κλειδιά και την τσάντα της, θυμήθηκε ότι είχε ξεχάσει το κινητό της στον καναπέ.
Ανοίγοντας την πόρτα, βρέθηκε στον σκοτεινό βυθό του πελάγους.
Εκεί, δίπλα από την πόρτα του ναυαγισμένου ασανσέρ, πάνω από κάτι βράχια σε σχήμα σκαλοπατιών, την περίμενε το σελάχι.

«Πρέπει να σε δω, τώρα!» της είπε και όρμησε μέσα στο διαμέρισμα.
[14ο απόσπασμα],[15ο απόσπασμα]

Sunday, June 24, 2007

Θαλάσσια ανεμώνη [12ο απόσπασμα]


marc chagall - bay of angels



[1ο απόσπασμα], [2ο απόσπασμα], [3ο απόσπασμα],
[4ο απόσπασμα], [5ο απόσπασμα], [6ο απόσπασμα],
[7ο απόσπασμα], [8ο απόσπασμα], [9ο απόσπασμα],
[10ο απόσπασμα], [11ο απόσπασμα]

Στεκόταν στο άνοιγμα της πόρτας του. Τακτοποιούσε, πάντοτε τακτοποιούσε. Άλλες φορές κάτι έγγραφα, τώρα κάτι φακέλους. Παράλληλα μιλούσε στο τηλέφωνο και όταν πήγε να φύγει της έκανε νόημα να μπει και να περιμένει.
Προχώρησε αργά προς το μέρος του.

Με τα μάτια της, μιας και δεν επέτρεπε στα χέρια της να τον αγγίξουν, ψηλάφιζε αργά, προσεκτικά και τρυφερά το πρόσωπό του. Ήταν το όμορφο μέτωπό του, που μαρτυρούσε χρόνια και δυσκολίες, η σίγουρη και αιχμηρή του μύτη που του έδινε μια απίστευτη σιγουριά στην έκφραση, το στόμα του, που άνθιζε τόσο συχνά: ένα εγκάρδιο ευωδιαστό λουλούδι. Μα πάνω απ’ όλα ήταν τα σελαχίσια μάτια του, που σάλευαν κάτω από τα σκούρα του φρύδια. Αυτά τα μάτια, των οποίων ακόμη αδυνατούσε να αιχμαλωτίσει το χρώμα τους. Ίσως να έφταιγε αυτή η μεταλλική λάμψη, ίσως το βάθος τους που ρουφούσε τις σκέψεις της.
Ένα πρόσωπο αγκαλιά ανοιχτή…

Τώρα είχε τελειώσει το τηλεφώνημα και την τακτοποίηση. Της χαμογελούσε συνεχώς και ένιωθε μικρό κορίτσι, έτσι ακριβώς όπως την αποκαλούσε συχνά. Ήταν ενθουσιασμένος, η δουλειά τους είχε πάει καλά, φαινόταν λίγο κουρασμένος αλλά ευδιάθετος.
Και τότε την φώναξε κοντά του, ένα μικρό παιδί που γυρνώντας στο σπίτι θέλεις να το σφίξεις και να το ταχταρίσεις.

Τον κοιτούσε σαστισμένη, ξαφνικά είχε μαρμαρώσει.

Είχε μόλις δυο μέρες να τη δει και την ξάφνιαζε με αυτές τις φευγαλέες γλυκές επιθέσεις προσέγγισης: με κάθε ευκαιρία, πότε την ακουμπούσε στην πλάτη, πότε της έπιανε το χέρι, πότε την τραβούσε κοντά του, πότε καθόταν σμιχτά δίπλα της και την έσπρωχνε γελώντας ξέγνοιαστα. Και τώρα νάτος πάλι, επίμονος, ανυπόμονος «μα έλα επιτέλους κοντά μου, να σε φιλήσω» της είπε.

Τον κοιτούσε σαστισμένη, μαρμαρωμένη.

Είχε ήδη δύο ολόκληρες μέρες, σαράντα οκτώ ατελείωτες ώρες να τον δει, ένιωθε την ένταση στα μάτια και τα χείλη της και νάτος, έστεκε τώρα με τα χέρια απλωμένες φτερούγες και την καλούσε με επιμονή κοντά του.
Όταν το σελάχι επιτίθεται τα πάντα διαρκούν δευτερόλεπτα: προτού το καταλάβει ήταν μπροστά της, είχε τυλίξει τα φτερά του γύρω της και έτσι γρήγορα, απλά, σίγουρα τη φίλησε λίγο πιο πάνω από τη βάση του λαιμού της. Στα αριστερά.

Κι έτσι αυθόρμητα και ευγενικά τη δρόσισε με το φιλί του και απομακρύνθηκε.

Και σήκωσε το τηλέφωνο που χτυπούσε, αφήνωντάς την σαστισμένη και μαρμαρωμένη.

«Τι μου συμβαίνει», σκεφτόταν καθώς προσπαθούσε να συντονίσει τις κινήσεις της για να βγάλει από την τσάντα τα κλειδιά της.
Τα πάντα έμοιαζαν να έχουν ρουφηχτεί από μια περίεργη χρονική δίνη, τα δευτερόλεπτα έμοιαζαν ώρες, τα μισάωρα στιγμές.

Μπαίνοντας στο σπίτι δεν της έκανε καθόλου εντύπωση που άκουγε κύματα να σκάνε, βοτσαλάκια να κατρακυλάνε… Από τα ράφια κρέμονταν φύκια που κινούνταν από τα αέρια ρεύματα μιας ύπουλης πλημμυρίδας.
Το όνειρο. Η πλυμμυρίδα, το δάσος της.
Το δάσος της;
Στο πάτωμα έβλεπε κοχύλια και μικρούς αστερίες μισοκρυμμένα στην άμμο. Πίσω από κάτι γκρίζα βράχια είδε τον καναπές της να έχει γεμίσει πεταλίδες, στη γωνιά της ένας μικρός χρυσός παλιός καθρέφτης. Με μια βουτιά βρέθηκε κοντά του και άπλωσε το χέρι της να τον πιάσει.
Ήταν σφυρήλατος και είχε μια μικρή αλλά περίτεχνη λαβή. Πρέπει να ήταν το απομεινάρι από κάποιο παλιό ναυάγιο, κοίταξε τριγύρω αλλά είχαν μαζευτεί κάτι μικρά κοπάδια από ασημένιες σαρδέλες και ξεχάστηκε μαγεμένη από τη συγχρονισμένη τους κίνηση.
Μετά από λίγο τον έπιασε στο χέρι και κοιτάχτηκε. Στο πρόσωπό της διέκρινε μια περίεργη έκφραση. Τα μάτια της φαινόντουσαν πιο μεγάλα και πολύ πιο σκούρα, το στόμα της πιο κόκκινο από άλλες φορές, ή μήπως τα μάγουλά της ήταν πιο χλωμά;, και ο λαιμός της έφεγγε από ένα μικρό ασημένιο στολίδι, λίγο πιο πάνω από τη βάση του λαιμού της. Στα αριστερά.
Ακουμπώντας το ένιωσε δυο μάτια να την καρφώνουν από κάπου τριγύρω.
«Αχ, σελάχι μου», σκέφτηκε.

Το πρωί μετά το ντους σκουπίστηκε καλά καλά με την πετσέτα.
Τα μαλλιά της είχαν ακόμη λίγη άμμο, αλλά με το στέγνωμα και το βούρτσισμα δεν μπορεί, θα καθάριζαν επιτέλους.
Μονάχα ο λαιμός της της έδινε συνεχώς την εντύπωση ότι σε ένα σημείο ήταν ακόμη βρεγμένος. Όσο κι αν τον σκούπιζε είχε συνεχώς την ίδια αίσθηση. Απορημένη κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και τρόμαξε: επάνω στο δέρμα της είχε χαραχθεί το περίγραμμα ενός μικρού σελαχιού. Λίγο πιο πάνω από τη βάση του λαιμού της. Στα αριστερά.

[13ο απόσπασμα], [14ο απόσπασμα], [15ο απόσπασμα]

Wednesday, June 6, 2007

Θαλάσσια ανεμώνη [11ο απόσπασμα]



[1ο απόσπασμα], [2ο απόσπασμα], [3ο απόσπασμα],
[4ο απόσπασμα], [5ο απόσπασμα], [6ο απόσπασμα],
[7ο απόσπασμα], [8ο απόσπασμα], [9ο απόσπασμα]
[10ο απόσπασμα]

Το βράδυ είχε πάρει την απόφασή της.
Θα πήγαινε να βρει τον λύκο της. Κοιτούσε πάντοτε το λακωνικό του σημείωμα και χαμογελούσε. Χαμογελούσε γιατί ήξερε ότι τον αγαπούσε, ένιωθε κιόλας να της λείπει, ήταν ήδη δύο τα ξημερώματα, εκεί που ήταν εκείνος θα ήταν δώδεκα αλλά δεν της έκανε καρδιά να τον αναζητήσει. Καλύτερα να τον άφηνε να κοιμηθεί, σήμερα θα είχε εξαντλητικό ωράριο, το πιο πιθανό ήταν ότι θα κοιμόταν ήδη. Τον φαντάστηκε κοιμισμένο με τα υπέροχα μάτια του σκεπασμένα από τα βλέφαρα που τόσες φορές είχε φιλήσει και ένιωσε ένα ρίγος.
Ξάφνου χτύπησε το τηλέφωνο. Μια φορά. Και άλλη μία. Τινάχτηκε να πάει να το πιάσει. Μα δεν το πρόλαβε… «Να πάρει» σκέφτηκε, πότε επιτέλους θα αγόραζε καινούργια συσκευή να μπορεί να βλέπει ποιος την καλεί… Ξάπλωσε στον καναπέ με το βλέμμα πάντοτε στο τηλέφωνο. Εκείνο όμως δεν ξαναχτύπησε. «Λάθος νούμερο» σκέφτηκε, «Λάθος στιγμή για επικοινωνία».

Το πρωί ξύπνησε πιασμένη. Ο καναπές ήταν πολύ μαλακός, το χερούλι του ψηλό και ο αυχένας της πονούσε. τα πόδια της στριμωγμένα και παγωμένα.
Έκανε ένα καυτό ντουζ και όταν βγήκε ένιωθε αρκετά καλύτερα. Αν ήταν εδώ ο λύκος της θα της έτριβε τον πιασμένο αυχένα. Κοίταξε το ρολόι, ήταν ήδη δέκα το πρωί. Αλλά ήταν πρωί Σαββάτου και δεν είχε δουλειά.

«Εισιτήριο», σκέφτηκε και άνοιξε το λάπτοπ να βρει το τηλέφωνο της αεροπορικής εταιρίας που την ενδιέφερε. Το σπίτι μοσχοβολούσε από το άρωμα του πράσινου τσαγιού που κρύωνε στο τραπέζι και το κρουασάν που ζεσταινόταν στην ψηστιέρα. Έβαλε στο στόμα της το κοκκαλάκι που θα έπιανε τα νωπά ακόμη μαλλιά της και έκατσε μπροστά στην οθόνη. Το τηλέφωνο χτύπησε. Το κοίταξε όλο ανυπομονησία. Ήταν ο λύκος της. Ακουγόταν χαρούμενος αλλά κουρασμένος. Την προηγουμένη είχε απανωτές συναντήσεις, το βράδυ δείπνο εργασίας, δοκίμασε να την πάρει, αλλά όταν είδε την ώρα το έκλεισε για να μην την ξυπνήσει. Κουρνιασμένη στον καναπέ του μιλούσε και δεν χόρταινε να τον ακούει, το πρόγραμμά του και σήμερα θα ήταν βαρύ, από την επομένη θα αλάφρωνε αρκετά. «Χαζούλα μου» της είπε και πάλι, «μου έχει λείψει η ήρεμη ανάσα σου όταν κοιμάσαι». Απείχε ελάχιστα από το να του μιλούσε για το σχέδιό της. Αιφνίδια άφιξη, έκπληξη, ο λύκος να την αγκαλιάζει και να της λέει ότι το ’ξερε πως θα τον συναντούσε.

Έτρωγε το πρωινό της με βουλιμία, το πρωί πεινούσε πάντοτε πολύ, ήταν χαρούμενη, στο λάπτοπ το τηλέφωνο της εταιρίας και εκείνη να κάνει νοερά σχέδια για ένα τρελλό Σαββατοκύριακο. Να ζητούσε άραγε και τη Δευτέρα, αναρωτιότανε…
Και τότε ξαναχτύπησε το τηλέφωνο. «Αδιόρθωτος» σκέφτηκε, «και ευχάριστα προβλέψιμος».
Από το ακουστικό άρχισε να τρέχει αλμυρό νερό. Πριν ακόμη το βάλει στο αυτί της, ήξερε ότι το σελάχι έκανε επίθεση τώρα και στο σπίτι της. Θα περνούσε από εκεί το μεσημέρι, ένα μπέρδεμα που είχε προκύψει, μια προθεσμία που δεν έπρεπε να χαθεί, ένα κείμενο που έπρεπε «να φύγει» το απόγευμα για Κίνα.

Στην οθόνη του λάπτοπ πάντοτε η σελίδα με το τηλέφωνο της αεροπορικής εταιρίας, στο ακουστικό ο επικίνδυνα γοητευτικός βυθός που ανατάραζε τις σκέψεις της και θόλωνε τη ματιά της. Σε λίγο από τα ράφια και από τις κουρτίνες άρχισαν να ξεπροβάλλουν οι άκρες από τα δηλητηριώδη πλοκάμια της μέδουσας. Το σελάχι επιβεβαίωνε τη διεύθυνσή της, άκουσε τον εαυτό της να του λέει ότι θα μπορούσε να παρκάρει άνετα μπροστά από τη δική της θέση πάρκιγκ, το σελάχι βιαζόταν, νευρικό και ανυπόμονο έκλεισε κι εκείνη απέμεινε να κρατά ένα σιωπηλό πλέον ακουστικό στο χέρι.
Τα πλοκάμια την είχαν στο μεταξύ φτάσει, είχαν αρχίσει να τυλίγονται γύρω από τους καρπούς και του αστραγάλους της, ένιωθε και πάλι να την καίνε, σημάδια κόκκινα που την στόλιζαν, επώδυνα κοσμήματα.

Μπροστά από την ντουλάπα, προσπαθούσε να σκεφτεί τι να φορέσει. Διάλεξε μια ξεχειλωμένη μωβ μπλούζα και μια κρεμ φόρμα και προσπάθησε να ισιώσει την αλογοουρά της. Βγαίνοντας στο καθιστικό, έκλεισε το λάπτοπ και άνοιξε τα παράθυρα. Όχι μόνο για να αερίσει. Ο δροσερός αέρας εκείνης της συννεφιασμένης μέρας τακτοποιούσε λιγάκι τις σκόρπιες σκέψεις που είχαν πέσει ανάκατα στο πάτωμα.
Το ρολόι έδειχνε ήδη μία παρά είκοσι, εκείνη καθισμένη στον καναπέ, έγραφε με το στυλό τα ψώνια που έπρεπε να γίνουν. Μία παρά είκοσι, πάει το Σάββατο, σκέφτηκε, πάει η έκπληξη, πάει το ταξίδι.

Και τότε χτύπησε το κουδούνι. Από το θυροτηλέφωνο τον έβλεπε να κοιτά τάχα αδιάφορος κατά τον δρόμο, άχαρο πράγμα τα θυροτηλέφωνα, ποτέ δεν ήξερε πώς έπρεπε να σταθεί μπροστά τους. Κατάδικος προς φωτογράφιση, αισθανόταν όποτε περίμενε να της ανοίξουν.

Το ασανσέρ είχε χαλάσει, αλλά το σελάχι ανέβηκε σφυρίζοντας τους τρεις ορόφους. Φτάνοντας της χαμογέλασε και μπήκε με σιγουριά στο διαμέρισμα. Έκατσε στον καναπέ στην δική της πλευρά, εκεί που πάντοτε εκείνη κούρνιαζε, και η ματιά του εξερευνούσε τον χώρο. Ναι, ευχαρίστως θα έπινε έναν ελληνικό, και με γρήγορες κινήσεις έκανε χώρο στο τραπεζάκι και άνοιξε το λάπτοπ του. Στην ερώτηση γιατί δεν της είχε στείλει ένα e-mail εκείνος απάντησε με μια στραβή ματιά: επρόκειτο για ένα πολύπλοκο κείμενο που τον είχε παιδέψει ήδη αρκετά, έπρεπε να τελειώσουν άμεσα, εκείνη ήταν ικανή και για αυτόν ήταν πάντοτε απόλαυση το να συνεργάζεται μαζί της. Καθώς κάθισε δίπλα του για να κοιτάξει το κείμενο που ήθελε διορθώσεις, ένιωσε τα πλοκάμια να σφίγγουν περισσότερο το αγκάλιασμά τους.
Καθισμένοι κολλητά ο ένας δίπλα στον άλλον ένιωθε τον μηρό του να πιέζει τον δικό της, το βλέμμα του να την πολιορκεί και τη φωνή του να σκαλώνει επάνω στο σώμα της, πότε στο πρόσωπο και πότε στο αυτί, πότε στην κοιλιά της και πότε στον γυμνό της σβέρκο.

Είχε φτάσει πια απόγευμα, το κείμενο ήταν πια σχεδόν έτοιμο αλλά το ταξίδι είχε αναβληθεί, προτού ακόμη οργανωθεί. «Κορίτσι μου, είσαι θησαυρός!» της είπε και της χαμογέλασε. «Θα σε έβγαζα έξω για φαγητό, αλλά με περιμένουν σε ένα γάμο» της είπε και χάθηκε, αφού προηγουμένως της έσκασε ένα φιλί στο μάγουλο.

Έμεινε αποσβολωμένη, αυτό το φιλί έκαιγε στο μάγουλό της.

Το βράδυ έλαβε μια ανθοδέσμη: «Σε ευχαριστώ πολύ». Χωρίς υπογραφή, αλλά το μπιλιετάκι ήταν μουσκεμένο από θαλασσινό νερό.

[12ο απόσπασμα], [13ο απόσπασμα], [14ο απόσπασμα],
[15ο απόσπασμα]

Monday, May 28, 2007

Θαλάσσια ανεμώνη [10ο απόσπασμα]



[1ο απόσπασμα], [2ο απόσπασμα], [3ο απόσπασμα],
[4ο απόσπασμα], [5ο απόσπασμα], [6ο απόσπασμα],
[7ο απόσπασμα], [8ο απόσπασμα], [9ο απόσπασμα]

Αλαφιασμένη ξύπνησε και προσπαθούσε να επανέλθει στο τώρα. Ο λύκος της έλειπε, είχε φύγει από νωρίς και εκείνη, ξύπνια μέχρι αργά, είχε παρακοιμηθεί.
Ήταν στεναχωρημένη και το ήξερε. Καθετί επάνω της το μαρτυρούσε, ο καθρέφτης ήταν σήμερα ιδιαιτέρως σκληρός μαζί της, και δεν θα μπορούσε να το κρύψει. Τόση ένταση και αγωνία…
Προσπάθησε να σκεφτεί λογικά. Τι θα πει όμως λογικά; Αγαπούσε τον λύκο της, πάντα θα τον αγαπούσε. Έτρεμε στην σκέψη ότι μια μέρα θα μπορούσε να τον χάσει και να την τώρα μόνη της εδώ να τον διώχνει… Προχθές που τον φίλησε, μέσα από τα κλειστά της μάτια πέρασαν πάλι εκείνα τα τρομερά μαύρα φτερά. Κι όμως, ήταν η λυκίσια αγκαλιά του, η δική του και μόνο θέρμη της ψυχής και του σώματός του που της πρόσφερε τόσο δυνατή αγάπη.
Κοίταξε το πρόσωπό της στον καθρέφτη. Της είχε ζητήσει να πάρει λίγες επιπλέον μέρες άδεια, εκείνος θα έφευγε σήμερα για πέντε μέρες, ταξίδι επαγγελματικό στο εξωτερικό, είχαν καιρό να βρεθούν μαζί σε ξένο μέρος, την χρειαζόταν, την ήθελε κοντά του. Δεν θα προλάβαινε του είπε, κάτι προθεσμίες. Δικαιολογίες. Το βλέμμα του την κοίταξε με παράπονο. Το πρωί έφυγε χωρίς να την ξυπνήσει. Μονάχα ένα σημείωμα στο τραπέζι. «Χαζούλα, εσύ χάνεις!». Χαμογέλασε. Αυτός ήταν ο λύκος της. Κοίταξε το ρολόι. Και να ήθελε δεν θα προλάβαινε… Τώρα πια ο λύκος της ετοιμαζόταν για την απογείωση…
Στο δρόμο, πρώτη μέρα στο γραφείο, σταμάτησε κάμποσες φορές. Μήπως να τα παρατούσε όλα, να πήγαινε τώρα στο αεροδρόμιο, να έβγαζε ένα εισιτήριο, να του έκανε έκπληξη; Με φρίκη κατάλαβε ότι από κάτω από αυτές τις σκέψεις, υπήρχε μια άλλη πιο δυνατή και έντονη…
Θα ήταν άραγε εκείνος στο γραφείο του τέτοια ώρα; Συνήθως εκείνη την ημέρα αρχειοθετούσε όλες τις εκκρεμότητες και ήταν η ώρα που όποιος ήθελε να τον πετύχει, δεν χρειαζόταν προηγουμένως να τον αναζητήσει σε όλο το κτήριο...
Σταμάτησε και πάλι. Είχε σχεδόν φτάσει. Τα μάγουλά της έκαιγαν, η καρδιά χτυπούσε.
Κοιτάχτηκε σε μια βιτρίνα. Βαθιά ανάσα και εκπνοή. Και τώρα με βήμα γρήγορο και σταθερό, έπρεπε να φανεί αλλαγμένη και σίγουρη.

Μπαίνοντας στον διάδρομο που οδηγούσε στο γραφείο της πέρασε κι από το δικό του. Η πόρτα του ήταν κλεισμένη, σημάδι ότι απουσίαζε ή ότι δεν ήθελε να ενοχληθεί από κανέναν. Δεν μπόρεσε να κρύψει μια κάποια απογοήτευση, ήθελε να τη δει να περνά αδιάφορα και γοργά, ήθελε να του δείξει ότι ακόμη κι αν είχε υποψιασθεί κάτι, πόσο λάθος είχε κάνει, ήθελε…
Έφτασε στο γραφείο της. Άνοιξε την πόρτα: πτώση, βουτιά, από βατήρα δέκα μέτρων μέσα σε μαύρα, ταραχώδη και άγνωστα νερά, γύρω γύρω βράχια, απότομα και γλιστερά, αδύνατον να βγει στη στεριά, τα χέρια καταματωμένα από τους αχινούς, το σώμα μισοχαμένο μέσα στη θανατερή αγκαλιά της θαλάσσιας ανεμώνης που υπέροχη και αδυσώπητη τη μπόλιαζε με το δηλητήριό της: Το σελάχι την περίμενε νευρικό καθισμένο στη θέση της.
«Άργησες» της είπε επιτιμητικά, «και δεν έχω το κείμενο με τις διορθώσεις». Ήθελε να διαμαρτυρηθεί, το κείμενο το είχε στείλει το προηγούμενο βράδυ, αν κοίταζε στον λογαριασμό του θα το έβρισκε εκεί. Σώπασε, κοίταξε τη μελανή μορφή του και έψαξε στην τσάντα της για το usb της. Όταν του το έδωσε, το χέρι της ηλεκτρίστηκε από το δικό του χέρι, το σελάχι την κάρφωνε και πάλι με το ηλεκτροφόρο του κεντρί. Τα μάτια του προσπαθούσαν να τρυπήσουν τα δικά της, όμως εκείνη δεν τα άφηνε να την πλησιάσουν.

Ανακούφιση, το σελάχι εξαφανίστηκε με ένα χτύπημα των πτερυγίων και τότε μόνο πρόσεξε την Ισμήνη. Ζαλισμένη προσπαθούσε μάταια να καταλάβει αν είχε κοκκινήσει ή όχι, η Ισμήνη απλώς την κοιτούσε με βλέμμα έντονα ακουμπισμένο επάνω της. Σε λίγο είχε απομείνει μονάχη στο γραφείο.

Απογοήτευση, σκέφτηκε και ένας πόνος από δάγκωμα την έκανε να κοιτάξει στο πλάι, ήταν η σκιά του λύκου της που προσπαθούσε να της τραβήξει την προσοχή. Του χαμογέλασε καθησυχαστικά αν και κάπως νευρικά και άρχισε να δουλεύει, «πρέπει να αλλάξω την οθόνη», σκεφτότανε, καθώς άνοιγε ένα αρχείο.

Και τότε ένα ορμητικό τσουνάμι γκρέμισε την πόρτα και πλημμύρισε τα πάντα. Αλαφιασμένη προσπάθησε να κρατηθεί από το γραφείο, όλα έπλεαν μέσα στο ταραχώδες υγρό στοιχείο, που αναταραζόταν ολοένα από κάτι πτερύγια-φτερά ενός αρχάγγελου του υδρόκοσμου. Το σελάχι.

Ναυαγός πάνω σε μια σανίδα το παρατηρούσε να κολυμπά γύρω της, ήταν ανήσυχο, της μιλούσε διαρκώς για διάφορα θέματα με βλέμμα σκοτεινό, και κάθε τόσο την πλησίαζε από το πλάι.

Και τότε άξαφνα άπλωσε το χέρι του, δεν της είχε ευχηθεί για τα γενέθλιά της, για δες που το θυμόταν, αναρωτήθηκε. Το χέρι του, δροσερό και ευχάριστο, κύμα που σου πιτσιλάει τα πόδια, όταν περπατάς στην παραλία, γλυκό και υγρό αν και σύντομο. Δεν τράβηξε το χέρι της παρά μονάχα όταν ένιωσε τα δάχτυλά του να χαλαρώνουν. Δεν είχε κρατήσει παραπάνω από μια εγκάρδια χειραψία, όμως στο μυαλό της ο χρόνος πια είχε τόσο περίεργα αλλάξει, τα δευτερόλεπτα φάνταζαν ακίνητα, τα λεπτά έφευγαν, οι ώρες άλλες φορές ακίνητες κι άλλες να γλιστρούν κοπάδι από τρομαγμένα ψάρια.

Τώρα τα μάτια σελάχια πετούσαν αργά δίπλα της. Εκείνος μιλούσε με την Ισμήνη που είχε και πάλι επιστρέψει στη θέση της, αλλά στεκόταν μπροστά της, εκείνη παρατηρούσε το μυτερό προφίλ του, και προσπαθούσε να θυμηθεί τι ακριβώς χρώμα είχαν τα μάτια του. Και τότε το σελάχι την ένιωσε και γύρισε το ένα του μάτι πάνω της, ματιά αιχμηρή και σίγουρη, σαν καμάκι που τσάκωσε το ένα της πλοκάμι, μιλούσε πάντα στην Ισμήνη αλλά κοιτούσε εκείνη, μονάχα εκείνη, κοιτούσε συνεχώς εκείνη, με ματιά ακίνητη, σίγουρη κι αμείλικτη… κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε ακουγόταν σαν σφυγμός της καρδιά της μα οι ματιές τους δεν έλεγαν να χωρίσουν. Τώρα, τώρα σκεφτότανε δεν μπορεί θα με ελευθερώσει, μα το σελάχι την κρατούσε γερά μαγκωμένη και δεν υποχωρούσε, ώσπου εκείνη τράβηξε με δύναμη τα δικά της να πέσουν κάτω. Καθώς χωρίζανε ακούστηκε ένα «κρακ» και ένιωσε έναν δυνατό πόνο στην κοιλιά της.
[11ο απόσπασμα], [12ο απόσπασμα], [13ο απόσπασμα],
[14ο απόσπασμα], [15ο απόσπασμα]

Saturday, May 19, 2007

Θαλάσσια ανεμώνη [9ο απόσπασμα]



[1ο απόσπασμα], [2ο απόσπασμα], [3ο απόσπασμα],
[4ο απόσπασμα], [5ο απόσπασμα], [6ο απόσπασμα],
[7ο απόσπασμα], [8ο απόσπασμα]
Οι πρώτες μέρες ήταν δύσκολες, οι εικόνες στα μάτια της διπλές. Ο αγαπημένος της λύκος αποκτούσε κάποτε πτερύγια ή κεντρί, κι όταν της μιλούσε γέμιζε ο τόπος φυσαλίδες.

Μετά άρχισε να πιέζει τον εαυτό της να συνέλθει, να ξεφύγει με την αγαπημένη αγέλη βαθιά μέσα στην παρθένα καρδιά του δάσους και πράγματι, λίγες μέρες μετά την τελευταία τους συνάντηση το σελάχι είχε χάσει το περίγραμμά του, είχε γίνει μια διάφανη ανάμνηση. Τώρα με τον λύκο της είχαν βρεθεί και πάλι στο παλιό αγαπημένο τους ξέφωτο, εκεί όπου μπορούσε να τον αγαπά και να τον αγκαλιάζει, να τον χαϊδεύει και να τον φιλά με όλη τη θέρμη της καρδιάς της.

Τον παρατηρούσε καθώς κοιμόταν, τόσο όμορφος και δυνατός, με τα σημάδια από παλιές μάχες με τους κινδύνους του δάσους, ένα υπέροχο αγρίμι, κομμάτι της καρδιάς και της ζωής της. Θυμήθηκε πώς έτρεμε, όταν την κοιτούσαν τα κεχριμπαρένια μάτια του, και ένιωσε το ευχάριστο βάρος των τόσων ετών κοινής ζωής τους.

«Είμαι τρελλή» σκεφτότανε, « στα αλήθεια είμαι ή μάλλον θα ήμουν τρελλή να τον χάσω…» Εκείνος άνοιξε τα μάτια του και της χαμογέλασε. Έσκυψε και τον φίλησε και γέλασε ανακουφισμένη. Είχε λυτρωθεί από τη θάλασσα, αυτήν την ανήσυχη πλανεύτρα.

Μια μέρα, όμως, εκεί που βάδιζε πλάι του ένιωσε κάτι σαν πλοκάμι να την τυλίγει και να την καίει, ο αέρας απέκτησε κάτι θολό και δηλητηριώδες. Τα γόνατά της άρχισαν να λύνονται και ένιωσε ξαφνικά να ριγεί όλη της η σπονδυλική στήλη. Ανήσυχη άρχισε να ρίχνει ματιές γύρω της, το δάσος της έμοιαζε να αλλάζει σιγά σιγά. Κάπου κάπου της φαινόταν ότι έβλεπε ψάρια να αιωρούνται ανάμεσα στους κορμούς…
Ο λύκος της γύρισε και την κοίταξε με τη βαθιά και σίγουρη ματιά του. Το μουσούδι του ήταν υγρό και τα αυτιά του τεντωμένα. Είχε άραγε νιώσει και εκείνος τη δηλητήριο στον αέρα;

Μέρα με την ημέρα ασφυκτιούσε ολοένα και περισσότερο. Το δάσος είχε αρχίσει να βυθίζεται από μιαν αόρατη και βουβή πλημμυρίδα. Οι θάμνοι μεταμορφώνονταν σε κοράλλια και θαλάσσιες ανεμώνες, τα δέντρα πόδια γιγάντων που στέκονταν αμήχανοι στα ρηχά, ψάρια αιωρούνταν στα κλαδιά, ενώ μέδουσες-κουκουνάρια ξεκολλούσαν από τα κλαδιά και στροβιλίζονταν μες την αέρινη υγρή δίνη. Τα πουλιά χελιδονόψαρα που κολυμπούσαν νευρικά και τα μαύρα σύννεφα, σώματα τεράστιων κητών που έπλεαν με σιγουριά στην επιφάνεια.
Κοίταξε τα πόδια της: αντίκρισε μια μακρυά πρασινωπή ουρά, το σώμα της ξαναγεννιόταν ως μικρή θλιμμένη κόρη της θάλασσας. Τα μάτια της έψαχναν απεγνωσμένα μία μία τις περιοχές του μισοβυθισμένου δάσους.
Πουθενά ο λύκος.
Πουθενά το σελάχι

Το δάσος παραδομένο σε αυτήν την παράξενη πλημμυρίδα βρισκόταν το μισό κάτω από την επιφάνεια του νερού. Το υπόλοιπο ήταν πλέον ένας επικίνδυνος βάλτος.
Ανατρίχιασε. Δεν μπορούσε να επιστρέψει, το ψαρίσιο σώμα της κινδύνευε να κολλήσει στα ρηχά.
Δάκρυσε. Από κάπου ψηλά ακουγόταν το επίμονο ουρλιαχτό ενός λύκου. Του δικού της λύκου.

Ξάφνου κατάφερε να τον ξεχωρίσει. Στεκόταν στην άκρη ενός βράχου, τα κεχριμπαρένια μάτια του άστραφταν μέσα στο σκοτάδι που έπεφτε βιαστικό, ήταν αγριεμένος, με τρίχες ολόρθες από την ένταση, με τα δυνατά κοφτερά του δόντια απογυμνωμένα, σε στάση επίθεσης.
Δεν ούρλιαζε πια. Γρύλιζε. Γρύλιζε σε αυτό το περίεργο πηχτό, υγρό κάτι που είχε εισβάλει στη ζωή του και στη ζωή της, είχε διαβρώσει το στέρεο έδαφος του δάσους του, είχε δηλητηριάσει με τα πλοκάμια του την καρδιά του και την καρδιά της, τη γήινη καρδιά της με το κρύο θαλασσινό του αίμα.

Η πλημμυρίδα σταμάτησε εκεί. Αφήνοντας τον λύκο μονάχο επάνω στον ψηλό βράχο. Αφήνοντας σε εκείνη μονάχα μία σίγουρη διέξοδο, προς το νερό. Μπερδεμένη καθόταν εκεί, δυο βήματα από τον βράχο, ένα βήμα από τον βυθό. Η καρδιά της έψαχνε τον λύκο, αλλά η θολωμένη της ματιά αναζητούσε συνέχεια το σελάχι…

Και τότε η κεχριμπαρένια ματιά βρήκε τα μάτια της. Και την κοίταξε με παράπονο και πόνο. Με αγάπη και απελπισία. Με φόβο και θυμό. Με απορία και ελπίδα. Με απογοήτευση και πίκρα. Με αγωνία και ικεσία. Με θλίψη και… Έκλεισε τα μάτια της.
«Συγχώρα με, λύκε μου» σκέφτηκε και βούτηξε στα βαθιά. Το σώμα της ολόκληρο έκαιγε από το δηλητήριο. «Στο βυθό, στο βυθό!» φώναζαν οι Σειρήνες. «Εκεί θα βρεις τη λύτρωση» έλεγαν. Ή τον χαμό, σκέφτηκε η ίδια, καθώς ένιωσε το σώμα της να βυθίζεται στα παγωμένα βάθη.
[10ο απόσπασμα], [11ο απόσπασμα], [12ο απόσπασμα],
[13ο απόσπασμα], [14ο απόσπασμα], [15ο απόσπασμα]

Tuesday, May 8, 2007

Θαλάσσια ανεμώνη [8ο απόσπασμα]


[1ο απόσπασμα], [2ο απόσπασμα], [3ο απόσπασμα],
[4ο απόσπασμα], [5ο απόσπασμα], [6ο απόσπασμα],
[7ο απόσπασμα]

Θα έκλειναν για το καλοκαίρι. Το σελάχι, όπως όλοι, θα έλειπε τις επόμενες τρεις εβδομάδες, διακοπές, οικογενειακή γαλήνη. Φεύγοντας, καθώς της έτεινε το χέρι, την ρώτησε πού θα βρισκόταν εκείνη.
[Το χέρι του, δροσερό και ευχάριστο, κύμα που σου πιτσιλάει τα πόδια, όταν περπατάς στην παραλία, γλυκό και υγρό αν και σύντομο. Δεν τράβηξε το χέρι της παρά μονάχα, όταν ένιωσε τα δάχτυλά του να χαλαρώνουν. Δεν είχε κρατήσει παραπάνω από μια εγκάρδια χειραψία, όμως στο μυαλό της ο χρόνος πια είχε τόσο περίεργα αλλάξει, τα δευτερόλεπτα φάνταζαν ακίνητα, τα λεπτά έφευγαν, οι ώρες άλλες φορές ακίνητες κι άλλες να γλιστρούν κοπάδι από τρομαγμένα ψάρια.]
Βαθιά ανάσα, είναι μια απλή τυπική ερώτηση, σκεφτόταν, όλα είναι απλώς μια απλή τυπική κατάσταση, έτσι είναι τα σελάχια, κυριαρχούν στο τοπίο και μετά εγώ η ανόητη νομίζω ότι ψάχνει εμένα. Δεν έχει ανάγκη να ψάξει κανέναν. Βαθιά ανάσα, όμως, το σελάχι την έδιωχνε και πάλι από κοντά του, προτού προλάβει να ολοκληρώσει.

Δεν άντεξε στον πειρασμό. Την επόμενη ημέρα που εκείνος θα έφευγε για το ταξίδι, πέρασε από το γραφείο, παρόλο που η δική της άδεια είχε αρχίσει μια μέρα πριν. Ήξερε ότι είχε κάτι τελευταίες εκκρεμότητες να τακτοποιήσει και θα ήταν εκεί για κάποιες ώρες. Όσοι απόρησαν, την κοίταξαν με κουρασμένα μάτια, όλοι βιάζονταν να φύγουν, τι αν εκείνη έδειχνε να μη θέλει να αρχίσει τις διακοπές της… Προτού φτάσει, τον είχε πάρει τηλέφωνο, ήθελε την έγκρισή του να ανοίξει το αρχείο, της είχε απαντήσει με χαμογελαστή, εγκάρδια φωνή, πως, όταν θα έφτανε να περνούσε οπωσδήποτε κι από εκείνον, θα την περίμενε, θα ήταν εκεί, να πήγαινε να τον βρει ό,τι ώρα κι αν ήταν.
Δεν πρόλαβε να φτάσει ως το γραφείο της, η πόρτα του ήταν ανοιχτή και μόλις την είδε την κάλεσε κοντά του. Η φωνή του αρωμάτιζε το χώρο, έδειχνε ιδιαιτέρως όμορφη σήμερα, της εξομολογήθηκε, χαιρόταν που την έβλεπε, ή τουλάχιστον αυτό ήθελε εκείνη να πιστεύει. Τα μάτια του άστραφταν όπως πάντα, θα τη συνόδευε κάτω στο αρχείο για να βρει αυτό που έψαχνε, ρίγησε στη σκέψη ότι θα βρισκόταν μόνη μαζί του εκεί κάτω.

Το σελάχι αναστάτωνε με τα φτερά του το βυθό της καρδιάς της, σήκωνε άμμο και ανάγκαζε κάτι κρυμμένα καλκάνια να κρυφτούν παραμέσα. Της έδωσε το φάκελο χαμογελώντας σα μικρό παιδί και τη συνόδευσε ως την έξοδο. Κρατούσε το χέρι της μέσα στο δικό του δροσερό χέρι, σε μιαν ατελείωτη, σφιχτή χειραψία. Την κρατούσε συνεχώς με την ίδια ένταση και της μιλούσε, ένιωσε να τη ρουφά κοντά του και με χαμηλωμένο το κεφάλι απέφευγε να τον κοιτάξει.

Ούτε θυμόταν πώς είχε ελευθερωθεί, τι της είχε πει, πώς είχε βρεθεί μονάχη της στον δρόμο. Μάλλον κάποια στιγμή απλώς τράβηξε το χέρι της και χωρίς να ρίξει πίσω της ούτε ένα βλέμμα είχε εγκαταλείψει το κτήριο. Αυτό ήταν λοιπόν, είχε κερδίσει άλλα πέντε λεπτά μαζί του, άλλα πέντε λεπτά που θα τα μυρίκαζε τις επόμενες εβδομάδες μαζί με όλες τις άλλες κοινές στιγμές τους, πέντε ανούσια λεπτά δικής της ευτυχίας άνευ αξίας για κανέναν άλλον. Το σελάχι της μάλλον θα την είχε ξεχάσει ήδη από την επόμενη στιγμή.

Στο δρόμο ένιωθε το σώμα της να καίει, αισθανόταν ότι σφύριζαν τα μαλλιά της κι ότι τα μάτια της ούρλιαζαν από την ένταση. Αχ, πρέπει να αντέξω, σκεφτόταν, καθώς δάκρυζε. Η αρμύρα στο στόμα της έδωσε και πάλι αίσθηση θαλασσινή, παφλασμός κυμάτων μιας μακρινής παλίρροιας που έμοιαζε να την κυνηγά απειλητικά.
[9ο απόσπασμα], [10o απόσπασμα], [11ο απόσπασμα],
[12ο απόσπασμα], [13ο απόσπασμα], [14ο απόσπασμα],
[15ο απόσπασμα]

Sunday, May 6, 2007

Θαλάσσια ανεμώνη [7ο απόσπασμα]



[1ο απόσπασμα], [2ο απόσπασμα], [3ο απόσπασμα],
[4ο απόσπασμα], [5ο απόσπασμα], [6ο απόσπασμα]
Άλλη μέρα, άλλη ώρα, μαζί στο γραφείο, εκείνη καθισμένη στη θέση του να εξηγεί, με το σελάχι να αιωρείται από πάνω της, ήρεμο κι επιβλητικό, κυριαρχικό και σίγουρο, να γέρνει επικίνδυνα από πάνω για να δει καλύτερα την οθόνη. Εγκατέλειψε κάθε προσπάθεια να διατηρήσει οπτική επαφή μαζί του, η αύρα της πιεζόταν από τη ζέστη του σώματός του, από την δύναμη της ματιάς του που είχε απλωθεί στο χώρο, σαν ζεστό, δυνατό άρωμα. Κοιτούσε μονάχα μπροστά στην οθόνη και σχολίαζε, ήρεμη, το κορμί ακίνητο, το κεφάλι σαν συγκεντρωμένο σε κάτι σημαντικό, μα τα πλοκάμια της ανεμώνης αργοσάλευαν στο βυθό και τα δάχτυλά της δεν έβρισκαν πια πάντοτε το στόχο τους επάνω στο πληκτρολόγιο. Ριγούσε από το βουητό ενός υποβρύχιου σεισμού που συγκλόνιζε τη μεσωκεάνια ράχη του μυαλού της, σκοτεινού και καταχθόνιου.

Και ξαφνικά το σελάχι χτύπησε τα φτερά και χάθηκε. Απορημένη προσπάθησε να καταλάβει τι είχε συμβεί. Η δουλειά είχε τελειώσει, μάζεψε τις σημειώσεις της και σηκώθηκε να φύγει, να επιστρέψει στη σιγουριά του γραφείου και των συναδέλφων της. Ήταν στο διάδρομο και κόντευε να φτάσει. Και τότε άκουσε τη φωνή του. Αυθόρμητα, έστρεψε το χαμογελαστό κεφάλι της προς την πόρτα, απλώς για να ρίξει μια ματιά, χωρίς να θέλει να σταθεί. Και το είδε που της μιλούσε, το μαύρο σελάχι, με την ίδια θέρμη και ζεστασιά σχεδόν με τις ίδιες λέξεις κι εκείνη να έχει την ίδια έκφραση στο πρόσωπό της που η ίδια αναγνώριζε στον εαυτό της μόνο που εκείνη ήταν άλλη κι όχι αυτή. Ήταν λες κι έβλεπε σε καθρέφτη, σε μαγεμένο καθρέφτη στον οποίο όλα της ήταν τόσο οικεία, όλα εκτός από το πρόσωπό της, μιας κι ήταν ένα άλλο πρόσωπο. Όμορφο και νεανικό, πολύ όμορφο, πολύ πιο νεανικό από το δικό της.
Το γνώριζε αυτό το συναίσθημα, δεν ήταν η πρώτη φορά που καταλάβαινε ότι όλα, όλα, όλα, όλα-όλα-όλα-όλα όσα είχε νομίσει ότι είχε νιώσει, αισθανθεί και καταλάβει δεν ήταν παρά ένα παιχνίδι του καρχαρία που έκρυβε το μυαλό της, αυτού του παμφάγου πλάσματος που αρεσκόταν στο να κατασπαράζει την ηρεμία και τη γαλήνη της.
Δεν μίλησε, δεν αντέδρασε, το χταπόδι κρύφτηκε επιτέλους στη θαλάμη του, μάζεψε τα ανόητα πλοκάμια του κι έγινε ένα με το βραχώδη πόνο της καρδιάς του. Μονάχα η εικόνα παρέμενε, η εικόνα του σελαχιού, όμορφου, έμπειρου και επικίνδυνου με τα υπέροχα μαύρα του φτερά να απλώνεται, κυρίαρχο και σίγουρο στον παλλόμενο από τα υπόγεια ρεύματα βυθό, άτρωτο από το ύπουλο δηλητήριο της ανεμώνης, της θαλάσσιας ανεμώνης που είχε ξεγελάσει ακόμη κι αυτό το τόσο προσεκτικό χταπόδι, που τυλιγμένο μονάχο στη σπηλιά του, θυμόταν με πόνο ένα όνειρο που πια είχε ξεφτίσει, από έναν πράσινο στέρεο κόσμο με ψηλά και πυκνά δέντρα και μια μελαγχολική μοναχική λυκίσια φιγούρα να διασχίζει οσμιζόμενη το δάσος.

Μελαγχολία. Χαμόγελο ερωτηματικό και μάτια φάροι σε καταιγίδα, να γυρνούν προσπαθώντας να φωτίσουν το χάος. Εκείνος είχε πια σοβαρέψει τις τελευταίες μέρες. Τα μάτια σελάχια καρφωμένα έστω και στιγμιαία, την καλούσε κοντά του, δίπλα του, όσο γινόταν πιο κοντά του και μετά έδινε μία και χανόταν χωρίς κουβέντα. Προσπαθούσε να διασκεδάσει την κατάσταση, προσπαθούσε να μείνει μακριά του, έστω για λίγα εκατοστά, μα ήταν απαιτητικός, δεν ησύχαζε αν δεν έπαιρνε αυτό που είχε ανάγκη, αυτό που είχαν και οι δυο τους ανάγκη. «Έλα εδώ κοντά, κορίτσι μου», της είπε και με το μαύρο του φτερό την κάλεσε κοντά του. Καθώς τον πλησίαζε της έριξε μια περίεργη ματιά και χαμογελώντας αμήχανα σιγομουρμούρισε τρυφερά, «κορίτσι μου… τέλος πάντων». Αυτό ήταν, οι ασκοί του Αιόλου είχαν και πάλι αφήσει τους μανιασμένους ανέμους ελεύθερους να την παρασύρουν σε αυτό το γλυκό και επώδυνο κάτι που την τραβούσε διαρκώς κοντά του.
[8o απόσπασμα], [9o απόσπασμα], [10o απόσπασμα],
[11ο απόσπασμα], [12ο απόσπασμα], [13ο απόσπασμα],
[14ο απόσπασμα], [15ο απόσπασμα]

Friday, May 4, 2007

Θαλάσσια ανεμώνη [6ο απόσπασμα]


[1ο απόσπασμα], [2ο απόσπασμα], [3ο απόσπασμα],
[4ο απόσπασμα], [5ο απόσπασμα]
Μπέρδεμα, μπλέξιμο και χάος. Όλα και πάλι από την αρχή, πεσμένα όλα τα συναισθήματα κάτω, θρύψαλα του εαυτού της, του μυαλού της. Ένα απλό φιλικό άγγιγμα, μια κουβέντα, ένα εγκάρδιο χαμόγελο και μια βαθιά αιχμηρή ματιά διέλυσαν μέσα σε λίγα λεπτά όλη την αυτοκυριαρχία που είχε νομίσει ότι είχε ανακτήσει τις προηγούμενες ημέρες. Τον κοιτούσε κι ένιωθε να βουλιάζει, όπως στην άμμο στις ακτές της Νορμανδίας, όταν η άμπωτις απογύμνωνε τον πυθμένα, εκεί που έπρεπε να προσέχεις πού πατούσες, τόπους τόπους νερό και υποχώρηση, το μουλιασμένο έδαφος της τραβούσε το πόδι στα υγρά σωθικά του.
Αυτή η ματιά του την τραβούσε όλο και πιο πολύ, κάθε φορά που τον κοίταζε χρειαζόταν περισσότερη δύναμη για να ελευθερώσει τα μάτια της, κι ένιωθε αυτό το μυρμήγκιασμα να την τυλίγει.

Παύση. Αμηχανία.

Τώρα στεκόταν μπροστά του, εκείνος γερμένος στην καρέκλα με τα χέρια πίσω, σαν έτοιμος να τη δεχτεί στην αγκαλιά του. Μιλούσαν μα ένιωθε να την παρατηρεί και να αφουγκράζεται την αύρα της.
Μήπως ήταν έγκυος, την ρώτησε, του φαινόταν πως είχε παχύνει λίγο, και στα αστραφτερά του μάτια ένα σύννεφο κάλυψε για λίγο το φως τους. Ένιωσε τη σκιά του λύκου της να περνά απ’ έξω. Όχι δεν ήταν, του είπε και ένιωσε και πάλι να τη λούζει με το φως του. Δεν θα ήθελε να κουράζεται αν ήταν, της εξήγησε σιγά.

Η αμφιβολία. Η αμφιβολία, χειρότερη κι απ’ τη ματιά του την τρυπούσε κατευθείαν στα μηνίγγια: το κεφάλι ένας σφυγμός, η καρδιά ένας μυς σε κράμπα και το σώμα να ριγεί, η όσφρηση πιο ζωντανή από ποτέ να μυρίζεται τον κίνδυνο και την κατάσταση.
Η αμφιβολία. Η αμφιβολία. Σήμερα, και η απογοήτευση. Προχτές η αμφιβολία και η ελπίδα. Σήμερα όλα μαύρα, όλα επίπεδα και τυπωμένα, άψυχη εικόνα σε φωτοτυπικό χαρτί. Προχτές αγαλλίαση και ζεστασιά, να νιώθει την παρουσία του να εφαρμόζει στη δική της αύρα, τα μάτια του να κουμπώνουν στα δικά της και τη φωνή του να αρωματίζει με τον ήχο της τον χώρο. Σήμερα τα μάτια του δεν την αναζητούσαν παρόλο που φρόντιζε να την έχει συνεχώς κοντά του, γλίστραγαν μακριά της, το μαύρο σελάχι χτυπούσε νευρικά τα φτερά του και απομακρυνόταν πίσω από κάτι βράχια. Και η φωνή του κοφτή, μετέωρη, κουβέντες μισές, που αρχινούσαν για να σταματήσουν, αδιαφορία ή αναποφασιστικότητα; Κανείς δεν μπορούσε να της πει.

Φεύγοντας τα μάτια της αναζήτησαν την αγαπημένη σκοτεινή μορφή που πετούσε στην υδάτινη ατμόσφαιρα. Μάταια, τα μάτια της μέδουσες παρασυρμένες από αόρατο υπόγειο ρεύμα.

Ο λύκος της την περίμενε ανήσυχος στο σπίτι. Είχε πυρετό και τα μάτια του, αυτά τα υπέροχα βαθιά του μάτια, ήταν θλιμμένα. Την πήρε αγκαλιά και τη φίλησε με πάθος. Την αγαπούσε πολύ της είπε και φοβόταν μην τη χάσει. Τον πήρε αγκαλιά και τον φίλησε με θέρμη κι αληθινή αγάπη. Στα κλειστά της μάτια, όμως, περνούσαν και πάλι φυσαλίδες…
Σφίχτηκε και ένας οξύς πόνος την τρύπησε από την κορφή του κεφαλιού της έως χαμηλά την κοιλιά της. Πάλι πονάς τη ρώτησε ανήσυχος, μα εκείνη σφίχτηκε ακόμη πιο κοντά του κάνοντας ότι δεν τον είχε ακούσει.
[7ο απόσπασμα], [8o απόσπασμα], [9o απόσπασμα],
[10o απόσπασμα], [11ο απόσπασμα], [12ο απόσπασμα],
[13ο απόσπασμα], [14ο απόσπασμα], [15ο απόσπασμα]

Wednesday, May 2, 2007

Θαλάσσια ανεμώνη [5ο απόσπασμα]


[1ο απόσπασμα], [2ο απόσπασμα], [3ο απόσπασμα],
[4ο απόσπασμα]

Μιλούσαν οι δυο τους, μόνοι, θέμα άσχετο, συζήτηση φιλική, εκείνη όμως θαλασσοταραχή και κύματα βίαια, με μάτια σκοτεινιασμένα από το μπουρίνι τον κοιτούσε, μάταια, όσο πιο βαθιά μπορούσε. Της χαμογελούσε και της μιλούσε με μια ζεστασιά, μια συμπάθεια που την έκανε να θέλει να ουρλιάξει. Χίλιες φορές να της μιλούσε τυπικά, ουδέτερα και απλώς ευγενικά, όμως όχι, με την πόρτα κλειστή, είχε γείρει προς τα πίσω στην καρέκλα του και την κοιτούσε με το αστραφτερό του βλέμμα. Όσο τον άκουγε μια φωνή από μέσα της της έλεγε διαρκώς να σηκωθεί να φύγει.
Μόλις τελείωνε το ένα θέμα πότε ο ένας και πότε ο άλλος άνοιγε αμέσως ένα καινούριο, λες και φοβόντουσαν να υπάρξει κενό ή υποψία σιωπής. Έπρεπε να φύγει και τη συνόδεψε μέχρι την πόρτα, τον περίμεναν και είχε ήδη αργήσει λιγάκι. Χωρίς να την ακουμπάει, τον ένιωθε να την τυλίγει με την φωνή του, ο τρόπος που έλεγε το όνομά της αρκούσε για να ριγήσει. Καθώς έφευγε για την συνάντηση γύρισε και την κοίταξε, σαν για να βεβαιωθεί ότι ήταν ακόμη εκεί που την είχε αφήσει και της κούνησε το κεφάλι τρυφερά πως σε λίγο και πάλι θα γυρνούσε.
Μπήκε στο γραφείο της και κοίταξε την Ισμήνη ζαλισμένη, μάταια προσπαθούσε να καταλάβει αν είχε κοκκινίσει ή όχι, η Ισμήνη απλώς την κοιτούσε με βλέμμα έντονα ακουμπισμένο επάνω της.

Όποτε ερχόταν η ώρα της αναχώρησης πάντοτε η ίδια αναδίπλωση, η ίδια τυπική συνομιλία, μια υποψία προσμονής[;] στο βλέμμα, μια μικρή ελπίδα, για να φύγει και πάλι μονάχη για τον προορισμό της. Πότε πότε τη ρωτούσε για τον δρόμο που θα ακολουθούσε, αλλά φαίνεται ότι ήταν κι αυτό μέρος του πατρικού του ενδιαφέροντος, της μιλούσε όπως σε ένα μικρό κορίτσι και την κοιτούσε όπως κοιτάμε τα παιδιά.

«Θέλω να σου μιλήσω» της είχε πει, «στις δύο έλα από μένα.» Σε όλη την προηγούμενη συνάντηση αυτή ήταν ίσως και η μόνη ολοκληρωμένη πρόταση που είχε καταφέρει να συγκρατήσει. Η ώρα παραδόξως περνούσε γρήγορα, απελπιστικά γρήγορα, όχι σε παρακαλώ, στάσου λίγο, μην περνάς τόσο γρήγορα. Ήξερε ότι δεν έπρεπε να θρέφει ελπίδες, ότι δεν της επιτρεπόταν να τις επιθυμεί. Κι όμως κάθε της ματιά αναζητούσε αυτό το αστραφτερά κοφτερό αντιφέγγισμα, κάθε φορά που έκλεινε τα μάτια της τον έβλεπε μπροστά της, να της μιλά, να της χαμογελά, να την κοιτάζει, κάθε βράδυ στον ύπνο της ήταν δίπλα του, μαζί του, κι ας την είχε ένας λύκος, όμορφος και δυνατός, στην αγκαλιά του.
Μονάχη στο δρόμο ακούγοντας μουσική ένιωθε τα μάγουλά της να καίνε και την καρδιά της να έχει μείνει πίσω σε εκείνο το σταυροδρόμι. Εκεί τον είχε δει να στρίβει και να χάνεται με βήμα νεανικό και γρήγορο. Παρόλο που ήξερε ότι την είχε αντιληφθεί δεν άντεξε να δει το βλέμμα του, αυτό το αστραφτερό κι επικίνδυνο σπινθηροβόλημα, να την σημαδεύει. Θα έφευγε με το κεφάλι σκυφτό, χωμένο βαθιά μέσα στους ώμους και το μυαλό να σιγομουρμουρά ολοένα την ίδια μελωδία. «Θεέ μου», ψιθύρισε, «βοήθησέ με…»

Όλα είναι μονάχα μέσα στο μυαλό μου, μονάχα εκεί. Ούτε σελάχι, ούτε αγρίμι του δάσους.
[6o απόσπασμα], [7o απόσπασμα], [8o απόσπασμα],
[9o απόσπασμα], [10o απόσπασμα], [11ο απόσπασμα],
[12ο απόσπασμα], [13ο απόσπασμα], [14ο απόσπασμα],
[15ο απόσπασμα]

Friday, April 27, 2007

Θαλάσσια ανεμώνη [4ο απόσπασμα]


http://www.stevenmillerphotography.com/


[1ο απόσπασμα], [2ο απόσπασμα], [3ο απόσπασμα]
Μια επόμενη ημέρα καθισμένη δίπλα του και πάλι, τώρα κάπου να βαδίζουνε μέσα σε ένα δασάκι, χέρια στις τσέπες, ρούχα εκδρομικά και ύφος φιλικό. Κοιτούσε τις κουκουναριές με τις μακριές σα φύκια βελόνες, με τους κορμούς βράχια σκαμμένα, ένιωθε τις μικροδίνες από τα πτερύγια του σελαχιού, τις μπουρμπουλήθρες που έφευγαν κατά την ουράνια επιφάνεια, δηλητήριο ανεμώνης διάχυτο στον υγρό αέρα. Στάση, προσέγγιση και ανατριχίλα, τα χέρια σφιχτά πάνω στους ώμους της, τα μάτια του αγκυλωτά και αστραφτερά βαθιά μέσα στα δικά της. Αυτό ήταν, είχε βρεθεί και πάλι μέσα στο υγρό της στοιχείο κι εκείνος ένα έμπειρο σελάχι που ανάλαφρα και σίγουρα την τύλιγε με τα φτερά του. Τώρα ήταν εδώ μαζί του, στο βυθό, δυο ψάρια ζαλισμένα από το δηλητήριο της ανεμώνης, από τον χτύπο της καρδιάς τους, εκείνη ένα βήμα από την παράδοση, δυο βήματα από τη φυγή.

Τίναξε το κεφάλι και ένιωσε να ξεκολλούν από το σώμα της τα λέπια, ένιωσε τα πτερύγιά της να γίνονται πόδια, τα βράγχια γινόντουσαν πνευμόνια και τα αυτιά της αντιλαμβάνονταν σιγά σιγά τους ήχους του δάσους. Τώρα θα ξεφύγω σκέφτηκε, το σελάχι δεν μπορεί πια να με ακολουθήσει, είναι εδώ κοντά μου αλλά σε ένα παράλληλο κόσμο, με βλέπει μα δεν μπορεί να με αγγίξει, ξέφυγα από την ανεμώνη και από την τρομερή ματιά του. Όμως δεν μπορούσε να φύγει, δεν μπορούσε να σηκωθεί από τον πεσμένο κορμό που κάθονταν τόση ώρα παρέα, δεν την κρατούσε μα ένιωθε δεμένη δίπλα στο κορμί του. Και τότε γύρισε και τα είδε: τα μάτια του μεταλλικά κι αστραφτερά όργωναν βαθιά το καστανόχωμα των δικών της. Όπως κι εκείνη είχε τώρα κι εκείνος πόδια που πατούσαν και χτύπαγαν τη γη, ματιά που την τρυπούσε με δύναμη και ένα ρύγχος, ένα μουσούδι μυτερό. Φόβος, ήταν και πάλι εκεί δίπλα της, με φωνή σίγουρη και βλέμμα πυρωμένο, δεν ήθελε να φύγει, δεν ήθελε να μιλήσει δεν ήθελε να σκεφτεί παρά μονάχα να τον βλέπει. Της αρκούσε και μόνο αυτή η τρομακτική ματιά που στοίχειωνε βδομάδες τώρα το μυαλό και τις σκέψεις της, τον ύπνο και τη μέρα της, τις χαρές και τις λύπες της.

Κοίταξε το ξυπνητήρι, ήταν και πάλι τέσσερις το πρωί, τα μάτια διάπλατα και το μυαλό να ουρλιάζει κι εκείνη ξαπλωμένη δίπλα του, στον αγαπημένο της λύκο, να μην μπορεί να βρει γαλήνη. Την καλούσε διαρκώς η θάλασσα με τον απειλητικό βυθό της κι όταν ακόμη έλεγε να ξεφύγει στο δάσος, στοιχειωμένο κι αυτό τώρα από ένα πλάσμα, ένα αγρίμι δυνατό και μεγάλο με μυτερό μουσούδι, δεν την άφηνε να ξαποστάσει. Πήγε να κουρνιάσει δίπλα στον λύκο της αλλά η καρδιά της έκανε τόσο θόρυβο που φοβήθηκε μην τον ξυπνήσει. Σηκώθηκε και πήγε στην κουζίνα για να πιει νερό και να ξεγελάσει το φόβο της και της φάνηκε πως κάτι πλατσούριζε στο σαλόνι, κοίταξε, ευτυχώς ήταν μονάχα το ενυδρείο που μέσα στην απόλυτη ησυχία του σπιτιού ακουγόταν σαν πηγή που ανέβλυζε.
[5ο απόσπασμα], [6ο απόσπασμα], [7o απόσπασμα],
[8o απόσπασμα], [9o απόσπασμα], [10o απόσπασμα],
[11ο απόσπασμα], [12ο απόσπασμα], [13ο απόσπασμα],
[14ο απόσπασμα], [15ο απόσπασμα]

Tuesday, April 24, 2007

Θαλάσσια ανεμώνη [3ο απόσπασμα]


[1ο απόσπασμα], [2ο απόσπασμα]
Είχε περάσει ήδη μια ολόκληρη εβδομάδα που αυτή η σκέψη είχε απλωθεί ίδιο παρασιτικό φύκι μέσα στους λαβύρινθους του μυαλού της, παρασύροντάς την σε ψεύτικους υποβρύχιους κόσμους και καταδύσεις σε υποτιθέμενες καταστάσεις. Η μία βουτιά στην άβυσσο έφερνε την επόμενη, και η επόμενη τη μεθεπόμενη, οι φιάλες να αδειάζουν επικίνδυνα, τα πνευμόνια να ασφυκτιούν, μάταια, η μέθη του βυθού έκαναν τα μάτια της να βλέπουν μαύρα ελκυστικά σελάχια, τα αυτιά της να ακούν μυστικά υποβρύχια καλέσματα, το σώμα της να νιώθει ψευδείς ηλεκτρικές κενώσεις, το μυαλό της, ναι αυτό και μόνο την είχε πια προδώσει, το μυαλό της, το στήριγμα και αποκούμπι της, το όπλο και καταφύγιό της, ο σύμμαχος και συνεργάτης της την τραβούσε τώρα σαν τον καρχαρία που αρπάζει το θήραμα με τα αδυσώπητα δόντια του σε μια μάταιη μάχη επιβίωσης.

Έπιασε τις σελίδες και τις έσκισε αργά μία μία και με κάθε χρατς ένιωθε και μια μαχαιριά να της τρυπάει την καρδιά, ένιωθε και από ένα πλοκάμι της ανεμώνης να της καίει το σώμα, να τη πάλι, αυτή η σκέψη, να τη, σαν ένα κοπάδι από τσούχτρες που το ρεύμα μοιάζει να τις φέρνει μία μία μέχρι που ξαφνικά ανακαλύπτεις ότι όλη η θάλασσα έχει γίνει ένα κοπάδι, πως είναι παντού, γύρω σου, κάτω σου, στο σώμα, στα μαλλιά σου, σε καίνε, κολλούν απάνω σου, να ουρλιάζεις από πόνο και τρόμο, μη σου κολλήσουν στα μάτια, στο στόμα, μήπως σου κοπεί η ανάσα, βοήθεια, ναι βοήθεια, όμως στο βυθό καθένας παλεύει μονάχος, είσαι δεν είσαι στο κοπάδι, κάθε ψάρι είναι ασπίδα σου όσο κι εσύ αντέχεις, αν σε ψαρέψει ο εχθρός μένεις μόνος με τη μοίρα σου, μια μπουκιά λιγότερη ανάμεσα στις πολλές, στις όσες ξεφύγουνε, μονάχα εσύ απομένεις, αντιμέτωπη με τα τρομακτικά κοφτερά δόντια, τα άπειρα και πεινασμένα.

Παύση, οι υπόλοιπες σελίδες αφημένες πρόχειρα στο τραπέζι, στο πάτωμα, στον καναπέ, δεν έχει σημασία, ποιος νοιάζεται, ποιος νοιάζεται αλήθεια, όταν τον μαχαιρώνουν αν η λαβή είναι μεταλλική ή ξύλινη, αν είναι πλατιά ή στενή λάμα, ο πόνος, οξύς και συνεχής είναι ο ίδιος. Τηλέφωνο που χτυπά, χέρι που σηκώνει το ακουστικό, ανάσα που κόβεται στο άκουσμα του υποβρύχιου σφυρίγματος. Πανικός και τρόμος, αγωνία και άγρια χαρά, σκέψη πρώτη και αθόρυβη: να το, να το, το σελάχι, ήρθε, ήρθε στα αλήθεια, σκέψη δεύτερη και αμείλικτη: προσοχή, μη φύγουν φυσαλίδες, δεν είναι σελάχι είναι ο καρχαρίας του μυαλού σου που οσμίζεται τις ματωμένες άκρες της καρδιάς σου, αλήθεια, τόση χαρά, τόση ευτυχία, πού πήγε, πού κρύφτηκε, έλιωσε και διαλύθηκε στο υποβρύχιο ρεύμα, παρασύρθηκε μακριά και την άφησε μόνη της με τις παραισθήσεις της. Καμιά φωνή δεν ακούστηκε, ούτε ψίθυρος ούτε ήχος, μονάχα αυτό το ψυχρό κλακ, λάθος νούμερο, λάθος στιγμή για επικοινωνία.
[4ο απόσπασμα], [5ο απόσπασμα], [6ο απόσπασμα],
[7o απόσπασμα], [8o απόσπασμα], [9o απόσπασμα],
[10o απόσπασμα], [11ο απόσπασμα], [12ο απόσπασμα],
[13ο απόσπασμα], [14ο απόσπασμα], [15ο απόσπασμα]

Sunday, April 22, 2007

Θαλάσσια ανεμώνη [2ο απόσπασμα]


[προηγούμενο απόσπασμα]
«Ξέρεις», ήταν η μόνη λέξη που τον άκουσε να της λέει, που μπόρεσε να ξεχωρίσει από το γλυκό μουρμουρητό του και να σταματά. «Ζήτα μου τώρα αμέσως να φύγω και θα εξαφανιστώ», κατάφερε να ακούσει τον εαυτό της να τoν ικετεύει μέσα από το μυαλό της. Στο βυθό είναι επικίνδυνο να παραμένεις εκτεθειμένος, ακάλυπτος στους κινδύνους, το μαύρο σελάχι την πλησίασε πιο πολύ, «πες μου σε παρακαλώ να φύγω», ήθελε να τον ικετέψει, «πριν να είναι αργά…»

Τώρα ήταν η στιγμή που έπρεπε να ξεφύγει, να γίνει χταπόδι και να αμολήσει το μελάνι της και να κρυφτεί, αντί για αυτό καθόταν πάντοτε δίπλα του, το κεφάλι πεισματωμένα προς τη μεριά του, με ματιά που τον κάρφωναν και το σώμα της παραδομένο στις ηλεκτρικές κενώσεις του κεντριού του. Ένιωθε μουδιασμένη, δεν ήξερε τελικά τι έφταιγε περισσότερο, η ανεμώνη ή το σελάχι, ήξερε μονάχα ότι της αρκούσε να το κοιτάζει και να χάνεται μέσα στο μαύρο του χρώμα, να βλέπει την επικίνδυνη μορφή του με τις καλογραμμένες ακμές της, τα ευλύγιστα πτερύγια-φτερά του που του έδιναν αυτό το αέρινο αγγελικό πέταγμα, συνεχώς πάνω από το ίδιο σημείο.

Κάθονταν ώρες ο ένας πλάι στον άλλον χωρίς να μιλούν, δεν κοιτάζονταν πια, όλα πονούσαν επάνω της μα πιο πολύ η ψυχή της. Κάποια στιγμή το σελάχι γλίστρησε απαλά όπως είχε έρθει, άνοιξε τα λεπτά φτερά του και χάθηκε αργά και θλιμμένα πάνω από τα βράχια, απέμεινε μονάχη, τα χέρια καταματωμένα από τους αχινούς, το σώμα μισοχαμένο μέσα στη θανατερή αγκαλιά της θαλάσσιας ανεμώνης που υπέροχη και αδυσώπητη τη μπόλιαζε με το δηλητήριό της.
«Αχ, σελάχι μου», πρόλαβε να σκεφτεί προτού λιποθυμήσει.


Ξανακοίταζε τι είχε γράψει και αγρίεψε. Ταλαιπωρημένη από την αϋπνία, εξαντλημένη από τη μάχη με τις σκέψεις της θύμωνε και άφριζε, κύμα ορμητικό σε παραλία ρηχή, έτοιμο να καταπιεί με το θυμό του τη στεριά. Κι όμως, όσο κι αν άφριζε, όσο κι αν οργιζόταν, ήταν σαν το νερό που σκάει στην ακτή, ξανά και ξανά, χωρίς σταματημό, χωρίς παύση, χωρίς να μπορεί να ξεφύγει, χωρίς να μπορεί ποτέ να σκάψει τη στερεή αγκαλιά και να χαθεί στη σιγουριά της, καταδικασμένο να έρχεται και να φεύγει, ολοένα να έρχεται και να φεύγει, έστω κι αν τελείωνε κάποτε το καλοκαίρι και ο κόσμος μαζευόταν και πάλι με βαριά καρδιά στην μουντή του ρουτίνα, εκείνο, υγρός Σίσυφος, ολοένα ερχόταν για να φύγει πάλι και πάλι να ξαναρθεί για να φύγει. Έτσι κι ο θυμός της ένα μάταιο ξέσπασμα, αφού την ίδια στιγμή η σκέψη της ξανάπλαθε πάλι και πάλι τη μορφή του γοητευτικού σελαχιού, σαν παιδί στην ακρογυαλιά που φτιάχνει συνεχώς κάστρα στην άμμο, γιατί έτσι είναι τα παιδιά, ψυχούλες που τις τραβά η μαγεία της εύπλαστης ύλης, έτσι ένιωθε να την τραβάει κι εκείνη αυτή η παράξενα γοητευτική ματιά, που πάνω της περιπλανιόταν με την φυσική ηρεμία της φιλικής αδιαφορίας, την οποία το μυαλό της, αυτός ο σκληρός και απερίγραπτος προδότης είχε πλάσει, κάστρο στην άμμο, σε όμορφο ερωτευμένο σελάχι, που την πολιορκούσε.
[3o απόσπασμα], [4ο απόσπασμα], [5ο απόσπασμα],
[6ο απόσπασμα], [7o απόσπασμα], [8o απόσπασμα],
[9o απόσπασμα], [10o απόσπασμα], [11ο απόσπασμα],
[12ο απόσπασμα], [13ο απόσπασμα], [14ο απόσπασμα],
[15ο απόσπασμα]

Thursday, April 19, 2007

Θαλάσσια ανεμώνη [1ο απόσπασμα]


Η όψη της ήταν ήρεμη. Το κορμί ακίνητο, το κεφάλι σαν συγκεντρωμένο σε κάτι σημαντικό, μα τα πλοκάμια της ανεμώνης αργοσάλευαν στο βυθό και τα δάχτυλά της πλέκονταν όλο και πιο σφιχτά και απελπισμένα. Ριγούσε από το βουητό ενός υποβρύχιου σεισμού που συγκλόνιζε τη μεσωκεάνια ράχη του μυαλού της, σκοτεινού και καταχθόνιου. Στα μάτια της συνεχώς η ίδια σκηνή, η ίδια εικόνα, το ίδιο πρόσωπο, η ίδια αιχμηρά γοητευτική ματιά, η ίδια επικίνδυνη έκφραση, σύννεφο μελάνης που την τύλιγε και δεν την άφηνε να διακρίνει τίποτε άλλο.
Π ν ί γ ο μ α ι, ήταν η μόνη λέξη που της ερχόταν στο μυαλό, μια δίνη τη ρουφούσε στην άβυσσο και τα πλοκάμια της ανεμώνης την άγγιζαν και τη νάρκωναν, ζαλισμένη έψαχνε έναν βράχο για να γαντζωθεί, μα παντού αχινοί και γλιστερές πεταλίδες, ο βυθός την καλούσε κοντά της, μάτια τεράστια σελάχια τη σκέπαζαν με το επικίνδυνα γοητευτικό τους κάλεσμα η ανάσα κομμένη, άπνοια, σκοτοδίνη, βύθιση, πνιγμός.

Καθισμένος δίπλα της μιλούσε με μάτια καρφωμένα πάνω της, εκείνη να ανασαίνει αργά, να μη φύγουν πολλές φυσαλίδες και την καταλάβει, νιώσει τον γλυκό της τρόμο, τον πανικό. Το σελάχι έμπειρο την οσμιζόταν, ένιωθε τους χτύπους της καρδιάς της και καραδοκούσε από πάνω της με φτερά του απλωμένα, ένας αρχάγγελος του υδρόκοσμου,

Τώρα τον κοιτούσε κατάματα, επίμονα, μήπως τον τρομάξει και φύγει, όμως η ματιά της δεν έλεγε να αγριέψει, να απειλήσει, μάλλον τον καλούσε να μη σταματήσει να της μιλά και να την κοιτάζει, να την πολιορκεί. Δεν απαντούσε, δεν πίστευε αυτό που συνέβαινε. Δεν έπρεπε να συμβαίνει, δεν επιτρεπόταν να συμβαίνει σε κανέναν από τους δύο και όμως δεν ήταν δυο άνθρωποι που απλώς κάθονταν δίπλα δίπλα, ήταν δυο φοβισμένα ψάρια, ζαλισμένα από το δηλητήριο της θαλάσσιας ανεμώνης.[...]

[2o απόσπασμα], [3ο απόσπασμα], [4ο απόσπασμα],
[5ο απόσπασμα], [6ο απόσπασμα], [7o απόσπασμα],
[8o απόσπασμα], [9o απόσπασμα], [10o απόσπασμα],
[11ο απόσπασμα], [12ο απόσπασμα], [13ο απόσπασμα],
[14ο απόσπασμα], [15ο απόσπασμα]