Showing posts with label σύντομα και αγαπημένα. Show all posts
Showing posts with label σύντομα και αγαπημένα. Show all posts

Tuesday, April 27, 2010

ένα ευρώ και κάτι ψιλά


Η μυρωδιά ήταν δυνατή. Φρέσκο ψωμί, ζεστό και τραγανό. Η πείνα μεγάλη. Είχε να φάει από χθες το απόγευμα και ήταν ήδη επτά και μισή της επομένης. Ήταν βιαστική έπρεπε να φτάσει σε κείνο το σπίτι στις οκτώ και τέταρτο αλλά η μυρωδιά την είχε κόλλησε τώρα εκεί στην είσοδο του φούρνου.
-Θες κάτι γιαγιά; άκουσε μια φωνή να τη ρωτάει από μέσα, νεαρή φωνή, καθαρή μα απρόσωπη.
Δε μίλησε. Έκανε δυο βήματα παρακεί και χτύπησε με το χέρι το ρούχο της. Η δεξιά τσέπη κουδούνισε ελαφρά. Έβαλε το χέρι και μάζεψε ένα ένα τα σπόρια-κέρματα.
'Ενα ευρώ και κάτι ψιλά ήταν. Χαρτονόμισμα κανένα.
Δίλημμα: ή έπαιρνε λίγο ψωμί τώρα και πήγαινε με τα πόδια, καθυστερώντας όμως έτσι στα σίγουρα, ή αγόραζε το εισιτήριο που της έλειπε και πήγαινε στη στάση. Αναστέναξε.

Ένα ευρώ και κάτι ψιλά. Όσες φορές κι αν τα κοίταζε, όσες φορές κι αν τα έριχνε στην τσέπη της και τα έβγαζε πάλι δεν άλλαζε τίποτε. Ίσα ίσα που κάποια στιγμή το ένα δεκαρικάκι σκάλωσε σε κάποιες κλωστές που περίσσευαν μέσα στην τσέπη και σαν να το έχασε για λίγο.

'Ενα ευρώ και κάτι ψιλά. Αυτό της είχε πλέον απομείνει και έπρεπε να περιμένει μέχρι το απόγευμα που θα της μετρούσε η κυρά το μεροκάματο. Αν της το μετρούσε κι αυτό. Δυσκολεύομαι, της είχε πει τις προάλλες, όταν γύρισε από το ακριβό κομμωτήριο της γωνίας από το οποίο γύρισε αγνώριστη και με πλουμιστά νύχια.

-Κάνε στην άκρη χριστιανή μου, της είπε ένας βιαστικός και την έσπρωξε την ώρα που ξανάκρυβε το θησαυρό της στην τσέπη. Κάτι κουδούνισε στο πεζοδρόμιο και τσούλησε μακρυά. Έντρομη ξανάβγαλε τα κέρματα και τα μέτρησε, μα ήταν ανώφελο: όλες τις φορές απλώς τα κοίταζε χωρίς να τα μετράει. Τουλάχιστον το ευρώ ήταν ακόμη εκεί. Δικό της.

Πήγε άλλο ένα βήμα πιο κει και κοίταξε απέναντι στη στάση. Ο κόσμος μυρμήγκιαζε, πάλι δεν θα είχε λεωφορείο, ποιος ξέρει. Πήγε άλλο ένα βήμα και πάλι κατά το φούρνο. Μουρμούριζε. Ένα ευρώ και κάτι ψιλά. Ένα ευρώ και κάτι ψιλά.

[Θυμήθηκε ή νόμιζε πως θυμήθηκε τα όνειρά της, αραχνιασμένα και σκοροφαγωμένα, πατσαβούρες ριγμένες στη γωνία]
Και τότε θύμωσε. Πήρε μια ανάσα και αργά αργά ανέβηκε τα δυο σκαλάκια του φούρνου.
-Καλώς τηνε, καλημέρα, της είπε η ίδια νεαρή φωνή. Σαν να είχε γλυκάνει τώρα.


Έφτασε σχεδόν ένα τέταρτο αργότερα στο σπίτι και βρήκε εκεί την κυρά να καπνίζει και να χειρονομεί μιλώντας δυνατά έξω στο μπαλκόνι στο κινητό της. Ούτε που την πήρε χαμπάρι. Ήσυχα ήσυχα, όπως σε όλη τη ζωή της, πήγε στο αποθηκάκι και φόρεσε την ποδιά της. Μάζεψε καλύτερα τα μαλλιά της και σήκωσε τα μανίκια της. Σε λίγο άκουσε την εξώπορτα να χτυπά και τα τακούνια να απομακρύνονται νευρικά.

Χαμογέλασε. Στη τσέπη της είχε ένα κομμένο κομμάτι ψωμί. Ήταν ακόμη ζεστό και πάντοτε τραγανό. Το έβγαλε και δάγκωσε με την καρδιά της άλλη μια μπουκιά.
Και μετά ρίχτηκε στη δουλειά της. Αμίλητη μα ευτυχισμένη. Αόρατη για τους περισσότερους και μη σημαντική.

Ένα ευρώ και κάτι ψιλά.
Η ζωή της όλη.

Monday, May 11, 2009

Κουδούνι

'Αστραφτε. Ο απογευματινός ήλιος χάιδευε την επιφάνειά του. Οι ακτίνες αναπηδούσαν στη λεία επιφάνεια και ξεγελούσαν το μάτι, πως τάχα ξεπετάγονταν από αυτήν.
Χαμογέλασε.

Κάτι τέτοια απογεύματα η λίμνη ήταν συνήθως ήρεμη, τα νερά χωρίζονταν από τον ουρανό με μια νοητή γραμμή, ένας άλλος Μωυσής είχε χωρίσει τους δύο κόσμους αλλά το χρώμα τους πάλευε να ενωθεί προσπαθώντας να πνίξει την ηδονική αγωνία που χτυπούσε στο ρυθμό της καρδιάς του: τόση γαλήνη και ομορφιά... 

Το χέρι του έμεινε μετέωρο: κίνηση κομμένη στη μέση. 

Θυμήθηκε τους σταχτοτσικνιάδες. Εκεί πέρα στη λίμνη του, όταν κάτι τα τρόμαζε, ένας ήχος, μια κίνηση, έτσι κοκκάλωναν για λίγο: λαιμοί μετέωροι, κίνηση κομμένη στη μέση...

Το χέρι πάντοτε ακίνητο, αιωρούμενο ανάμεσα σε εκείνον και σε αυτό, που άστραφτε ακόμη, φεγγοβολούσε.   

Αγαλλίαση.

Αγαλλίαση.
Ο ήχος από τα φτερά τους, όταν τελικά άφηναν την ήρεμη επιφάνεια, οι αργυροπελεκάνοι που τον κοιτούσαν πλέοντας νωχελικά με το ένα μάτι...

Μια στιγμή μαγική. Εκείνο να αστράφτει και το χέρι του να αχνοφέγγει υποδόρεια, με τρόπο μοναδικό, όπως μονάχα τα δέρμα γνωρίζει: να ρουφά αχόρταγα το φως μέσα του και να απλώνει τη θαλπωρή του, ένα ζεστό αλάβαστρο.

Ο ξερός ήχος πυροβολισμού δεν άφηνε καμιά αμφιβολία, η γαλήνη έσπασε χίλια μικρά κομμάτια και η επιφάνειά της λες και ανασηκώθηκε ολόκληρη, σμήνη από ζεύγη φτερών αναζήτησαν την ουράνια σωτηρία, ανήσυχος κοίταξε προς την πλευρά των κυνηγών...

"Να βοηθήσω;" άκουσε δίπλα του μια φωνή, στεκόταν πάντοτε εκεί στην είσοδο, με το χέρι απλωμένο λες και προσπαθούσαν τα δάχτυλά του να διαβάσουν τα ονόματα στα κουδούνια. Παραμέρισε και αναστέναξε με ευχαρίστηση: της είχε ξεφύγει και πάλι λιγάκι, της πόλης, ακόμη και για λίγο, λίγες στιγμές προτού χτυπήσει το κουδούνι, για άλλη μια τυπική συνάντηση, άλλες τρεις ώρες δουλειάς...

Το κουδούνι που χαμογελούσε συνωμοτικά και άστραφτε, καθώς ο απογευματινός ήλιος χάιδευε την επιφάνειά του.

Friday, May 30, 2008

σκηνή


Pablo Picasso - Still Life on a Piano - Oil on canvas


Πήγε σαν υπνωτισμένη, σήκωσε το καπάκι και άρχισε να παίζει. Οι χορδές ξεκούρδιστες από καιρό, μες στο μυαλό της τεντώνονταν, ξανάνιωναν και αποκτούσαν την αλλοτινή τους ευφωνία. Οι συγχορδίες σίγουρες και δυνατές ξεδίπλωναν τα κοιμισμένα δάχτυλα• τα μάτια κλειστά αρνιόνταν να κοιτάξουν τα αγαπημένα πλήκτρα, όπως ακριβώς όταν ξανασυναντάμε ένα πρόσωπο αγαπημένο μετά από χρόνια, η ματιά μας δεν χρειάζεται να κυλίσει πάνω στις γνώριμες γραμμές για να το νιώσει, έτσι και τα ακροδάχτυλα έβρισκαν με σιγουριά τον στόχο τους, την κάθε νότα.

Ο επίμονος ήχος του τηλεφώνου την ξύπνησε. Άνοιξε δυσαρεστημένη τα μάτια, το κουδούνισμα ακούστηκε σαν φάλτσο στη διάρκεια μιας παύσης, αλλιώς ούτε που θα το είχε πάρει είδηση ότι χτυπούσε. Σαστισμένη ακόμη από το προηγούμενο θαύμα σήκωσε το ακουστικό. Για κάποια διαφήμιση ή κάποια δημοσκόπηση λέει, κατέβασε απλώς το ακουστικό και βγήκε στο μπαλκόνι.

Ήταν σούρουπο και τα δέντρα στον κήπο διαγράφονταν σαν χορευτές που περίμεναν να αρχίσει η μουσική. Δεν φυσούσε καθόλου και μια περίεργη ηρεμία απλωνόταν παντού. Ακόμη και τα τζιτζίκια τερέτιζαν φοβισμένα. Όμως εκείνη είχε στο μυαλό το κομμάτι, παλιό και ξεχασμένο που είχε ανέλπιστα ταιριάξει στα δάχτυλά της, σαν ένα παλιό φουστάνι, κρυμμένο και χαμένο σε κάποια ντουλάπα από χρόνια, που όμως αγκαλιάζει και πάλι το σώμα σαν να μην το είχε αποχωριστεί ποτέ.

Tuesday, April 15, 2008

Μονεμβάσια



Kαι πάλι ανάγλυφη γίνεσαι.


Μέσα μου αναδεύεις τα χρώματα της ψυχής μου με το γκρίζο της ράχης, το σκοτεινό μπλε της αρμυρής σου αγάπης.


Ορθώνεσαι, μια ανάσα μισογκρεμισμένη,
με τη μοναδική σου είσοδο, στεμμένη από την αύρα του ποιητή.

Αγγίζω με δακρυσμένα πέλματα τα λίθινα δρομάκια σου
-χειμώνα μονάχα ή μέρες με αντάρα.-
Κλείνω με πόνο τα μάτια στις γιορτές που σε κάνουν να ασφυκτιάς,
θέλω μοναχα δική μου τη ματιά σου.

Γαληνεύω σαν ακούω την εκκωφαντική σου ησυχία να μου τρυπά τα ώτα,
αιωρούμαι πάνω από το τείχινο στέμμα σου, εκεί που κείτονται οι αναμνήσεις ανάμεσα σε αγριόχορτα.
Μα πάντοτε θα έρχεται η μέρα της φυγής,
μια δίνη με τραβά τότε μακρυά σου...


Κι όμως, για μένα κατοικείς μες την ψυχή μου.
Ανάμεσα σε δυο γουλιές κρασί και λίγο ψάρι,
να μουρμουράς τα μυστικά τραγούδια,
που τα γνωρίζουν μόνο όσοι είναι σε σένα ριζωμένοι.

Πώς τους φθονώ αλήθεια, -ας είναι όλοι τους καλά...-
Πού ξέρεις αν κάποτε αγκυροβολήσω κι εγώ στην αγκαλιά σου...








για τον αγαπημένο μου Ναυτίλο

Friday, September 28, 2007

Η ιστορία της πέτρας που έπεφτε


Σήμερα θα σας διηγηθώ την ιστορία της πέτρας που έπεφτε.

Μια ιστορία ανούσια, ούτε μεγάλη ούτε πολυσύνθετη, χωρίς πρόσωπα, χωρίς γεγονότα, χωρίς περιγραφές.

Είναι η ιστορία μιας πέτρας που πέφτει, πέφτει, πέφτει και πέφτει…

Δεν ξέρει προς τα πού, δεν ξέρει γιατί, δεν ξέρει πώς βρέθηκε σε αυτήν την κατάσταση…
Το μόνο που καταλαβαίνει είναι αυτό: ότι πέφτει.

Κι όμως, αν δεν ήταν παρά μια απλή μικρή πέτρα θα διαπιστώναμε ένα χαμόγελο:
το πικρό, παγωμένο χαμόγελο της αγωνίας, στο στενό της κορμάκι.


[από το σεντούκι μου, 2001]

Tuesday, September 4, 2007

ΑΝΩΡΘΩΓΡΑΦΦΥΑ



Αππό αιχθέσ φωββάμε,
φωββάμε πωλή ώττι θα κσανακκηλοίσσω,
ώττι θα κσανακκηλοίσσω στεις μάβραις σκαίπσης μου,
στυν απεσσειωδωκσία,
στοιν παρρέτισσει
στιν αμμυχανοία

ώττι θα σαι κειττό κε θα μαιτρό πώσσους μείνες οίσε κωντά μου.
κε θα αφουγγράζζωμε τι ζοεί που ακκώμυ ανναβλίζοι κριστάληνυ κε διννατεί αππώ μαίσσα σου κε μάττεα θα πρωσσπαθό να μανταίπσο πώσω ακώμι...

δαιν τωλμώ ούτται να το γράπσω, αλά δαιν ανταίχο κε ώλη τι σειωπί που ω φώβως θαίλη να μου αιππειβάλοι.

Οίννε δίσκωλω κε ώμμος πραίπποι να δαιχθό ώττι αφτώ που σαι στιχυόνοι ίνε αικοί πάντοτται, διννατώ κι απάνθροπω, τιφλλό στυν ωμωρφειά σου, κουφφώ στι φοννί σου, κριμαίνω μαίσσα σου πρωσπαθύ να σαι νηκείσοι...

Κε ώμως σταίκοις πάντωτται γαινέα οσ Αμμαζώνα, αγαίροχι ος βωτσαλωμμάτα Κώρρι κε τω αγνωοίς...

Θα οίμασται πάντοται δύππλα σου καρδούλλα μου κε αν λιγείζο μωννάχα αιδό, μακρειά σου, κε αν φωβάμε θα τω κσορκείσο προττού γιρρείσο...

Κε τω κσορκείζο αιδδό, γράφφωντας σαι γλόσα ανωρθώγρραφυ κε γαιλλεία γοια να μυ μαι καταλλάβοι αφττώ αικοί τω άττυμμω
γοια να τω ξαιγαιλλάσσο, μαίχρυ να πειάσσο πάλλυ τω σκουττάρυ κε τω δώρι κε να του ωρμύσσο κε πάλλυ στω πλάη σου...

Monday, April 16, 2007

θαλάσσιες φολίδες


Οι θαλάσσιες φολίδες λαμπύριζαν μία μία. Πότε ανασηκώνονταν εκείνες και πότε οι άλλες, το υδάτινο θηρίο μπροστά στα πόδια της, ξαπλωμένο χιλιάδες χρόνια ανάμεσα στα δύο μυτερά στήθη της Γαίας ανατρίχιαζε συνεχώς, όπως η πλάτη από χέρι αγαπημένου.
Το δέρμα του, υγρό και ρέον, άλλαζε χρώματα διαρκώς, ένα κρυστάλλινο ρευστό ουράνιο τόξο που αντανακλούσε το δέρμα του ουρανού.

Δάκρυα αυλάκωναν το σταρένιο της πρόσωπο, αλμυρά δάκρυα, στραφταλιστά. Ήταν τα δάκρυα του θηρίου που φιλούσαν το πρόσωπό της. Δάκρυα αλμυρά και δροσερά, φιλιά του Ποσειδώνα. Είχε μόλις βγει στην επιφάνεια από την υγρή αγκαλιά του, το σώμα της ακόμη ενωμένο μέχρι τη μέση με το δικό του, με τον κορμό ελεύθερο στον αέρα και το νερό να τρέχει σαν μικρά μικρά ρυάκια από τα μαλλιά της. Κι εκείνο να την καλεί ξανά και ξανά και με κάθε βουτιά ένιωθε στο σώμα της τις δονήσεις από τους κυματώδης χτύπους της καρδιάς του.

Πήρε μια βαθιά ανάσα και χάθηκε και πάλι στα σωθικά του, εκεί όπου ο κόσμος όλος πετούσε με πτερύγια μέσα στο διάφανο αίμα του. Βουτούσε ξανά και ξανά και κάθε φορά ένιωθε να καταλαβαίνει τη ζωή καλύτερα, ένιωθε την ευτυχία να την πλημμυρίζει, σαν ένα μπουκάλι με κραυγή απελπισίας από έναν ξεβρασμένο ναυαγό: καθώς το μπουκάλι γέμιζε από το θαλασσινό αίμα, το χάρτινο μήνυμα έλιωνε από την ορμή του και ελευθέρωνε την τρομαγμένη της ψυχή. Δεν ένιωθε πια ναυαγός, ούτε απελπισία, μήτε καν φόβο, μονάχα μιαν πληρότητα, όπως εκείνο το μπουκάλι, απελευθερωμένο από το αυτοσχέδιο πώμα κείτονταν τώρα γεμάτο νερό και ικανοποίηση στον βυθό…

Σαν δυο εραστές αποκαμωμένοι από την σφιχταγκαλιαστή μάχη κείτονταν τώρα πλάτη πλάτη: το θηρίο απλωμένο πάντοτε εκεί στην αιώνιά το θέση, πάντα ανήσυχο και βρυχώμενο, με τις πρασινογάλαζες φολίδες του να χτυπούν ρυθμικά τα στήθη της Γαίας και εκείνη ξαπλωμένη ανάσκελα στην πλάτη του, αφημένη στο τρεμάμενο κορμί του.
-Μη με ξεχάσεις, το ικέτευε, αχ, μη με ξεχάσεις…
Αναστεναγμός στη σκέψη αυτής της παιδιάστικης παράκλησης: εκατομμύρια άλλα κορμιά είχαν αγγίξει τις φολίδες του θηρίου, εκατομμύρια άλλα κορμιά είχαν νιώσει την ηδονή της πληρότητας, εκατομμύρια άλλα κορμιά το είχαν χαϊδέψει, αγαπήσει, χαθεί στην αγκαλιά του. Πολλά από αυτά για πάντα…
Και το θηρίο γουργούριζε και μουρμούριζε τον αιώνιο του ύμνο νανουρίζοντάς την γλυκά στην αγκαλιά του.

Saturday, April 14, 2007

Ηλιακός αχινός


Στον ουρανό ογκώδη μολυβένια, νεφώδη βράχια, άνοιγμα μιας υποβρύχιας σπηλιάς σκαρφαλωμένης στον ουρανό και μέσα της ένας τεράστιος χρυσός αχινός που αργοσάλευε• τα ακτινωτά αγκάθια του ξεπρόβαλλαν αιχμηρά από τα γύρω βράχια, άλλα να τρυπούν την ουράνια επιφάνεια του θόλου και άλλα να ακουμπούν με σιγουριά τον γήινο πυθμένα.
Τα βράχια παρασύρονταν πολύ πολύ αργά από τα ουράνια ρεύματα προς την ανατολή και έτσι ο αχινός έμοιαζε να κατεβαίνει ψηλαφιστά.
Πήρε μια βαθιά ανάσα• δεν ήταν σίγουρη αν όλην αυτήν την ώρα που κοιτούσε εκστατική το ουράνιο αυτό θαλάσσιο πλάσμα είχε κοπεί η ανάσα της ή αν κάποιο από τα ηλιακά αγκάθια είχε τρυπήσει με μια γλύκα θεσπέσια την ψυχή της.
Τα βοτσαλωτά της μάτια άρχισαν να παίρνουν το πράσινο των δαντελωτών φυκιών που έβρισκε κάθε τόσο παρασυρμένα από το κύμα στα πόδια της τα απογεύματα, όταν περπατούσε στην άκρη της ακρογυαλιάς.
Ανατρίχιασε. Ο αχινός ξανάσμιγε με την αγκαλιά των μολυβένιων βράχων. Ένα ψυχρό αεράκι, βαθύς αναστεναγμός μιας αγγελικής γοργόνας του ουρανού, την έκανε να ριγήσει… Γύρω της όλα σκοτείνιαζαν σκεπασμένα από μια γκριζωπή πηχτή αύρα. Στα πόδια της, ακίνητα τόση ώρα και μισοβυθισμένα στην άμμο από το αέναο χάδι των κυμάτων, ένα καβουράκι. Δεν το είδε παρά μονάχα την τελευταία στιγμή, λίγο προτού το ανασηκωμένο ήδη πόδι της το πατήσει. Όμως εκείνο την είχε δει και βουτούσε και πάλι στη σιγουριά του βυθού.
Έκανε άλλο ένα βήμα, κι έπειτα κι άλλο, κι άλλο και με καθένα από αυτά οι ουράνιες γοργόνες έσβηναν, τα βράχια αποκτούσαν την νεφώδη τους υπόσταση και ο αχινός ήταν πλέον ένας κόκκινος ηλιακός δίσκος που αργοπέθαινε στον ορίζοντα.
Με κάθε βήμα τα βοτσαλωτά μάτια της έφεγγαν όλο και περισσότερο λες και είχαν ρουφήξει όλον τον πύρινο αχινό, λες και η ακτίνα που πριν είχε μπει μέσα της πάλευε απεγνωσμένα να βγει από αυτά.

Friday, April 13, 2007

Lion-sur-Mer

Στα μάτια η θάλασσα όλο και ξεμάκραινε… αργά, αθόρυβα, σαν ένα μυστικό που το γνωρίζει μονάχα ένας, σαν το χάδι που κυλά –αργά κι αθόρυβα- από την πλάτη όλο και πιο χαμηλά.. Οι γλάροι, μεγαλόσωμοι και επιβλητικοί κύκλωναν από παντού τον υδάτινο δραπέτη που όλο και ξέφευγε, γλύστραγε και χανόταν σαν ένα καλόβολο μα επίμονο ποτάμι… Σε λίγο εμφανίστηκαν παιδιά από την προκυμαία, με ποδήλατα και μπάλες, χαίρονταν τον ανοιγμένο, τον αδειασμένο χώρο σε χρόνο δανεικό και μετρημένο, μέχρι που η θάλασσα θα επέστρεφε και πάλι να γεμίσει με την αρμύρα της την παραλία. Και κάπου στο βάθος κάποιος πάνω σε μια ιστιοσανίδα με ρόδες και γλύστραγε πάνω στα κύματα της άμμου…
Σηκώθηκα από τον βράχο κι άρχισα να περπατώ στην υγρή άμμο. Ο ήλιος λαμπύριζε επάνω της απαλά, δεν είχε και πολύ κουράγιο να ξεπροβάλει από τα σύννεφα που τον έπνιγαν. Περπατούσα ίσια μπροστά, ακολουθώντας τα νωπά ακόμη χνάρια του δραπέτη που τώρα πια είχε χαθεί στο βάθος, σκύβοντας κάθε τόσο μαγεμένη από την πληθώρα των αλλόκοτων πραγμάτων που συναντούσα: πλάι σε κοχύλια, κόκκαλα από σουπιές, ξύλα –σμιλεμένα από την αρμύρα της θάλασσας-, νεκρά ψάρια, σκουλήκια, σκουπίδια και ό,τι είδους φύκια μπορούσες να φανταστείς βρήκα ένα ζευγάρι παλιά γυαλιά, ένα πιόνι από σκάκι, μια ακέφαλη πλαστική κουκλίτσα και ένα μικρό κομμάτι από τούβλο με τμήμα επιγραφής
… UANCO
… UL GERIN
… ONQUAY CALV
Το σήκωσα στο χέρι μου, γέμιζε την παλάμη μου ευχάριστα και μουρμουρίζοντας ένα παλιό αγαπημένο τραγούδι, το έχωσα κι αυτό στην αριστερή μισογεμάτη τσέπη της μακριάς ξεχειλωμένης ζακέτας μου.

Tuesday, April 10, 2007

Άτιτλο

Κόντευε να νυχτώσει μα δεν ήθελε να σταματήσει ούτε λεπτό να διαβάζει. Τα μάτια της, που είχαν πια συνηθίσει στο λιγοστό φως, λίγο αν ξέφευγαν από το χαρτί θα έχαναν, λες, την ικανότητα να το ρουφούν. Θά 'χαναν την ικανότητα να σιγολάμπουν και να το φωτίζουν με το δικό τους θαμπό φως. Γιατί έκλαιγε, καθώς διάβαζε, και τα δάκρυα άλλοτε άστραφταν στο τελευταίο φως που τα χάιδευε, άλλοτε γίνονταν κρύσταλλο που τ' αγκάλιασε πάχνη και δε μπορούσες πια να ξέρεις τι έβλεπαν τα μάτια στ’αλήθεια και τι δημιουργούσε το μυαλό.
Μα κάποτε την έκοψε η ματιά της, μια σουβλιά από την υπερένταση, κάποτε γύρισε να δει, να φανταστεί το ηλιοβασίλεμα που δεν φαινόταν από το κρεββάτι στο οποίο είχε γείρει και τότε η συνέχεια χάθηκε, το φως διαλύθηκε και τα δάκρυα έπεσαν με βρόντο στο πάτωμα. Τα δάκρυα γαντζωμένα από τις σελίδες του βιβλίου αρνιόντουσαν πεισματικά να πέσουν, μέχρι που το κουρασμένο χέρι τ’άφησε να βροντήσουν όλα μαζί κάτω. Γι’αυτό και έκαναν τόσο θόρυβο πέφτοντας.
Γύρισε το κεφάλι της προς τη μεριά του τοίχου και παρατηρούσε το σημάδι από κάποιο κάδρο που πρέπει να τον κοσμούσε χρόνια μέχρι που κάποιος το έβγαλε, μέχρι που έπεσε, ίσως, και κανείς δεν έσκυψε να το πιάσει. Τα μάτια της, όμως, θυμόντουσαν ακόμη κάθε λεπτομέρειά του τό’βλεπαν ακόμη εκεί και στην εικόνα του χαμογελούσε.
-Για δες, λοιπόν, που έμεινε για πάντα εκεί, σκεφτόταν, για δες, λοιπόν κάτι πράγματα που συμβαίνουν.
Από την ανοιχτή κουρτίνα μπήκε ένα περίεργο έντομο και πήγε και κάθισε στο κέντρο του κάδρου, στο κέντρο του χώρου που άλλοτε κρεμόταν το κάδρο. Σημάδι, μπα, μια σύμπτωση όλη κι όλη. Είχε περάσει ανεπιστρεπτί ο καιρός που η φύση συνομιλούσε μαζί της, τής έγνεφε και τής εξηγούσε, την καθοδηγούσε ή την παρηγορούσε, όταν όλο αγωνία σήκωνε το βλέμμα της στον ουρανό για να βεβαιωθεί ότι τουλάχιστον αυτός έστεκε εκεί αόρατα γαλανός, άυλα στέρεος, εκεί, ένας ζεστός χειμωνιάτικος σκούφος που θα την έκρυβε από τα άπειρα φωτεινά μάτια της νύχτας.

Monday, April 9, 2007

Διόδια

Κάθονταν δίπλα δίπλα στο αυτοκίνητο. Κι όμως για πρώτη φορά η απόσταση ανάμεσά τους ήταν τόσο μεγάλη. Κάτι υπήρχε εκεί ανάμεσά τους, σαν αόρατο τείχος που υψώνονταν πάνω από τον λεβιέ των ταχυτήτων.
Δεν τολμούσε να ρωτήσει. Αυτή η αίσθηση της απομάκρυνσης τη βασάνιζε καιρό, όμως σήμερα φοβόταν την καταιγίδα.

Πέρασαν από τα διόδια, θα πήγαιναν από Αττική Οδό. Στο γκισέ μια πολύ όμορφη κοπέλα με μεγάλα μελαγχολικά μάτια κι ένα υπέροχο πρόσωπο απάντησε με βελούδινη φωνή στον χαιρετισμό του. Ακούστηκε ο πυροβολισμός της σκανδάλης, όπως τότε, κολυμβήτρια ακόμη, τον ένιωθε να δονεί την καρδιά της στην αρχή κάθε αγώνα. Τότε η αγωνία της νίκης. Τώρα η επιβεβαίωση της ήττας. Πολλές φορές είχε νιώσει ηλεκτρισμένο το πεδίο δίπλα του. Η αύρα του που ηλέκτριζε σαν ορμητικό μαύρο σύννεφο το κορμί της. Όταν κοιτάζονταν, όταν ακουμπούσε η μια ματιά την άλλη. Ένιωσε το ίδιο, μα τώρα η καταιγίδα έπεφτε έξω από το τζάμι. Εκείνη, θεατής μέσα στο αυτοκίνητο. Μια αστραποφόρα βροχή τύλιξε το χέρι του, καθώς έπαιρνε από το χέρι της τα ρέστα και το χαρτάκι.

Τρία χιλιόμετρα μετά και η βροντή ακόμη ηχούσε. Σαν άλλος Δίας έφεγγαν τα μάτια του, καθώς την αποχαιρετούσε νοερά από τον καθρέφτη. Τα σγουρά μαλλιά του σπίθιζαν ακόμη, όταν έστρεψε φευγαλέα το κεφάλι του σε εκείνο το γκρίζο κουβούκλιο που άφηνε πίσω του, που κουβαλούσε μαζί του.

Επτά χιλιόμετρα μετά κι ακόμη δεν τολμούσε να μιλήσει.

Δυο μέρες μετά, ώρα περίπου η ίδια κάθονταν και πάλι δίπλα δίπλα στο αυτοκίνητο. Η απόσταση ανάμεσά τους πολύ μεγάλη. Αυτό το κάτι υπήρχε εκεί, πάντα εκεί ανάμεσά τους, σαν αόρατο τείχος πάνω από τον λεβιέ των ταχυτήτων.
Δεν τολμούσε να μιλήσει. Η αίσθηση της απομάκρυνσης τη βασάνιζε πάντα, σήμερα περίμενε την καταιγίδα.

Πέρασαν από τα διόδια, θα πήγαιναν από Αττική Οδό. Με σιγουριά ερωτευμένου κατευθύνθηκε στο γνωστό κουβούκλιο. Κρατούσε την ανάσα του, η γαλήνη πριν από την καταιγίδα. Στο γκισέ η πολύ όμορφη κοπέλα με τα μεγάλα μελαγχολικά μάτια κι το υπέροχο πρόσωπο δεν απάντησε στον χαιρετισμό του. Σιωπή. Ακούστηκε ο πυροβολισμός της σκανδάλης, όπως τότε, κολυμβήτρια ακόμη, το ένιωθε να δονεί την καρδιά της στην αρχή κάθε αγώνα. Τότε η αγωνία της νίκης. Τώρα η επιβεβαίωση της ήττας. Από το βάθος του στήθος του ακούστηκε ένας τρομερός αναστεναγμός. Τον λυπήθηκε. Ξαφνικά τον είδε να κυλά στο τζάμι σαν την πρώτη χοντρή ψιχάλα της καταιγίδας. Της καταιγίδας που έπεφτε έξω από το τζάμι. Εκείνη, θεατής μέσα στο αυτοκίνητο. Μια αστραποφόρα βροχή τύλιξε το χέρι του, καθώς έπαιρνε από το χέρι της τα ρέστα και το χαρτάκι.

Τρία χιλιόμετρα μετά και ο αναστεναγμός ακόμη ηχούσε. Σαν άλλος Δίας έφεγγαν τα μάτια του, καθώς την αποχαιρετούσε νοερά από τον καθρέφτη. Τα σγουρά μαλλιά του σπίθιζαν ακόμη, όταν έστρεψε φευγαλέα το κεφάλι του σε εκείνο το γκρίζο κουβούκλιο που άφηνε πίσω του, που κουβαλούσε μαζί του.
Άλλο ένα χιλιόμετρο. «Τελικά έχουν σταθερά πόστα στα διόδια;» τον ρώτησε. Παύση. Σιωπή. «Ήταν η ίδια κοπέλα και προχθές» μονολόγησε τάχα αφηρημένη. Σιωπή. Τον κοίταξε. Δεν απάντησε, μόνο κάτι σαν μουγκρητό ακούστηκε. Σαν από πονεμένο αγρίμι. Και ούτε μια ματιά, αυτός που κάποτε μέσα σε μια ματιά χωρούσε ολάκερο τον κόσμο.