Showing posts with label αστρική σκόνη. Show all posts
Showing posts with label αστρική σκόνη. Show all posts

Wednesday, March 4, 2015

Αστερόσκονη


Η αστερόσκονη είναι περίεργο πράγμα: πέφτει, πέφτει... λες ότι απλώς πέφτει αλλά να που κάνει μία έτσι, σα να παίρνει μια ανάσα, σα να αναστενάζει κ αντί να κάτσει απαλά πάνω στο φύλλο έρχεται απαλά απαλά, χάδι αστρικό, κ κουρνιάζει μέσα στα μαλλιά σου, πάνω στα ματοτσίνορά σου, πίσω από το αυτί σου κ μετουσιώνεται σε κομμάτι σου...

Περίεργο πράγμα...

Εσύ δεν το νοιώθεις, δεν το καταλαβαίνεις, μπορεί να το αισθάνεσαι σαν μια πνοή που ανάδευσε ένα σου τσουλούφι, σαν ένα φευγαλέο βλέμμα στη ματιά σου, σαν ένα απαλό ήχο, αλλά εκείνη έχει πια γίνει ένα με το αίμα σου, κυλάει, με κάθε χτύπο φτάνει κ πιο κοντά σου, αρχίζει κ ενώνεται με τα αιμοπετάλιά σου, βλασταίνει κ πολλαπλασιάζεται, νεοπλασία ευεργετική που έχει φτάσει από μακρυά, από τόπους που πια δεν υπάρχουν, που ακόμη δεν έχουν γεννηθεί... κ έτσι, έτσι απαλά κ ήσυχα όπως τρύπωσε μέσα σου, έτσι αθόρυβα γίνεται ένα, μετά δύο, τέσσερα, οκτώ κ πάει λέγοντας κύτταρα...

Περίεργο πράγμα...

Κάθε μέρα η αστερόσκονη πέφτει, αόρατη βροχή που καλύπτει τα πάντα, στίγμα στίγμα καλύπτει ό,τι βρει, τρυπώνει κ μετουσιώνεται... Εμείς οι άνθρωποι το έχουμε πια ξεχάσει, λίγοι από εμάς τη νοιώθουν, ελάχιστοι καταλαβαίνου τι τους ψιθυρίζει, οι περισσότεροι ίσως κ να την αποτινάζουν ασυναίσθητα, τόσο που έχουν ξεχάσει πώς είναι το χάδι...

Περίεργο πράγμα...

Tuesday, June 10, 2014

άτιτλο




Δεν υπήρχε περίπτωση να αλλάξει πλέον κάτι, όλα είχαν ειπωθεί και τακτοποιηθεί στη συνείδηση, σιδερωμένα σεντόνια στο κάτω ράφι, μαξιλαροθήκες στο πάνω μαζί με κάτι πετσέτες. Ήταν καθαρά και πλυμένα, σιδερωμένα -με τσάκιση-τα λόγια, από αυτήν που σου τσακίζει κάτι μέσα σου. Όμως φαίνονται ωραία, περιποιημένα, φροντισμένα, αθώα, γλυκό χαμόγελο που σε σφάζει με το βαμβάκι.
Έκλεισε την ντουλάπα αλλά τα λόγια δεν έλεγαν να σβήσουν, είχαν πια καταλάβει την ντουλάπα της σκέψης, τη γέμιζαν πέρα ως πέρα, σιγά σιγά θα έλεγες ότι φούσκωναν, γίνονταν σπουδαία, εκεί μέσα, στην ντουλάπα, τα άκουγε να βροντοχτυπάνε από μέσα, είμαστε εδώ μη μας αγνοείς, φωνάζανε, και ήταν αδύνατον πλέον να χωρέσει και τα δικά της.
Κρατώντας τα στα χέρια, δυο μαξιλαροθήκες και ένα ριγέ σεντόνι όλο και όλο, βάλθηκε να ψάχνει το σπίτι, να βρει ένα μέρος να τα βάλει, να μπουν και αυτά -ωραία και τακτοποιημένα-... όμως χώρος δεν υπήρχε πλέον πουθενά.
Δεν υπήρχε λοιπόν πράγματι περίπτωση να αλλάξει κάτι... τα άλλα είχαν ειπωθεί και τακτοποιηθεί μια χαρά. Και έμεινε με τα δικά της στα χέρια και με τα λόγια της να πετάνε χωρίς καμμιάν ελπίδα έξω από το παράθυρο...


Saturday, February 18, 2012

άτιτλο



...έτσι περπάταγε τελευταία: μηχανικά, ένα βήμα μετά το άλλο, μια δρασκελιά να ακολουθεί δεμένη με αλυσίδα την άλλη, μάτια χαμηλωμένα, αυτιά χωμένα στο γιακά, αυτός ο παγερός αέρας φυσούσε μήνες τώρα -πάντοτε με την ίδια ένταση, από την ίδια κατεύθυνση πάντοτε, το ίδιο κρύος, το ίδιο αδιάφορος, να τον προσπερνά, να του ρίχνει σκόνη στο πρόσωπο-, ένα βήμα μετά το άλλο, μια δρασκελιά να ακολουθεί πεισματωμένα την άλλη, μέτρο μέτρο να προχωρά και να είναι πάντοτε στο ίδιο μέρος, στη ίδια πνιγερή πόλη - ένας τροχός είχε γίνει πια ο δρόμος, πλαστικός και διάφανος, ίδιος με αυτόν που μπαίνει στο κλουβί για να ξεγελάει τα χάμστερ, και πάλι μια δρασκελιά μετά την άλλη, και άλλο ένα βήμα, τα αυτιά χωμένα στο γιακά, ο δρόμος γεμάτος σκουπίδια και η βροχή που άρχισε πριν από λίγο να του μουλιάζει ήδη το παλτό, οι ώμοι βαραίνουν, τα πόδια παγωμένα να κάνουν πάντοτε την ίδια κίνηση και τα χέρια, παγωμένα και αυτά, ίδια κουπιά να λάμνουν στο κενό, ένα βήμα μετά το άλλο, μια δρασκελιά να σπρώχνει μάταια τη γη, η γη δεν κινείται, αλλά ούτε οι άνθρωποι, δεμένοι πάντοτε στο ίδιο μέρος, να πασχίζουν να κινηθούν και να φύγουν και η πόλη να γελά με κακεντρέχεια, κάνε όσα βήματα θέλεις, εδώ θα παραμένεις, τα αυτιά χωμένα στο βρεγμένο γιακά, το κεφάλι μέσα στον τριμμένο σκούφο, τα μάτια χαμηλωμένα, να μετρούν πλάκες στο πεζοδρόμιο μηχανικά, αμέτοχα, να κοιτούν χωρίς να βλέπουν, το μυαλό κολλημένο στην ίδια ερώτηση, απάντηση καμμία, μονάχα το ένα βήμα μετά το άλλο, ο αέρας να φυσά, η σκόνη να μπαίνει στα μάτια, τα αυτιά χωμένα στο γιακά, μια δρασκελιά και μετά άλλη μία, η αλυσίδα να τρίζει καθώς σέρνεται ρυθμικά, ο τροχός, πλαστικός και διάφανος, να γυρνά και να γυρνά και όλα να είναι στην ίδια θέση, η γη δεν κινείται, ο δρόμος ο ίδιος, κουπιά που λάμνουν στο κενό, ερώτηση καρφωμένη, βήμα, δρασκελιά, απορία και απάντηση καμμία, το παλτό μούσκεμα και το τέρμα άφαντο.  

Thursday, April 14, 2011

Έρημος


Η άμμος έχει γεμίσει τα μαλλιά μου: τη νοιώθω να εισχωρεί σε κάθε πτυχή, σε κάθε σημείο, στα ρούχα, στο κορμί μου.

Ακούω τον άνεμο Σιμούν που σφυρίζει, ακούω το απαλό θρόισμα της άμμου, καθώς κυλά: ένα στεγνό επιφανειακό ποτάμ, ταξειδιάρικες αμμοθίνες κάτω από τα πόδια των καραβανιών.

Τα πόδια, ένα μετά το άλλο, περπατούν, ριζώνουν λες για λίγο μέσα της και μετά αναδύονται από την άμμο, για να ξαναχωθούν εκ νέου στους καυτούς της κόκκους.

Καραβάνι, ο ένας πίσω από τον άλλο. Παντού μονάχα άμμος και ένα ελαφρύ αεράκι, που κάνει τα ρούχα μας να κυματίζουν.

Η φωνή έρχεται από το πουθενά, κεραυνός εν αιθρεία, σκληρή, απόλυτη, εκκωφαντική:

"Σουσάμι, άνοιξε!"

Και τότε ο οστέινος βράχος του κρανίου μου αρχίζει να κινείται: φως πύρινο που πέφτει και χαράζει την υγρή, δαιδαλώδη σκιά του κεφαλιού μου.

Ο ανελέητος ήλιος της ερήμου στεγνώνει τον πόνο, εξατμίζει τον φόβο, δεν μένει πια τίποτε μέσα στη φαιά σπηλιά, μονάχα φως: καυτό σα φωτιά, κοφτερό σαν καλοακονισμένο γιαταγάνι.
Ένας φωτεινός κατακλυσμός κοσμικής ενέργειας που αντιλαλεί στα μηνίγγια, γεμίζει τα μάτια σαν κλεψύδρα άμμου, με τους κόκκους να πέφτουν νικημένοι και τους βολβούς να γίνονται ολόγιομα φεγγάρια.

Το χέρι αναζητά το στήθος, ένας αναστεναγμός ξεφεύγει:

"Σουσάμι, κλείσε!"

Η οστέινη πλάκα επιστρέφει στη θέση της. Μάταια τα χέρια θέλουν να τη συγκρατήσουν. Με νίκησε η έρημος, δε θα βρω ποτέ την όαση. Ποτέ δε θα μου λείψει η δροσερή της ανάσα. Νερό δεν θα ξαναβρέξει τα χείλη μου. Η σπηλιά τώρα ένα περίκλειστο ηφαίστειο, όλο μάγμα.
Αισθάνομαι πώς παύω πια να νιώθω.
Αρχίζω και λυώνω.

Έχω γίνει φως...

Friday, April 23, 2010

Το θηρίο ξυπνάει...



Αργά μα σταθερά το θηρίο ξυπνά και πάλι μέσα μου...

Τα αυτιά ορθώνονται και η μύτη υγραίνεται σιγά σιγά καθώς οσφραινόμαστε τον αέρα.
Το θηρίο και εγώ.

Τα μάτια ανοίγουν με τις κόρες έτοιμες να πιουν το φως, να ξεδιψάσουμε από το πολύμηνο σκοτάδι.
Το θηρίο και εγώ.

Γλειφόμαστε, η πείνα ανείπωτη μετά το ατελείωτο ζευγάρωμα μέσα του, μέσα μου.
Το θηρίο και εγώ.

Τα νύχια μου είναι έτοιμα, και τα δόντια μου γυαλίζουν καθώς ουρλιάζω και πάλι.
Το θηρίο εγώ.

Friday, August 28, 2009

Η στάση


"Haltestelle", Luis Höger, 1995

Στην αρχή ήταν απλώς μια υποψία: αυτή η ύπουλη, αμφίβολη υποψία πως κάτι δεν πάει καλά. Το πρώτο πρώτο χνώτο υποψίας, αυτό που σε κάνει να υποπτεύεσαι τελικά, πως όλα είναι ιδέα σου, αποτέλεσμα αυτής της παραμορφωμένης εικόνας που έχουμε συχνά για πράγματα που βλέπουμε καθημερινά γύρω μας, αλλά δεν μας αγγίζουν ή περνούν φευγαλέα μονάχα από το οπτικό μας πεδίο.

Κι όμως ήταν τρεις τέσσερις μέρες τώρα που θα έπαιρνε όρκο, γιατί τώρα τον είχε απομονώσει από το καθημερινό ενιαίο σύνολο, ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με αυτόν τον στύλο της στάσης, αυτόν που υποδεικνύει στον οδηγό και στους επίδοξους επιβάτες πού πρέπει να σταματήσει ο μεν και να περιμένουν οι δε...

Χρόνια τώρα, έμενε πάνω από είκοσι χρόνια στην ίδια γειτονιά, ο στύλος βρισκόταν σε απόλυτη ευθεία με την αριστερή γωνία της πόρτας του ζαχαροπλαστείου και την κάτω δεξιά γωνία της χτιστής ζαρντινιέρας με τα γεράνια... Καθώς στεκόταν πάντοτε στο ίδιο σημείο -ευτυχώς η στάση του σπανίως είχε κόσμο, γιατί αγχωνόταν και μονάχα στην ιδέα ότι θα μπορούσε κάποιος να στέκεται στην αγαπημένη του θέση- θαύμαζε το αίσθημα αρμονίας και τάξης που πρέπει, ναι σίγουρα πρέπει, να είχε ο εργάτης ή οι εργάτες που τον είχαν τοποθετήσει.

Αλήθεια, πόσοι να ήταν, αναρωτήθηκε, να ήταν μονάχα ένας; Α, μπα, σίγουρα το λιγότερο θα πρέπει να ήταν δύο... Ο ένας θα έκανε την τρύπα, ο άλλος; Μήπως ο άλλος είχε υποδείξει το σημείο ή είχε απλώς κατεβάσει τον στύλο από το φορτηγό; Όχι, όχι, μαζί θα τον είχαν κατεβάσει κι αν έκρινε από τον τρόπο που έβλεπε να εργάζονται αυτές οι ομάδες, τότε σίγουρα θα ήταν τρεις. Ο τρίτος πρέπει να ήταν ο οδηγός του φορτηγού. Αυτοί συνήθως την αράζουν μετά και περιμένουν. Λες να ήταν ο οδηγός εκείνος που το επέλεξε; Το σημείο; Οι δύο να κρατούν τον στύλο, ή μάλλον ο ένας το κομπρεσέρ και ο άλλος… Όχι, όχι… τότε το σημείο το διάλεξε αυτός με το κομπρεσέρ, μα αυτοί είναι συνήθως κάτι ταλαιπωρημένοι τύποι, σπανίως τους δίνουν ωτασπίδες και γάντια, βαριεστημένος σίγουρα και βαρύς… Μπορεί αυτός ο στύλος να βρέθηκε εκεί, σε απόλυτη ευθεία με την αριστερή γωνία της πόρτας του ζαχαροπλαστείου και της κάτω δεξιά γωνίας της χτιστής ζαρντινιέρας από σύμπτωση, τύχη; Τα πράγματα ίσως να ήταν ευκολότερα να εξηγηθούν αν ήταν τέσσερις: ο οδηγός, ο τύπος με το κομπρεσέρ και δύο άλλοι που κρατώντας μαζί τον στύλο… Μα βέβαια, τι τέσσερις, πέντε πρέπει να ήταν: ο οδηγός, ο τύπος με το κομπρεσέρ, οι δύο που κρατούσαν μαζί τον στύλο και ο πέμπτος, ο καλλιτέχνης, η ψυχή του εγχειρήματος, αυτός που έχοντας κατέβει λιγάκι από το πεζοδρόμιο, είπαμε η στάση αυτή είχε σπανίως κόσμο, το ίδιο ίσχυε και για τον δρόμο, όπου τα αυτοκίνητα ήταν μάλλον λιγοστά, θέλησε να κάνει ένα δώρο ύψιστης αρμονίας σε αυτήν την μοναδική γειτονιά, την γειτονιά του, και έτσι, όρθιος πάνω στο οδόστρωμα, χωρίς το φόβο μην τον πατήσουν, άλλωστε πιθανότατα το φορτηγό να ήταν κατά τέτοιον τρόπο παρκαρισμένο, που να τον προστάτευε από κάποιον ατζαμή ή απλώς απρόσεκτο, με το μάτι να ζυγίζει και το χέρι να καθοδηγεί, αφού κλείδωσε στη μνήμη του αυτήν την μοναδική για τον στύλο θέση, μετά από κάποιες δοκιμές φυσικά, κατά τις οποίες οι δύο με τον στύλο θα πήγαιναν λίγο προς τα αριστερά ή λίγο προς τα δεξιά αναλόγως, υπέδειξε με αποφασιστικότητα και εμπειρία στον τύπο με τον κομπρεσέρ πού να κάνει την τρύπα. Και σίγουρα ο καιρός εκείνη την ημέρα θα ήταν ιδιαιτέρως καλός ή τουλάχιστον δεν θα έβρεχε• αλλιώς η ομάδα μπορεί και να δυσανασχετούσε, μπορεί και να μην πειθαρχούσε και τόσο στις υποδείξεις και μπορεί το κομπρεσέρ να χτύπαγε λίγους πόντους αριστερότερα και όλη αυτή η μαγεία κι αρμονία να μην είχε επιτευχθεί ποτέ…

Αφού λοιπόν είχε λύσει πλέον οριστικά το θέμα της τοποθέτησης του στύλου και όλα του φανέρωναν μια υπέροχη γεωμετρική ομορφιά, η αρχικά αμήχανη και αμφίβολη υποψία τού είχε γίνει βεβαιότητα: στεκόταν πάντοτε στην αγαπημένη του θέση, αυτήν που του επέτρεπε να θαυμάζει αυτήν την υπέροχη ευθεία, αυτήν που είχε γίνει αρκετές φορές η αιτία να χάσει το λεωφορείο, επειδή ο οδηγός έκρινε ότι μάλλον δεν επρόκειτο για επίδοξο επιβάτη, αλλά η μαγεία είχε χαθεί: ο στύλος δεν έστεκε πλέον σε απόλυτη ευθεία με την αριστερή γωνία της πόρτας του ζαχαροπλαστείου και κάτω την δεξιά γωνία της χτιστής ζαρντινιέρας. Ο κόσμος δεν ήταν πλέον ο ίδιος, ένα αίσθημα αναρχίας, αταξίας και κινδύνου του πλάκωσε την καρδιά.

Φανερά απορημένος δεν έδωσε καμία σημασία στον οδηγό που είχε σταματήσει για να τον πάρει, ήταν μοναχός στη στάση κι από το λεωφορείο δεν κατέβηκε κανείς, και τον περίμενε υπομονετικά να ανέβει. Ο οδηγός κούνησε το κεφάλι του έκλεισε την πόρτα και ανηφόρισε τον δρόμο… Μα εκείνος δεν ενδιαφέρθηκε καθόλου, εδώ είχε ενσκήψει μείζον θέμα, παράδοξο και μυστηριώδες. Ποιος νοιαζόταν τώρα για λεωφορείο. Έκανε μερικά βήματα παρακεί κι επέστρεψε στη θέση του. Μετά γύρισε προς το θαύμα, όπως έκανε πάντοτε, όμως η αγαπημένη ευθεία δεν έλεγε να εμφανιστεί. Χτύπησε με το χέρι του το κούτελο, μα φυσικά, εδώ και μια εβδομάδα έχουν ξεκινήσει να αντικαθιστούν τα παλιά πλακάκια των πεζοδρομίων με καινούργια, αυτό θα έφταιγε, δεν στεκόταν στο σωστό πλακάκι, μπορεί τα καινούργια να ήταν μικρότερα, μπα μάλλον μεγαλύτερα και έτσι… Όχι, όχι, στο δικό του πεζοδρόμιο, στο πεζοδρόμιο της στάσης του τα πλακάκια ήταν ακόμη τα παλιά… Και σίφουνες να ήταν οι εργάτες δεν θα είχαν προλάβει μέσα σε τόσο λίγο να σπάσουν τα παλιά και να βάλουν τα καινούργια, κι άλλωστε αυτή η γνώριμη γκριζάδα ήταν από τα παλιά πλακάκια, τα σωστά…

Μισόκλεισε τα μάτια και με εμπειρία γλύπτη έψαχνε να ζυγίσει τη θέση του αγαπημένου του στύλου μέσα στο περιβάλλον σύνολο. Ήταν ολοφάνερο, ο στύλος είχε προχωρήσει, άγνωστο γιατί, έναν με δύο πόντους προς τα αριστερά. Έβγαλε ένα στυλό και μετρούσε ξανά και ξανά, το αποτέλεσμα ήταν πάντοτε το ίδιο, ενάμιση εκατοστό για την ακρίβεια, αυτό το ενάμιση εκατοστό ήταν η αιτία της παραφωνίας. Κάτι παιδικά γελάκια από δυο μουτράκια που τον κοιτούσαν όλο περιέργεια πίσω από ένα αυτοκίνητο τον έκαναν για λίγο να τα χάσει. Προσποιήθηκε ότι κοιτούσε πόσο μελάνι είχε απομείνει στο στυλό του, μα τώρα φαινόταν ακόμη πιο κωμικός κι έτσι, έχωσε γρήγορα το στυλό στην τσέπη κι εκνευρισμένος γύρισε γρήγορα να χωθεί στο σπίτι του.

Είχε ξεχάσει και τον λόγο που τον είχε φέρει στη στάση, και τις δουλειές που ήθελε να κάνει, ξεφύλλιζε νευρικά την εφημερίδα του, χωρίς να τη διαβάζει: το μυαλό του είχε απομείνει στη στάση. Μετρούσε και ξαναμετρούσε νοερά τη νέα θέση του στύλου και δεν εύρισκε λογική.

Αυτή η νέα τάξη τον είχε αναστατώσει πολύ, για πρώτη φορά στη ζωή του, δηλαδή στα είκοσι τόσα χρόνια που έμενε στην ίδια γειτονιά, αποφάσισε να πάρει για μερικές μέρες από άλλη στάση το λεωφορείο. Τώρα έμενε μονάχα να μετρήσει νοερά τα βήματα μέχρι την προηγούμενη και την επόμενη στάση, όμως εκείνος ο ενάμιση πόντος ζουζούνιζε σαν πεινασμένο κουνούπι μέσα στο αυτί του. Τελικά αποφάσισε να πάει στην προηγούμενη, ο δρόμος προς τα εκεί ήταν πιο ευχάριστος, κατηφορικός και τα σπίτια είχαν ωραίους κήπους, αλλά, όταν το λεωφορείο σταμάτησε στην επόμενη, δηλαδή στη στάση του, ένιωσε τέτοια αναστάτωση και τέτοια αγωνία, που κατάλαβε ότι είχε κάνει λάθος επιλογή.

Πέρασε έτσι μια εβδομάδα, ίσως και λίγο παραπάνω. Πηγαίνοντας τώρα από τον καινούργιο δρόμο προς την άλλη στάση, τη σωστή, ανακάλυψε ότι τρία στενά πάνω από την κυρίως γειτονιά του ζούσε ο Πέτρος, ένας παιδικός του φίλος, από αυτούς που όταν είσαι μικρός ορκίζεσαι ότι θα είστε πάντοτε μαζί, για να μην τον αναγνωρίσεις μετά κατά την εφηβεία. Τώρα, όμως, η μοίρα τον είχε φέρει και πάλι στον δρόμο του, στη γειτονιά του και καθώς και οι δυο φαίνονταν ότι πήγαιναν προς την ίδια κατέυθυνση αποφάσισαν να μιλήσουν, αρκετά μουδιασμένα είναι αλήθεια, για τα παλιά και τα καινούρια.

[συνεχίζεται]

Friday, May 30, 2008

σκηνή


Pablo Picasso - Still Life on a Piano - Oil on canvas


Πήγε σαν υπνωτισμένη, σήκωσε το καπάκι και άρχισε να παίζει. Οι χορδές ξεκούρδιστες από καιρό, μες στο μυαλό της τεντώνονταν, ξανάνιωναν και αποκτούσαν την αλλοτινή τους ευφωνία. Οι συγχορδίες σίγουρες και δυνατές ξεδίπλωναν τα κοιμισμένα δάχτυλα• τα μάτια κλειστά αρνιόνταν να κοιτάξουν τα αγαπημένα πλήκτρα, όπως ακριβώς όταν ξανασυναντάμε ένα πρόσωπο αγαπημένο μετά από χρόνια, η ματιά μας δεν χρειάζεται να κυλίσει πάνω στις γνώριμες γραμμές για να το νιώσει, έτσι και τα ακροδάχτυλα έβρισκαν με σιγουριά τον στόχο τους, την κάθε νότα.

Ο επίμονος ήχος του τηλεφώνου την ξύπνησε. Άνοιξε δυσαρεστημένη τα μάτια, το κουδούνισμα ακούστηκε σαν φάλτσο στη διάρκεια μιας παύσης, αλλιώς ούτε που θα το είχε πάρει είδηση ότι χτυπούσε. Σαστισμένη ακόμη από το προηγούμενο θαύμα σήκωσε το ακουστικό. Για κάποια διαφήμιση ή κάποια δημοσκόπηση λέει, κατέβασε απλώς το ακουστικό και βγήκε στο μπαλκόνι.

Ήταν σούρουπο και τα δέντρα στον κήπο διαγράφονταν σαν χορευτές που περίμεναν να αρχίσει η μουσική. Δεν φυσούσε καθόλου και μια περίεργη ηρεμία απλωνόταν παντού. Ακόμη και τα τζιτζίκια τερέτιζαν φοβισμένα. Όμως εκείνη είχε στο μυαλό το κομμάτι, παλιό και ξεχασμένο που είχε ανέλπιστα ταιριάξει στα δάχτυλά της, σαν ένα παλιό φουστάνι, κρυμμένο και χαμένο σε κάποια ντουλάπα από χρόνια, που όμως αγκαλιάζει και πάλι το σώμα σαν να μην το είχε αποχωριστεί ποτέ.

Monday, April 7, 2008

Οι σκέψεις μιας πεταλούδας 7


προς προηγούμενες σκέψεις


ΣΚΕΨΗ ΔΕΚΑΤΗ ΤΕΤΑΡΤΗ


Η πασχαλίτσα ξαναγύρισε. Η χρυσόμυγα μου είπε πως τελευταία κάποια πασχαλίτσα μοιάζει σα να ψάχνει για κάτι στο μέρος που κάποτε είχε πέσει ο κεραυνός. Έμοιαζε, λέει, σα νά ψαχνε για κάτι το συγκεκριμένο και να φεύγει μετά άπραγη και με σκυμμένο το κεφάλι. Το πράγμα μου φάνηκε περίεργο. Σήμερα το πρωί πέταξα, με βαρειά ομολογουμένως καρδιά, και πάλι στο παλιό μου σπίτι. Περίμενα κάμποση ώρα καθισμένη σε ένα νεαρό θαμνάκι. Πραγματικά η ίδια μικρή και γυαλιστερή πασχαλίτσα εμφανίστηκε κάνωντας κύκλους πάνω από εκεί που κάποτε φύτρωνε το ομορφότερο λουλούδι του κόσμου, σ' αντίθεση με μένα εκείνη φαινόταν να θυμάται λεπτομερώς τα μέρη εκείνα. Περίεργη προχώρησα ανάμεσα σε κάτι μακρυές κλωστές από στάχτη, που κάποτε ήταν χορταράκια. Η πασχαλίτσα γύρισε και με κοίταξε μέ ένα αδιάφορο βλέμμα. Καθώς ήθελα να της φωνάξω, θυμήθηκα πως τώρα πια τα φτερά μου ήταν μωβ αντί για κόκκινα και έτσι δεν μπορούσα να τη ρωτήσω αν με θυμόταν. Είναι σίγουρο πως με είχε γα νεκρή...


Καθώς έκανα να φύγω άκουσα για πρώτη φορά τη ψιλή φωνή της. Μα καλά και αυτό που έλεγαν πως δεν μπορούσαν να μιλήσουν; Ανακρίβειες, αποφάνθηκε με βλέμμα εκνευρισμένο. Ανακρίβειες. Όλα ανακρίβειες, είπε κι πέταξε μακρυά.



-------------------


Σήμερα δε μπορώ να σκεφθώ. Δεν μπορώ να σκεφθώ τίποτε άλλο εκτός από τα λόγια της πασχαλίτσας. Ή μάλλον τη λέξη της πασχαλίτσας. Ανακρίβειες. Μα, όλα ανακρίβειες; Έτσι φαίνεται. Μα και πάλι ποιος μπορεί να ξέρεις


Γι αυτό, καλά κάνω και δεν τη λαμβάνω υπ' όψιν ως σκέψη.




ΣΚΕΨΗ ΔΕΚΑΤΗ ΠΕΜΠΤΗ


Ανησυχώ. Τελευταίο ο ήλιος αργοπορεί όλο και περισσότερο να ζεστάνει ενώ κάθε απόγευμα μας εγκαταλείπει όλο και πιο βιαστικά. Η χρυσόμυγα μου πρότεινε να πετάξουμε μαζί ως τα ανοιχτά την ώρα που περνούν τα καράβια. Μα, την ρώτησα τότε απορημένη, εσύ δεν ήσουν που μού λεγες πως είναι επικίνδυνο; Εκείνη τότε μου είπε πως μονάχα έτσι έχουμε ελπίδες να ζήσουμε περισσότερο. Το καλοκαίρι, συνέχισε βολεύοντας τα γυαλιστερά της φτερά, όπου νά 'ναι τελειώνει, δεν το βλέπεις;


(Είναι η πρώτη φορά που αφήνω μια σκέψη μου μισή και τη υνεχίζω αργότερα. Πράγματι, το καλοκαίρι τελειώνει, και εγώ δεν μπορώ να σκεφθώ τόσο γρήγορα.)


Η χρυσόμυγα έφυγε χωρίς εμένα. Δεν ξέρω γιατί δεν πήγα μαζί της. Εδώ το μόνο πο θα υπάρχει σε λίγο θα είναι πεσμένα φύλλα. Να, και ο δικό μου φύλλο έχει κιτρινίσει, σε λίγο θα κείτεται αι αυτό όπως και τα άλλα. Αλήθεια δεν ξέρω γιατί δεν προτίμησα να φύγω. Δεν ξέρω, ίσως γερνάω.



ΣΚΕΨΗ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ


Τώρα, όμως, φθάνει ο χειμώνας και 'γω πρέπει να φύγω, πρέπει να βρω ένα ωραίο λουλούδι, ένα ωράιο, κρυμμένο από αχόρταγα και σκληρά χέρια λουλούδι, πάνω στο οποίο θα γείρω τα σκούρα, κουρασμένα φτερά μου και εκεί πάνω, καθώς το χιόνι θα με σκεπάζει, για να γίνω και 'γώ χυμένα πέταλα πολυχρονισμένου άνθους, θα αναπολώ με την προβοσκίδα μου κουλουριασμένη τις σκέψες μου, όσες ήμουν ποτέ σε θέση να έχω ως πεταλούδα, στη σύντομη κι ασήμαντη ζωή μου...



ΛΙΓΟ ΜΕΤΑ ΤΟ ΤΕΛΟΣ


Είχα κάποτε μια μέρα που ήταν φωτεινή και γιορτινή, όμορφη και μεγάλη. Ήταν μια μέρα ξεχωριστή λίγο γεμάτη, λίγο πολυάσχολη μα και πολύ γλυκειά, μια μέρα στρογγυλή και γυαλιστερή σαν τόπι.


Ήταν η αγαπημένη μου μέρα και την κρατούσα στα δυο μου χέρια συνεχώς. Φορές φορές την τσούλαγα πέρα-δώθε και απόμενα να τη χαζεύω, καθώς αστραποβολούσε κάτω από τον ήλιο. Έκείνη έπαιρνε τότε φόρα κι έτρεχε, έτρεχε χοροπηδώντας, όποτε στο δρόμο υπήρχαν λακκούβες ή πετραδάκια.


Όμως κάποτε που ο ήλιος έμοιαζε να είναι πιο αδύναμος, εκείνη αστραποβολώντας δυνατότερα και τρέχοντας γρηγορότερα ξέφυγε από το δρομάκι και έπεσε μέσα στο πηγάδι των φόβων μου. Από τότε δεν την ξανάδα...


Από τότε κάθομαι δίπλα στο πηγάδι και περιμένω τη βροχή της ελπίδας νά 'ρθει και να το γεμίσει. Το πηγάδι, όμως , είναι τόσο βαθύ και η βροχή τόσο ψιλή...


Δεν την ξανάδα από τότε και ας κάθομα και ας περιμένω χρόνια και είναι κρίμα, γιατί κανείς ποτέ δεν ήρθε να μου πει πως οι μαγεμένοι βάτραχοι των παραμυθιιών έχουν εδώ και αιώνες λευτερωθεί όλοι.
Τ Ε Λ Ο Σ

Thursday, April 3, 2008

Οι σκέψεις μιας πεταλούδας 6

Andrew Unangst - Corbis


ΣΚΕΨΗ ΕΝΔΕΚΑΤΗ

'Εκλαιγα συνεχώς με το σιγανό και σχεδόν ανύπαρκτο ήχο που κλαιν οι πεταλούδες. Τα φτερά μου από βαθειά κόκκινα με χρυσαφένιες κηλίδες έχουν γίνει ένα γλυκό μωβ με μαύρα στίγματα. Όλα τριγύρω, έντομα και λουλούδια, έχουν μείνει μαγεμένα και δεν με αναγνωρίζουν. Όμως, εγώ δεν μπορώ να χαρώ την ομορφιά μου: μονάχα όταν πετάω ξεχασμένη πάνω από τα κύματα της κοντινής ακρογυαλιάς και κοιτάζω το καθρέφτισμα της μορφής μου στα καθαρά νερά, νομίζω πως κάποια υδάτινη δίδυμη αδερφή μου ακολουθεί, κολυμπώντας με χάρη, το πένθιμο πέταγμά μου.

Όταν η καταιγίδα είχε σχεδόν περάσει, πέταξα ως το μέρος που κάποτε ήταν το σπίτι μου. Ή τουλάχιστον ως εκεί που πίστευα πως πρέπει να ήταν το σπίτι μου. Το ψηλό δέντρο ήταν ένα καμμένο και τσακισμένο κούτσουρο, το όμορφο λουλούδι μου στάχτη μέσα στις στάχτες. Τίποτε δε θύμιζε πια την ομορφιά του, τίποτε δε θύμιζε τη ζωή που κάποτε υπήρχε εδώ. Καθώς άρχισα να πετάω εδώ κι εκεί, διαπίστωσα μέσα στη θλίψη μου πως δεν μπορούσα να θυμηθώ το λουλούδι μου που κάποτε αγαπούσα τόσο και μια μέρα, όταν θα ομόρφαινε και δυνάμωνε πολύ, θα με τίναζε μακρυά του.

Το βράδυ το πέρασα κουλουριασμένη κάτω από ένα μεγάλο φύλλο και εκεί, καθώς οι τελευταίες σταγόνες της καταιγίδας έπεφταν επάνω στα κουρασμένα φτερά μου, εκείνα απέκτησαν το καινούργιο τους χρώμα.


ΣΚΕΨΗ ΔΩΔΕΚΑΤΗ

Πρώτη φορά συνειδητοποιώ τί πολύπλοκο πράγμα είναι να είναι κανείς έστω και μια απλή και ασήμαντη πεταλούδα. Δεν ξέρω πώς μπόρεσα να το σκεφτώ, αλλά, όταν ήθελα να μεταμορφωθώ σε πεταλούδα δεν ήξερα τί περίεργες σκέψεις θα είχα. Αλλιώς θά έμενα όπως ήμουν. Τότε τουλάχιστον μπορούσα να εύχομαι και να ελπίζω. Τώρα, όμως, δεν είμαι πια και τόσο σίγουρη. Το κεφάλι μου και η καρδιά μου, τα τόσο μικρά και τα δυό, δεν μπορούν πλέον να χωρέσουν όλα όσα κάποτε με γέμιζαν και γι αυτό πολλές φορές δεν είμαι και τόσο σίγουρη για το τί θά 'πρεπε να νιώθω, για το τί αισθάνομαι στα αλήθεια.



ΣΚΕΨΗ ΔΕΚΑΤΗ ΤΡΙΤΗ

Εχτές πάλι χάζευα τα καράβια. Μια χρυσόμυγα μου είπε πως είναι επικίνδυνο να πηγαίνω τόσο βαθειά στη θάλασσα. Όμως, εγώ θέλω να πηγαίνω σε εκείνα τα βραχάκια, γιατί μονάχα εκεί αισθάνομαι πραγματικά απομονωμένη. Δυστυχώς το νησί μου δε μου βγήκε τόσο α΄δειο όσο το ήθελα. Τώρα σκέφτομαι με μελαγχολία πως θά 'πρεπε να είχα ζητήσει να γίνω πεταλίδα σε έναν από αυτούς τους βράχους. Εκεί θα τα είχα ξεχάσει σίγουρα όλα.

Wednesday, March 5, 2008

Μνήμες

Asha Menghrajani "Αναμνήσεις από το Μέλλον"




Ασφυκτιούσε και πάλι εκεί, με τα κορμιά τριγύρω του να τον ακουμπούν και να τον τυλίγουν, ανάσες, μυρωδιές, ακόμη κι οι ξένες σκέψεις τους έπεφταν βαριές επάνω στο κουρασμένο κεφάλι του.

Ασφυκτιούσε και το μυαλό του, με τις σκέψεις τριγύρω του να τον πολιορκούν και να τον βάλλουν, εικόνες, σπασμένες φράσεις, ακόμη κι οι ξένες μνήμες τους έπεφταν επάνω στο κουρασμένο μυαλό του.

Ασφυκτιούσαν και οι μνήμες του, με τόσους παρείσακτους τριγύρω, μια να πιέζουν, μια να τραβούν βίαια το σκέπαστρο που τις κρατούσε εκεί μέσα, προφυλαγμένες, ζουληγμένες, παραχωμένες.

Το σκέπαστρο κύλησε, ήχος μεταλλικός από καπάκι, έσκυψε με κόπο να το πιάσει, όλο αγωνία, τόσα πόδια ανάμεσα, τόσα σώματα, άλλα νέα και σφριγηλά, άλλα γηραιά μα περήφανα, πολλά τόσο παρετημένα, άπλωσε το χέρι να το πιάσει αλλά το δοχείο έγειρε περισσότερο, απότομα, επόμενη στάση, μέρος κεντρικό, το πλήθος αποδεκατίστηκε, απέμεινε σχεδόν μόνος του, πεσμένος στα τέσσερα να προσπαθεί, να προσπαθεί να μαζέψει τις σκέψεις, τις μνήμες, κυλούν, άλλες σαν βώλοι, άλλες σαν όστρακα, μαζεμένα παλιά, κάποιο ξέγνοιαστο καλοκαίρι.

Όστρακα, χυμένα, σπασμένα, διπλά, ελικοειδή, κτενοειδή, χρωματιστά, μονόχρωμα, γυαλιστερά...

Πού πήγαν όλα, όστρακα, μνήμες, βότσαλα, σκέψεις, πού χάθηκαν, πού είναι;

Wednesday, February 13, 2008

Απορία



Τι να είμαι τάχα;

Μήπως ένα κομμάτι σύμπαντος, ένα αστραποβόλο κομμάτι του Γαλαξία, ένα νεφέλωμα, λίκνο μεγάλων έναστρων ελπίδων; [Άραγε θα τις πραγματοποιήσω ή είμαι μια απλή έκλαμψη, γραφτό να σβήσει όπως γεννήθηκε;]

Τι να είμαι τάχα;

Μήπως είμαι ένα κομμάτι γης ιδωμένο από ψηλά ημέρα που φυσούσε ο άνεμος Σιμούν κάτω στη Σαχάρα και σε μένα έφτασε μονάχα η αμμώδης ανάμνηση της ανάσας του, μιας ανάσας καυτής και θολής, σαν αυτήν που σκονίζει όλη την πόλη με το βάρος της;

Τι να είμαι τάχα;

Μήπως είμαι ένα κύμα της θάλασσας πνιγμένο μέσα σε μια πετρελαιοκηλίδα, με τον ήλιο να με καταδέχεται ακόμη και να παιχνιδίζει απαλά με το μολυσμένο μου σώμα; Ακόμη...

Τι να είμαι τάχα;

Μήπως ένα κομμάτι μάρμαρο που ένας σεισμός με ξεγέννησε από τα σπλάχνα της μάνας μου, ένα κομμάτι μάρμαρο με σκούρα νερά, όχι λευκό και αψεγάδιαστο, που ποτέ δεν θα καταφέρει να βγει από το κουκούλι του ως άγαλμα, αφού κανένας γλύπτης δεν θα χαϊδέψει με τα εμπνευσμένα χέρια του τον όγκο μου…

Αλήθεια, τι να είμαι τάχα;

Tuesday, October 30, 2007

Οι σκέψεις μιας πεταλούδας 5



η υπέροχη φωτό είναι του ηλιογράφου.
(Σε ευχαριστώ που μου επέτρεψες να τη... "δανειστώ")

προς προηγούμενες σκέψεις

ΣΚΕΨΗ ΕΝΑΤΗ


Ουφ! Ο κίνδυνος πέρασε: έκλεισα τα μάτια μου και βούτηξα τη μακριά μου προβοσκίδα στην καρδιά του λουλουδιού μου. Το νέκταρ του ήταν υπέροχο - είχα ξεχάσει πόσο γλυκειά είναι η γεύση του και απορώ πώς είχα καταφέρει να το εκθέσω σε τέτοιον κίνδυνο…
Τώρα βέβαια πρέπει να πετάω λίγους κύκλους παραπάνω αλλά νιώθω ανανεωμένη και δυνατή.


ΣΚΕΨΗ ΔΕΚΑΤΗ


Σήμερα το πρωί, την ώρα που έκανα τους παραπανίσιους κύκλους μου, έπιασε μπόρα. Ξαφνικά ο ουρανός χλώμιασε, στη συνέχεια μαύρισε και μετά έφτυσε καταπάνω μας όλο το νερό. Ζώα και φυτά όλα τρομερά φοβισμένα. Μέσα σε αυτόν τον πανζουρλισμό και αφού λίγο έλειψε να με πατήσουν κάτι τεράστιες οπλές που έτρεχαν πανικόβλητες για να κρυφτούν, εγώ προσπάθησα πεισματικά να πετάξω αντίθετα στον άνεμο, στο λουλούδι μου.
Φυσικά κάτι τέτοιο ακούγεται αστείο, όμως, ακόμα και μια πεταλούδα διαθέτει πείσμα. Και τότε είδα το λόγο του πανικού: η μπόρα είχε μεταβληθεί σε καταιγίδα κι ένας κεραυνός είχε χτυπήσει το ψηλό δέντρο που μου έλεγε παραμύθια για να κοιμηθώ, τις νύχτες που με πονούσε το στομάχι μου και δεν μπορούσα να φάω.
Το ψηλό δέντρο. Εκεί που κάποτε ορθωνόταν ψηλό και αγέρωχο, τώρα είχε απομείνει μονάχα μια μακρυά και αυθάδικη γλώσσα φωτιάς. Ένιωσα ένα σφίξιμο να κομματιάζει την καρδιά μου: λίγο πιο κει έστεκε το λουλούδι μου. Απελπισμένη προσπάθησα να φτάσω κοντά του, να το σώσω ή να καώ μαζί του, όμως ο άνεμος με πέταγε κοροϊδευτικά ολοένα και πιο μακρυά, μέχρι που η φωτιά φαινόταν τόσο μικρή και αδύναμη, ακίνδυνη σπίθα…

προς επόμενη σκέψη

Thursday, October 11, 2007

Οι σκέψεις μιας πεταλούδας 4



προς προηγούμενες σκέψεις

ΣΚΕΨΗ ΕΚΤΗ


Κουράστηκα πάλι. Πάντα κουράζομαι, όταν οι σκέψεις μου γίνονται πολλές και μεγάλες. Εγώ ήθελα να γίνω πεταλούδα για να μην έχω σκέψεις και να ‘μια τώρα παγιδευμένη στον πραγματικό κόσμο της σιωπής και της σκέψης. Άραγε οι πασχαλίτσες έχουν σκέψεις; Άραγε έχουν δικές τους ή μονάχα ό,τι τους πει κανείς; Καταλαβαίνουν όταν τους μιλάς; Σε θυμούνται;

Νομίζω πως αυτή η πασχαλίτσα που κάθησε δίπλα μου άρχισε να γίνεται ενοχλητική…






ΣΚΕΨΗ ΕΒΔΟΜΗ


Επιτέλους έφυγε! Είμαι και πάλι μόνη επάνω στο λουλούδι μου. Καιρός ήταν. Τελευταία με κοιτούσε ειρωνικά σα να γνώριζε κάτι που εγώ αγνοούσα. Λένε πως οι πασχαλίτσες βρίσκουν πάντοτε αυτόν που αφορούν οι ευχές. Δεν λένε όμως αν τον βρίσκουν μόνο και μόνο για να τον χλευάσουν ή για να του τις μεταβιβάσουν.

Δεν μπορώ όμως να τη ρωτήσω. Όχι μόνο επειδή εγώ είμαι μια πεταλούδα, αλλά και γιατί εκείνη δεν μπορεί να μιλήσει.

Είμαι δυστυχισμένη.





ΣΚΕΨΗ ΟΓΔΟΗ


Νόμιζα πως τώρα θα ήμουν και πάλι χαρούμενη. Ή τουλάχιστον πως δεν θα ήμουν δυστυχισμένη. Όμως το μικροσκοπικό στομαχάκι μου με ποναέι εδώ και μέρες και η καϋμένη λπετή και ευκίνητη προβοσκίδα μου έχρει μουδιάσει από την ακινησία. Τα φτερά μου έχουν γείρει και τα μάτια μου δε βλέπουν πια πολύ καθαρά…

Ανησυχώ: ακόμη είναι νωρίς για να γεράσω. Το καλοκαίρι δεν έχει τελειώσει ακόμα. Έχει καιρό…

Το λουλούδι μου προχθές παραπονέθηκε, πως αν συνεχιστεί αυτή η κατάσταση θα πρέπει να με τινάξει κάτω. Δεν είναι μόνο ότι το ασχημαίνω με την αρρωστιάρικη όψη μου, αλήθεια πόσο ομόρφυνε τελευταία, αλλά και ότι το νέκταρ του, που τόσες μέρες περιμένει μάταια να τρυγηθεί, βγάζει εδώ και δυο μέρες μια βαριά και μεθυστική μυρωδιά. αυτό είχε σαν συνέπεια να έχουν μαζευτεί τριγύρω ένα μάτσο από έντομα που σφίγγουν απειλητικά ολοένα και περισσότερο τον κλοιό γύρω μου. Ακόμα μοιάζουν να περιμένουν αλλά έτσι και κάνουν ότι ορμούν στο μεθυστικό χυμό, δεν είναι σίγουρο πως το λουλούδι μου θα τα καταφέρει να βγει σώο…

Πρέπει να το σώσω!!

πρός επόμενες σκέψεις

Wednesday, October 3, 2007

Οι σκέψεις μιας πεταλούδας 3


προς προηγούμενες σκέψεις


ΣΚΕΨΗ ΤΕΤΑΡΤΗ


Προσπαθώ εδώ και ώρα να βολέψω τα φτερά μου. Αρχικά νόμιζα πως και αυτό το λουλούδι που είχα διαλέξει παραήταν μικρό. Τώρα όμως που το κοιτάω, έτσι που προσπαθεί να τεντώσει τα πεταλάκια του, βλέπω πως σύντομα θα γίνει ένα μεγάλο, δυνατό και υπέροχο λουλούδι. Ευτυχώς, σκέφτομαι, θα γίνει σίγουρα πολύ πιο ωραίο από εμένα, οπότε και δεν θα έχει λόγο για να με ζηλεύει.

Πραγματικά η χρυσόμυγα δεν θα πρέπει να ήξερε τι έλεγε. Καθώς ο αέρας μας λικνίζει απαλά, τα όμορφα διπλωμένα φτερά μου μοιάζουν σαν να στεφανώνουν το άγουρο ακόμα λουλούδι, μου. Αυτό το ξέρει και καμαρώνει. Μπορεί όμως, εάν γίνει πάρα πολύ ωραίο, να μη με θέλει πια…

Ποιος ξέρει, μπορεί μέχρι τότε να έχει τελειώσει και το δικό μου καλοκαίρι.



ΣΚΕΨΗ ΠΕΜΠΤΗ


Προχθές εκεί που καθόμουνα μού 'ρθε μια πασχαλίτσα. Εγώ εκείνη τη στιγμή ήμουν πολύ απασχολημένη με το να ρουφώ το νέκταρ με την προβοσκίδα μου κι έτσι δεν την αντιλήφθηκα αμέσως. Ναι, ήταν μια μικρή, γυαλιστερή σαν κι αυτές που σου άρεσε να κρατάς στη φούχτα σου και να της λες τα μυστικά σου.
Τις ζήλευα αυτές τις πασχαλίτσες, γιατί εκείνες γνώριζαν αυτό που εγώ έπρεπε να μαντεύω.

Τότε ακόμη δεν ήθελα να γίνω πεταλούδα. Τώρα που το ξανασκέφτομαι έπρεπε να είχα γίνει πασχαλίτσα. Μια μικρή, γυαλιστερή πασχαλίτσα που θα έβρισκες μια μέρα σε ένα λουλούδι και, αφού θα την ακουμπούσες μαλακά στη χούφτα σου, θα της έλεγες όλα σου τα μυστικά. Και εγώ θα ήμουν συνέχεια εκεί, κολλημένη στη φούχτα σου και θα ρουφούσα ένα ένα τα λόγια σου και θα τα έκανα βούλες στο κόκκινο κορμί μου.

Να, όμως, που είχα γίνει πεταλούδα και συ τις πεταλούδες τις ήθελες πάντοτε ελεύθερες. Σου άρεσε να τις κοιτάς και να τις αγαπάς, χωρίς σε εκείνες να τους το έχεις πει ποτέ. Μονάχα το γλυκό χαμόγελό σου τους το ψιθύριζε τρυφερά, μυστικά: μην τυχόν και το άκουγες. Γιατί αμέσως θα γινόσουν σκυθρωπός και θα έφευγες μπερδεμένος…
(κάτι μου λέει, γιατί τώρα πια το μικρό κεφάλι μου δεν θυμάται και τόσο καλά, πως το ίδιο έκανες και με μένα)

Δεν ξέρω γιατί αλλά ετούτη εδώ δεν τη ζήλευα. Και ας είχε κάτσει στη χούφτα σου και ας είχε ακούσει τα λόγια σου να τη χαϊδεύουν… Σίγουρα… το 'βλεπα στις πολλές της βούλες. Είναι όμως στ’ αλήθεια κρίμα που ποτέ δεν θα μάθω τι είχες ευχηθεί. Βλέπεις, οι πασχαλίτσες δε μιλάνε και οι πεταλούδες δεν μπορούνε να ρωτήσουν…

προς επόμενες σκέψεις

Tuesday, October 2, 2007

Οι σκέψεις μιας πεταλούδας 2


έργο του Anthony Morrow


προς προηγούμενες σκέψεις

ΣΚΕΨΗ ΔΕΥΤΕΡΗ


Ξυπνώ από κάτι μαλακό που χαϊδεύει τα φτερά μου. Τα φτερά μου; Ναι, τώρα πια έχω φτερά. Τώρα πια έχω βγει από το σκοτεινό ανθρώπινο κουκκούλι μου, ένα κουκκούλι που μου πήρε πολλά χρόνια το ροκάνισμά του. Τώρα όμως τα κατάφερα και να 'μαι επιτέλους επάνω στο μικρό νησί μου.

Δεν κουνιέμαι. Τα μάτια μου είναι ακόμα κλειστά και απολαμβάνω το ηλιακό χάδι που προσπαθεί να γιατρέψει τη μικρή καρδιά μου. Σιγά σιγά νιώθω να ρουφά τον πόνο από μέσα και να τον κάνει μια βαθιά κόκκινη σκόνη: μια σκόνη που πέφτει και πάλι επάνω μου και βάφει τα έως τώρα άχρωμα φτερά μου. Νιώθω τις ακτίνες να μου σκανε ζεστά φιλιά: ζεστά υπέροχα φιλιά που αποτυπώνονται σαν κίτρινες πλατιές κηλίδες στα φτερά μου.

Είμαι πολύ περήφανη για τα φτερά μου. Κάθομαι επάνω σε ένα πλατύ φύλλο και τα κινώ νευρικά για να στεγνώσουν.
Ανυπομονώ.
Θέλω να πετάξω, η υγρασία των φτερών μου, όμως, ακόμη τα βαράινει.

Νομίζω πως τώρα πια είναι όλα έτοιμα: νομίζω ότι εώ είμαι έτοιμη!




ΣΚΕΨΗ ΤΡΙΤΗ


Ποτέ δεν είχα φανταστεί πως ένα τόσο μικρό νησάκι θα μπορούσε να μοιάζει τόσο απέραντο. Πετάω εδώ και ώρες, (ή μήπως είναι μόλις μερικά λεπτά;) και δεν έχω συναντήσει το μέρος από όπου ξεκίνησα. Προσπαθώ να σταματώ λιγάκι για να παίρνω ανάσα, αλλά είμαι τόσο αναστατωμένη που αδυνατώ να καθίσω ήσυχη.

Μόλις συνάντησα μιαν άλλη πεταλούδα!
Καθόταν επάνω σε ένα μπουμπουκάκι και μένα μου φαινόταν αστείο που μια πανέμορφη πεταλούδα είχε διαλέξει ένα τόσο μικρό κι ασήμαντο μπουμπούκι. Μια χρυσόμυγα, που έτυχε να πετά εκεί κοντά, μου εξήγησε ότι το ίδιο θα έπρεπε να κάνω κι εγώ, αν δεν θα’ θελα να μείνω άστεγη τη νύχτα. Όμως, συνέχισε, θα έπρεπε πράγματι να είναι μικρό και άχαρο, επειδή τα ανθισμένα λουλούδια είναι συνήθως ζηλιάρικα και δεν θέλουν να κουβαλούν στο κεφάλι τους μια πεταλούδα που είναι πιο όμορφη από αυτά. Μα, γιατί, ήθελα να ρωτήσω, όμως πάνω στην προσπάθειά μου μπερδεύτηκα στην προβοσκίδα μου και η χρυσόμυγα τρόμαξε και πέταξε μακρυά.

Τώρα κατάλαβα ότι οι πεταλούδες δεν μπορούν να θέτουν ερωτήσεις.


προς επόμενες σκέψεις

Sunday, September 30, 2007

Οι σκέψεις μιας πεταλούδας - 1


Το παραδέχομαι, μάλλον με έχει πιάσει τεμπελιά εν μέσω της τρέλλας των ημερών ή είναι απλώς αντίδραση, αλλά μιας και ακόμη δεν λέω να ανεβάσω Ανεμώνη ή Μ+Ζ+Ι ανοίγω το σεντούκι μου και αυτήν τη φορά...

ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΑΡΧΗ…

Εάν μπορούσα θα στο φώναζα.
Εάν μπορούσα θα το έγραφα στο πιο ψηλό βουνό και θα το τσούλαγα στο γκρεμό, γιανά γίνει χιονοστοιβάδα και να’ ρθεί και να σε ταρακουνήσει, να σε ξυπνήσει, να σε κάνει να με δεις και να με ακούσεις.

Εάν μπορούσα θα το έκανα νόμο το να με αγαπάς και να με φροντίζεις, να με φιλάς και να με τονώνεις και να είσαι δίπλα μου.

Εάν μπορούσα ίσως να ερχόμουν και να σού ‘σκαγα ένα φιλί, γλυκά και πεταχτά, για να σε δω να μένεις κοκκαλωμένος στη μέση του δρόμου.



Όμως δεν μπορώ.
Δεν μπορώ να το φωνάξω, δεν μπορώ να το κάνω χιονοστοιβάδα, ούτε νόμο, ούτε φιλί…


Μπορώ μονάχα να σε βλέπω να έρχεσαι και να φεύγεις, να γυρνάς για να επιστρέψεις αλλού και να κρύβομαι από το απορημένο σου βλέμμα, σκύβοντας το αναψοκοκκινισμένο κεφάλι μου μέσα στο βιβλίο που κρατάω και να σε διώχνω κοιτώντας σε ξαφνικά με μιαν θυμωμένη απάθεια, μια θλιβερή μάσκα, ανεξίτηλο σημάδι κάποιας παλιάς και άχαρης κωμωδίας.

Το μόνο που μπορώ, είναι να σε βλέπω να φεύγεις τελικά ολοένα και πιο μακρυά, μέχρι που χάνεσαι, μαύρη κουκκίδα σε λευκό χαρτί, που σβήνεται από το καυτό, μοναχικό μου δάκρυ…






ΣΚΕΨΗ ΠΡΩΤΗ


Σήμερα θα ήθελα να ήμουν σε ένα νησί. Σε ένα νησί που θα ήταν πολύ πολύ μακρυά από εδώ. Σε ένα νησί έρημο, χωρίς κόσμο ή όνομα.

Θα ήμουν μόνη. Το νησί θα το αγκάλιαζε ένας καθαρός, γαλανός ουρανός και μια βαθιά, μυστηριώδης θάλασσα.

Τώρα που το σκέφτομαι θα ήθελα να έχει πολλά και μεγάλα, ναι θα έλεγα τεράστια ζώα και φυτά. Εγώ όμως, θα ήθελα να ήμουν πολύ μικρή: σαν πεταλούδα. Ίσως όχι απαραίτητα τόσο όμορφη, όσο συνηθίζουν να είναι οι πεταλούδες. Θα ήθελα, όμως, να μπορούσα να μην έχω πια ούτε σκέψεις, ούτε αναμνήσεις, ούτε συναισθήματα: ανέκαθεν ήταν ένα περιττό βάρος στην καρδιά μου, σαν θλιβερή τιμωρία.

Σήμερα θα ήθελα να ήμουν σε ένα νησί πολύ πολύ μακρυά από εδώ και εγώ θα ήθελα να ήμουν μια μικρούλα πεταλούδα. Μια μικρή περίεργη πεταλούδα που θα κοιτούσε αγνάντευε ασταμάτητα τη θάλασσα και τα καράβια της. Κρυμμένη στην αγκαλιά του νησιού

Αχ, πόσο θα ‘θελα να 'μουν σήμερα σε ένα μακρινό νησί και να είμαι μικρή, μικρούτσικη πεταλούδα, μια ευτυχισμένη πεταλούδα που θα χάριζε σε εκείνα τα καράβια όλα της τα όνειρα που είναι σε θέση μια πεταλούδα να δει στη σύντομη κι ασήμαντη ζωή της.

προς επόμενες σκέψεις

Friday, September 28, 2007

Η ιστορία της πέτρας που έπεφτε


Σήμερα θα σας διηγηθώ την ιστορία της πέτρας που έπεφτε.

Μια ιστορία ανούσια, ούτε μεγάλη ούτε πολυσύνθετη, χωρίς πρόσωπα, χωρίς γεγονότα, χωρίς περιγραφές.

Είναι η ιστορία μιας πέτρας που πέφτει, πέφτει, πέφτει και πέφτει…

Δεν ξέρει προς τα πού, δεν ξέρει γιατί, δεν ξέρει πώς βρέθηκε σε αυτήν την κατάσταση…
Το μόνο που καταλαβαίνει είναι αυτό: ότι πέφτει.

Κι όμως, αν δεν ήταν παρά μια απλή μικρή πέτρα θα διαπιστώναμε ένα χαμόγελο:
το πικρό, παγωμένο χαμόγελο της αγωνίας, στο στενό της κορμάκι.


[από το σεντούκι μου, 2001]

Tuesday, August 21, 2007

Νηρηίδες - β' μέρος



[μέρος α']

Ήταν κάποια μοιραία Παρασκευή, λίγο συννεφιασμένη και δροσερή, όταν αποφάσισε να παρακούσει τον αδερφό του και να τον ακολουθήσει. Αρχικά το σχέδιό του έδειχνε να πιάνει, καθώς τίποτε δε μαρτυρούσε να τον έχει καταλάβει. Μόλις, όμως, έφτασαν μερικά μέτρα πάνω από τη ρηχή τους σπηλιά, τον άκουσε να του λέει:

-"Και τώρα νομίζω πως ήρθε η ώρα να γυρίσεις πίσω!"

Υπακούοντας γύρισε χωρίς δεύτερη κουβέντα. Εκείνη την ημέρα έμεινε σπίτι. Είχε χάσει κάθε διάθεση και ντρεπόταν για το πρωινό συμβάν:

-"Να πάρει! Πάλι φέρθηκα σαν ανόητος!"

Έμεινε κλεισμένος στο δωμάτιό του και εκεί παρέμεινε να χαζεύει τις ώρες να χάνονται μία μία μέσα στην κλεψύδρα των διακοπών του.

Σαν έφτασε το βράδυ άρχισαν να φαίνονται τα πρώτα μαύρα σύννεφα: ήταν κάτι περίεργα, σκούρα μαβιά και φουντωτά σύννεφα που στεφάνωναν τη σημερινή πανσέληνο. Κανείς όμως, δεν τους έδωσε σημασία, γιατί σήμερα είχαν γεννητούρια στο χωριό και γινόταν ένα πρώτο μικρό γλέντι στο ταβερνάκι. Ο μόονς που τα είχε προσέξει και είχε λουφάξει ανήσυχος ήταν ο Παναγής. Όταν προσπάθησε κάποιος να τον τσιγκλισει «για να γελάσουν» εκείνος, ίδιος αγριεμένος σκύλος, τους φώναξε:

-"Κάποιον πάρουνε τον… κάποιον, κάποιον πάρουνε τον… απόψε!!"

Ήταν έτοιμοι να το ρίξουν στα χωρατά, γιατί "μα την αλήθεια έχει γούστο ο αφιλότιμος", ήταν έτοιμοι να τον κοροϊδέψουν προσπαθώντας να μαντέψουν τις τρελλές του αντιδράσεις, σαν θα τού ΄λεγαν πως είχε δίκιο και πως τον πίστευαν και πως αδημονούσαν να δουν τα ξωτικά του να χορεύουν στην παραλία τώρα που σίμωναν τα μεσάνυχτα, όταν εκείνος τους παράτησε και βάλθηκε να τρέχει για το ακρωτήρι.

Πέρασε έτσι κάμποση ώρα και κάποια στιγμή εκείνος εμφανίστηκε απορημένος στο ταβερνάκι: κλεισμένος στο δωμάτιό του και απορροφημένος από τις σκέψεις του δεν είχε πάρει χαμπάρι ούτε τα γεννητούρια, ούτε το γλέντι. Τώρα εξουθενωμένος από την ακινησία έψαχνε να βρει τον αδερφό του.
Το ποτήρι έφυγε από το χέρι της μάνας του σαν τον άκουσε να τον αναζητά:

-"Ο Παναγής!" είπε και βάθηκε να τραντάζει τον άντρα της. "Ο Παναγής!"

Όλοι θα την έπαιρναν για μεθυσμένη, το δίχως άλλο, έτσι όπως έκανε σαν υστερική. Κι όμως, όλοι πάγωσαν σαν έμαθαν, πως ο μεγάλος, που όλοι οι άλλοι τον θεωρούσαν κοιμισμένο στην κάμαρή τους, κουρασμένο από τον ατελείωτο περίπατο, δεν είχε φανεί ακόμη…

-"Κάποιον πάρουνε τον… κάποιον, κάποιον πάρουνε τον… απόψε!!"

Εκείνος, ο μόνος που δεν είχε ακούσει τα προμαντέματα του "τρελλού", προσπαθούσε να δώσει μια λογική εξήγηση στην παράλογη αντίδραση των άλλων. Όμως, το κλάμα της μάνας, που ερχόμενη είχε ακούσει ετούτα τα λόγια και τα είχε περάσει για αστείο, δεν άφηνε και πολλά περιθώρια αμφισβήτησης.

-"Η βάρκα, η μουσική, οι κοπέλες και η νυχτιά, αυτά πήραν τον!"

Γύρισε και αντίκρυσε το ιδρωμένο μουσούδι του Παναγή

-"Ναι, σου λέω! αυτές πήραν τον… αυτές … το είδα!!!"

Ήταν λαχανιασμένος κι αναστατωμένος από το τρεχαλητό και τώρα έπεφτε σιγά σιγά σε λήθαργο.

Βρίσκονταν όλοι στην παραλία εδώ και ώρα και περίμεναν μαντάτα: η βάρκα του Στάθη έλειπε, τώρα έμενε να βρεθεί μαζί με το παληκάρι. Όμως, οι βενζίνες πήγαιναν κι ερχόντουσαν ζωρίς αποτέλεσμα: η "κυρά" ήταν αγριεμένη σήμερα και το μπλε φουστάνι της τους απόδιωχνε από κοντά της.

Ξημέρωσε. Τίποτα.
Μεσημέριασε και νύχτωσε ξανά: και πάλι τίποτα.

Τώρα πια ήταν μονάχος. η μάνα του είχε γίνει μια μαύρη κουκκίδα που ζάρωνε μέτην με την ημέρα και ο πατέρας του καθόταν σε μια καρέκλα και χάζευε σα χαμένος τις μύγες που παχιές και γυαλιστερές χαιρόντουσαν μπροστά του τη ζωή.
Τώρα πια ήταν μονάχος και ξεχασμένος στο δωματιάκι του πάνω στο πατάρι να μουσκεύει τα σεντόνια. πριν από λίγες μέρες είχε έρθει και η Δώρα πανικόβλητη: η Δώρα ήταν η κοπέλα του αδερφού του, ένα γλυκό κορίτσι, καμιά φορά όλο νάζι… Τώρα δεν ήταν παρά ένα δυστυχισμένο πλάσμα που αρνιόταν πεισματικά να φάει και δεν μπορούσε να κλάψει…

Κοιτούσε το ταβάνι.
-"Χρειάζεται βάψιμο", φώναξε.
¨-"Βάψιμο χρειάζεσαι εσύ, ασπρουλιάρη" θα του απαντούσε ο αδερφός του, έτσι και ήταν εδώ. Το γνωστό τους αστείο. Μα εκείνος είχε φύγει για πάντα.
"Για πάντα! Ακούς εκεί… για πάντα. Τον δειλό! Τον ψεύτη!"

Ξαφνικά σώπασε: κάποιος έκλαιγε. Σηκώθηκε και βγήκε από το δωματιάκι. Δίπλα ήταν η Δώρα. Πλησίασε, έκατσε στο κρεββάτι και άρχισε να της χαϊδεύει τα μαλλιά. Θα της έλεγε ένα παραμύθι για να κοιμηθεί, της είπε κι άρχισε να της διηγείται με μιαν ήρεμη, απαλή φωνή. Δεν πρόλαβε να το τελειώσει: το κορίτσι είχε αποκοιμηθεί και στο πρόσωπό της αχνόφεγγε για πρώτη φορά ένα αδιόρατο χαμόγελο. Κοίταξε το κοιμισμένο πρόσωπό της, που ώρες ώρες του θύμιζε τη δική του κοπελιά, τη Λένα. Εκείνη θα έπρεπε να βρισκόταν τώρα κάπου στην Πελοπόννησο για διακοπές και ένας οίκτος τον πλημμύρισε, ήταν ένας οίκτος οδυνηρός κι απάνθρωπος, γιατί συνειδητοποιούσε επιτέλους την αλήθεια: δεν την αγάπησε ποτέ τη Δώρα ο αδερφός του, όπως ούτε κι ο ίδιος είχε ποτέ κατορθώσει να αγαπήσει τη Λένα κι ας έλεγαν στον εαυτό τους πως τους έλειπαν, πως τις νοσταλγούσαν. Ποτέ τους δεν τα κατάφεραν να νικήσουν τις θαλασσινές, άπιαστες πλανεύτρες που ήξεραν χίλιους θεϊκούς σκοπούς και συνόδευαν τα ανήσυχα όνειρά τους. Ποτέ δεν αγάπησε τη Λένα γιατί πίσω και πέρα από όλα, εκείνος έψαχνε να ακουμπήσει το αέρινο ιδανικό του που τον παράσερνε σε θανατηφόρα ρουφήχτρα… Ποτέ δεν της είχε μείνει πιστός. Η ανάμνησή της φαγωνόταν ώρα με την ώρα από τη θαλασσινή αλμύρα. Ποτέ δεν την είχε νοιαστεί αληθινά, γιατί τότε θα αποζητούσε εκείνη και όχι τη μοναξιά του… Όσο κι αν προσπαθούσε να θυμηθεί τη φωνή, το άγγιγμά της, τόσο οι νηρηίδες τραγουδούσαν δυνατότερα, ώσπου η μελωδία έγινε ουρλιαχτό και η προσπάθεια δάκρυ…

Ο μικρός, μοναχικός και ξεχασμένος αχινός μόλις ένιωθε πως είχε σκορπίσει γύρω του τον πόνο, μα εκείνος θρηνούσε για τα χαμένα αγκάθια του, που είχαν μείνει καρφωμένα σε κάτι απρόσεχτα και τρυφερά πόδια…

Η Δώρα είχε φύγει. Προχθές είχαν έρθει οι δικοί της και την είχαν πάρει με το ζόρι. Τι κουτό. Εκείνη θα έφευγε και με ένα απλό ακούμπηγμα, γιατί εδώ το νησί την έπνιγε: άγριος βρόγχος σε λεπτό λαιμό.
Τώρα ήταν κάπου αλλού και προσπαθούσε να τακτοποιήσει τα κομματιασμένα συναισθήματα και τις κουρελιασμένες σκέψεις της. Καθώς έφευγε το βαπόρι, και ο μεγάλος του όγκος γινότανε ολοένα και πιο μικρός, εκείνος της είχε ψιθυρίσει τρυφερά ένα "αντίο". Δεν θα την ξαναέβλεπε πια.

Η Δώρα, λοιπόν, είχε φύγει και καθώς ερχόταν το απόγευμα ένιωσε πως έπρεπε να πάει και πάλι κοντά στις νηρηίδες του, στις νηρηίδες που τόσο τους είχε θυμώσει. Ήταν όμως γλυκές, απόκοσμες, σχεδόν θεϊκές και το μελωδικό, πηχτό τραγούδι τους έφερνε τη λήθη στο μυαλό του. Έτσι, σε λίγο ξέχασε τη θλίψη του, ξέχασε το θυμό του, ξέχασε ακόμη και τη μάνα του, που πριν από λίγο είχε προσπαθήσει να κλείσει την πόρτα με το σώμα της, παλεύοντας να γίνει ένα με αυτήν. Τίποτε δεν τον σταματούσε καθώς έτρεχε στην αγκαλιά τους, γιατί, βλέπεις, είχε έρθει η ώρα.
Τώρα!



Καθόταν στη βάρκα ακίνητος, καθόταν εδώ στον ομφαλό του κόλπου όπου πριν από ένα φεγγάρι είχε χαθεί ο αδερφός του: ήταν ακριβώς το ίδιο σημείο και εδώ έπρεπε να παραμείνει. Το σούρουπο είχε πλέον αρχίσει, και η νύχτα, καθισμένη ακόμη στην άκρη του ορίζοντα, ετοιμαζόταν να ξεδιπλώσει τα σκούρα της φτερά. ο ίδιος έγειρε προς τα πίσω και πάσχιζε να βολευτεί στη βάρκα.
Ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα και χάζευε το μάγουλο του ουρανού. Μυριάδες δάκρυα το στόλιζαν και αστροποβολούσαν την αστρική φωνή τους, ενώ πού και πού κάποιο γλιστρούσε και έσταζε. Σιγά σιγά τα σκόρπια δάκρυα έμοιαζαν να ξυπνάνε και να σαλεύουν σαν χορευτές αρχαίου μαιανδρικού χορού.

-"Η Κασσιόπη!"

Η ώρα περνούσε και εκείνος κοιμόταν νανουρισμένος από το απαλό λίκνισμα της βάρκας. Ήταν κουλουριασμένος και είχε τις γροθιές του σφιχτά σφιχτά κλεισμένες, ίδιο μωρό. Παρόλη τη δροσιά του βραδινού εκείνος ένιωθε μια θέρμη: οι νηρηίδες είχαν ξυπνήσει και τον είχαν σκεπάσει με το φως του φεγγαριού. Ονειρευόταν και χαμογελούσε.

Ονειρευόταν πως ήταν ξαπλωμένος στη βάρκα νανουρισμένος από το απαλό της λίκνισμα . Κοιμόταν κουλουριασμένος με τα χέρια του σε γροθιές, όπως τα μωρά. Και παρόλο που η βραδινή αύρα σκέπαζε τη γη, εκείνον τον είχαν, λέει, σκεπάσει οι νηρηίδες με το φως του φεγγαριού…

Και καθώς ονειρευόταν πως ονειρευόταν και μέσα στο όνειρό του έβλεπε άλλο, κι άλλο, κι άλλο κάπου έχασε το τι είναι αλήθεια και τι όχι και δεν κατάλαβε πως οι νηρηίδες είχαν αρχίσει να λικνίζουν την κούνια του ολοένα και πιο δυνατά…

Τώρα το όνειρό του γινόταν πιο σκοτεινό και οι εικόνες του κυλούσαν με αστρονομική ταχύτητα ανάποδα κι έβλεπε να ξετυλίγεται το υφάδι της ζωής του μέσα από τα μάτια του αδερφού του, σε μιαν αντίστροφη ανάπτυξη προς την προγεννητική ανυπαρξία: είδε τον εαυτό του μικρό παιδί στην κούνια, την μάνα του έγκυο σε αυτόν, ένιωσε να βγαίνει από τα σωθικά του η αιώνια κραυγή της γέννησης, του αδερφού του, αιωρήθηκε μέσα στον ζεστό και σκοτεινό ωκεανό της πρώτης φωλιάς και κάπου εκεί ένιωσε τόσο μα τόσο μικρός, ώστε το όνειρο γλίστρησε από τα μικροσκοπικά του βλέφαρα…

τ έ λ ο ς

Friday, August 10, 2007

Νηρηίδες - εισαγωγή και α' μέρος



Για άλλη μια φορά ανοίγω το σεντούκι μου...


Εισαγωγή στις «Νηρηίδες»

Ένιωθε την αγάπη να του καίει τα χείλη
και να τον σπρώχνει σε μια θύελλα δυνατή σα ρουφήχτρα…
Μα όλα ήταν ένα όνειρο, ένα όμορφο μα απραγματοποίητο όνειρο, μια λειψή εκπλήρωση υπόσχεσης παλιών, παιδικών αναμνήσεων από κάτι παραμύθια που άκουγε μικρός…

(Ιούνης ‘90)


**********************************************************************************


Νηρηίδες


Η βάρκα κύλαγε απαλά και προσεκτικά: οι νηρηίδες κοιμόντουσαν ακόμα και δεν έπρεπε να τις ξυπνήσει και να τις αγριέψει σήμερα, σήμερα που η νύχτα ξεκινούσε με αστροφεγγιά και πανσέληνο, γιατί σήμερα θα μπορούσε να τις δει και να θαμπωνόταν για πάντα, μπορούσαν να τον δουν και να τον τραβήξουν στο διάφανο κόσμο τους. Γι’ αυτό λοιπόν και η βάρκα του κυλούσε τόσο τρυφερά σα χάδι και άπιαστη σα μεσημεριανός αχνός. Μα η δροσιά του βραδιού έκξανε το χάδι χτύπο και βάρυνε τον ανάλαφροι αχνό: η θάλασσα ανατρίχιασε καθώς ένιωσε τις αγουροξυπνημένες κι αγριεμένες νηρηίδες να κλωτσούν την κοιλιά της…

**********************************************************************************

Καθόταν στη βάρκα ακίνητος, καθόταν εδώ στον ομφαλό του κόλπου όπου πριν από ένα φεγγάρι είχε χαθεί ο αδερφός του. Για τον πρόωρο κι ανεξήγητο χαμό του οι αρχές είχαν κατηγορήσει κάποιο αιφνίδιο μπουρίνι και οι συγγενείς ούρλιαζαν, μην μπορώντας να καταλάβουν τι γύρευε μοναχός του τέτοια ώρα στη βάρκα.
Άλλοι πάλι μιλούσαν για κάποια ύπουλα ρεύματα που δίχως άλλο…

Μα εκείνος, εκείνος και μερικοί γέροντες –όπως άλλωστε κι ο Παναγής, ο γερο-τρελλός του χωριού- ήξεραν ότι τον είχαν πάρει οι θαλασσινές πλανεύτρες…

**********************************************************************************

Όταν ζούσε ακόμη η γιαγιά τους, που είχε έρθει εδώ από κάποια μακρινή γωνιά για να ριζώσει πλάι στον παππού, τότε που ζούσαν στο νησί και δεν π[η΄γαιναν ακόμη σχολείο, τους έπαιρνε κάθε απόγευμα και τους πήγαινε βόλτα μέσα στο χωριό. Το καλοκαίρι αγόραζαν από την πλατεία παγωτό χωνάκι, το χειμώνα κάστανα και, αφού άναβαν το καντηλάκι του παππού, που μια θλιβερή μέρα έκλεισε για πάντα τα αστραποβόλα μάτια του αφήνοντας την όμορφη γιαγιά τους μοναχή και απαρηγόρητη –πολύ προτού αυτά γεννηθούν-, αφού λοιπόν άναβαν το καντηλάκι και του ‘λεγαν «όνειρα γλυκά», ίσιωναν τα λουλουδάκια που τον σκέπαζαν και κατέβαιναν μετά σαν αστραπή στην παραλία, όπου χωμένοι σε μια βράχινη κόγχη, προστετευμένοι από το κρύο, αγιάζι το χειμώνα και την κάψα και πολυκοσμία του καλοκαιριού, άκουγαν τα παραμύθια της γιαγιάς αγναντεύοντας τη θάλασσα…

Ναι, ήταν όμορφη και νέα η γιαγιά τους και ήταν όμορφα και παράξενα ταπαραμύθια της που μύριζαν πεταλίδες και φύκια. Καμιά φορά, αν την παρατηρούσες την ώρα που διηγιόταν, έβλεπες πως τα μάτια της γινόντουσαν δυο παράξενα κοχύλια και τα διπλωμένα πόδια της θύμιζαν ουρά γοργόνας…

Να όμως που ακόμα κι οι γοργόνες δεν είναι αθάνατες και η γιαγιά τους αρρώστησε, και να που έπρεπε να μεταφερθεί στην Αθήνα.
Όταν επέστρεψε στο νησί είχε απομείνει η μισή και τα δυο της κοχύλια είχανε θαμπώσει. Όμως, ακόμη και τότε, και παρόλο που και οι δυο είχαν πια μεγαλώσε, συνέχιζαν να πηγάινουν βόλτα και να καταλήγουν στο αγαπημένο τους μέρος λες και το ‘νιωθαν πως δεν θα την είχαν ακόμη για πολύ κοντά τους, λες και τα γένεια που είχαν αρχίσει να ενοχλούν τον μεγάλο να σήμαιναν το τέλος της «παραμυθένιας» τους εποχής.

Όταν εκείνη χάθηκε μια μέρα και ήταν πλέον δύο τα καντηλάκια που έκαιγαν δίπλα δίπλα εκεί ψηλά, ακολούθησε ένας χρόνος σιωπής κι απόγνωσης. Θα ΄λεγε κανείς πως είχαν απομείνει σα δυο καμμένα σπίρτα: κάπως έτσι θα πρέπει να νιώθουν κι αυτά, όταν κρυώνουν πεταμένα και άχρηστα. Τότε ήταν που μέσα σε αυτήν την πίκρα έφυγαν από το νησί…

Όμως, ότι αγαπήσαμε μια φορά στη ζωή μας το κουβαλάμε παντοτινά, όπως κουβαλά κανείς μιαν κατάρα…
Έτσι, η ξεχασμένη φλόγα φούντωσε και πάλι, όταν, δυο χρόνια μετά, κάποιο καλοκαιρινό δειλινό στο νησί, θυμήθηκε ένα από τα ωραία παραμύθια της.
Ο ίδιος τότε άρχιζε να «αντραίβει», όπως του ΄λεγε χαϊδευτικά η απλοϊκή φουρνάρισσα, μα τώρα οι «νηρηίδες» της γιαγιάς ήταν ξανά στο μυαλό του και του τραγουδούσαν με μια γλυκιά φωνή που θα έκανε και αυτές ακόμη τις σειρήνες του Οδυσσέα να σωπάσουν. Μα βλέπεις, ο μεγάλος τόσον και καιρό έμοιαζε να βρίσκεται σε λήθαργο και έκανε ότι δεν θυμόταν πλέον τα παλιά.
Ώσπου μια μέρα τον τσάκωσε να κλαίει σα μωρό στο κοιμητήρι. Έκατσαν τότε παρέα, ο ένας δίπλα στον άλλον στο πεζούλι του ξωκκλησιού και χάζευαν τους γλάρους που ζυγίζονταν στον αέρα. Ήξεραν πως ήταν πλέονπολύ μεγάλοι για τα παλιά ανέμελα παιχνίδια τους, ήταν «περισσευούμενοι» για τη μικρή τους κόγχη που τώρα κάποιοι ανόητοι τουρίστες είχαν μετατρέψει σε σκουπιδότοπο. Ήταν όμως έτοιμοι να αντιμετωπίσουν τις αγαπημένες νύμφες των παραμυθιών τους.

Από εκείνη την ημέρα χάνονταν με τις ώρες ψάχνοντας. Ο ίδιος είχε αρκεστεί στο να χορταίνει το σφυγμό της θάλασσας και να φαντάζεται πως είναι ένας μικρός, μοναχικός και ξεχασμένος αχινός που φρουρούσε τα μυστικά της υγρής του αγάπης πάνω σε κάτι μαύρα βράχια…
Ο καιρός κυλούσε, ένα τεράστιο τσέρκι και τα μελτέμια είχαν αρχίσει. Η κάθε ημέρα περνούσε και τον γέμιζε με μιαν ανησυχία, η οποία σιγά σιγά και ολοένα και δυνατότερα τον πάγωνε και τον τρομοκρατούσε, ένας υπόγειος, ύπουλος σεισμός.
Αντίθετα στον αδερφό του άνθιζε μια υπερκόσμια γαλήνη και το πρόσωπό του είχε γίνει φωτεινό κι απόμακρο και γινόταν ακόμη φωτεινότερο κάθε φορά που τον ρωτούσε πού και πώς είχε περάσει την ημέρα του. Ο αδερφός του έμοιαζε να είναι πολύ κοντά σε αυτό που έψαχνε και, όσο και αν η μάνα του σταυροκοπιόταν κι όσο κι αν τον ξεμάτιαζε, τόσο εκείνος χανόταν με τις ώρες γιανά επιστρέψει κατά το βραδάκι πιο απόμακρος από ό,τι είχε φύγει. Κάποτε τον ρώτησε ανοιχτά, αν θα ήθελε να τον συντροφέψει, αν θα μπορούσε να μοιραστεί το μυστικό τοιυ, μα ο αδερφός του ήταν κατηγορηματικός:
-«Όχι, ακόμη, μα θα γίνει και αυτό…»

Όμως «αυτό» δεν ήθελε να συμβεί κι έτσι το βράδυ μαζεύονταν εκεί, στο ταβερνάκι του θείου τους και σύγκρινε τη δική του αγωνία με τη διάχυτη ευτυχία του αδερφού του, ένιωθε και πάλι σαν το μικρό, μοναχκό και ξεχασμένο αχινό που καρφωμένος σε κάτι μαύρα βράχια τον πλήγωναν τα ίδια του τα αγκάθια.
Παρόλα αυτά έκανε υπομονή και βάλθηκε να εντείνει τη διάρκεια των μακρινών του περιπάτων. Μάταια, έμοιαζε λες και ήθελε να ακουμπήσει τον ορίζοντα: κάθε φορά που νόμιζε πως άκουγε το ποθητό τραγούδι, εκείνο έσκαγε μαζί με τα κύματα στα βράχια και τον έβρεχε περιφρονητικά…

[συνεχίζεται...]

Saturday, August 4, 2007

Ιντερλούδιο


Καμιά φορά θυμάμαι τη μακάρια εκείνη χρυσή εποχή, την εποχή της ξεγνοιασιάς και της αθωότητας, θυμάμαι την εποχή που οι άνθρωποι μπορούσαν να βουτήξουν στον ωκεανό του μέλλοντος και της λύτρωσης και τότε χαίρομαι ότι της έχω ξεφύγει… γιατί τότε ζούσε ο κόσμος της λ ή θ η ς.

Μα εγώ δε θέλω να ξεχνάω τίποτα: μνήμες από πρόσωπα, γεγονότα, περιστατικά πλημμυρίζουν το κεφάλι μου σε μιαν ατέρμονη, μοναδική παλίρροια…

Είθε να αργήσει η άμπωτις.
Ίσως τότε στεγνώσω κι εγώ, ξερή αμμουδιά.
Ίσως ακρωτηριαστώ κι εγώ σαν πολυκαιρισμένη μαούνα, που της ξεκόλλησαν τα πετρωμένα φύκια της…

Δεκέμβρης ‘89