Friday, August 28, 2009

Η στάση


"Haltestelle", Luis Höger, 1995

Στην αρχή ήταν απλώς μια υποψία: αυτή η ύπουλη, αμφίβολη υποψία πως κάτι δεν πάει καλά. Το πρώτο πρώτο χνώτο υποψίας, αυτό που σε κάνει να υποπτεύεσαι τελικά, πως όλα είναι ιδέα σου, αποτέλεσμα αυτής της παραμορφωμένης εικόνας που έχουμε συχνά για πράγματα που βλέπουμε καθημερινά γύρω μας, αλλά δεν μας αγγίζουν ή περνούν φευγαλέα μονάχα από το οπτικό μας πεδίο.

Κι όμως ήταν τρεις τέσσερις μέρες τώρα που θα έπαιρνε όρκο, γιατί τώρα τον είχε απομονώσει από το καθημερινό ενιαίο σύνολο, ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με αυτόν τον στύλο της στάσης, αυτόν που υποδεικνύει στον οδηγό και στους επίδοξους επιβάτες πού πρέπει να σταματήσει ο μεν και να περιμένουν οι δε...

Χρόνια τώρα, έμενε πάνω από είκοσι χρόνια στην ίδια γειτονιά, ο στύλος βρισκόταν σε απόλυτη ευθεία με την αριστερή γωνία της πόρτας του ζαχαροπλαστείου και την κάτω δεξιά γωνία της χτιστής ζαρντινιέρας με τα γεράνια... Καθώς στεκόταν πάντοτε στο ίδιο σημείο -ευτυχώς η στάση του σπανίως είχε κόσμο, γιατί αγχωνόταν και μονάχα στην ιδέα ότι θα μπορούσε κάποιος να στέκεται στην αγαπημένη του θέση- θαύμαζε το αίσθημα αρμονίας και τάξης που πρέπει, ναι σίγουρα πρέπει, να είχε ο εργάτης ή οι εργάτες που τον είχαν τοποθετήσει.

Αλήθεια, πόσοι να ήταν, αναρωτήθηκε, να ήταν μονάχα ένας; Α, μπα, σίγουρα το λιγότερο θα πρέπει να ήταν δύο... Ο ένας θα έκανε την τρύπα, ο άλλος; Μήπως ο άλλος είχε υποδείξει το σημείο ή είχε απλώς κατεβάσει τον στύλο από το φορτηγό; Όχι, όχι, μαζί θα τον είχαν κατεβάσει κι αν έκρινε από τον τρόπο που έβλεπε να εργάζονται αυτές οι ομάδες, τότε σίγουρα θα ήταν τρεις. Ο τρίτος πρέπει να ήταν ο οδηγός του φορτηγού. Αυτοί συνήθως την αράζουν μετά και περιμένουν. Λες να ήταν ο οδηγός εκείνος που το επέλεξε; Το σημείο; Οι δύο να κρατούν τον στύλο, ή μάλλον ο ένας το κομπρεσέρ και ο άλλος… Όχι, όχι… τότε το σημείο το διάλεξε αυτός με το κομπρεσέρ, μα αυτοί είναι συνήθως κάτι ταλαιπωρημένοι τύποι, σπανίως τους δίνουν ωτασπίδες και γάντια, βαριεστημένος σίγουρα και βαρύς… Μπορεί αυτός ο στύλος να βρέθηκε εκεί, σε απόλυτη ευθεία με την αριστερή γωνία της πόρτας του ζαχαροπλαστείου και της κάτω δεξιά γωνίας της χτιστής ζαρντινιέρας από σύμπτωση, τύχη; Τα πράγματα ίσως να ήταν ευκολότερα να εξηγηθούν αν ήταν τέσσερις: ο οδηγός, ο τύπος με το κομπρεσέρ και δύο άλλοι που κρατώντας μαζί τον στύλο… Μα βέβαια, τι τέσσερις, πέντε πρέπει να ήταν: ο οδηγός, ο τύπος με το κομπρεσέρ, οι δύο που κρατούσαν μαζί τον στύλο και ο πέμπτος, ο καλλιτέχνης, η ψυχή του εγχειρήματος, αυτός που έχοντας κατέβει λιγάκι από το πεζοδρόμιο, είπαμε η στάση αυτή είχε σπανίως κόσμο, το ίδιο ίσχυε και για τον δρόμο, όπου τα αυτοκίνητα ήταν μάλλον λιγοστά, θέλησε να κάνει ένα δώρο ύψιστης αρμονίας σε αυτήν την μοναδική γειτονιά, την γειτονιά του, και έτσι, όρθιος πάνω στο οδόστρωμα, χωρίς το φόβο μην τον πατήσουν, άλλωστε πιθανότατα το φορτηγό να ήταν κατά τέτοιον τρόπο παρκαρισμένο, που να τον προστάτευε από κάποιον ατζαμή ή απλώς απρόσεκτο, με το μάτι να ζυγίζει και το χέρι να καθοδηγεί, αφού κλείδωσε στη μνήμη του αυτήν την μοναδική για τον στύλο θέση, μετά από κάποιες δοκιμές φυσικά, κατά τις οποίες οι δύο με τον στύλο θα πήγαιναν λίγο προς τα αριστερά ή λίγο προς τα δεξιά αναλόγως, υπέδειξε με αποφασιστικότητα και εμπειρία στον τύπο με τον κομπρεσέρ πού να κάνει την τρύπα. Και σίγουρα ο καιρός εκείνη την ημέρα θα ήταν ιδιαιτέρως καλός ή τουλάχιστον δεν θα έβρεχε• αλλιώς η ομάδα μπορεί και να δυσανασχετούσε, μπορεί και να μην πειθαρχούσε και τόσο στις υποδείξεις και μπορεί το κομπρεσέρ να χτύπαγε λίγους πόντους αριστερότερα και όλη αυτή η μαγεία κι αρμονία να μην είχε επιτευχθεί ποτέ…

Αφού λοιπόν είχε λύσει πλέον οριστικά το θέμα της τοποθέτησης του στύλου και όλα του φανέρωναν μια υπέροχη γεωμετρική ομορφιά, η αρχικά αμήχανη και αμφίβολη υποψία τού είχε γίνει βεβαιότητα: στεκόταν πάντοτε στην αγαπημένη του θέση, αυτήν που του επέτρεπε να θαυμάζει αυτήν την υπέροχη ευθεία, αυτήν που είχε γίνει αρκετές φορές η αιτία να χάσει το λεωφορείο, επειδή ο οδηγός έκρινε ότι μάλλον δεν επρόκειτο για επίδοξο επιβάτη, αλλά η μαγεία είχε χαθεί: ο στύλος δεν έστεκε πλέον σε απόλυτη ευθεία με την αριστερή γωνία της πόρτας του ζαχαροπλαστείου και κάτω την δεξιά γωνία της χτιστής ζαρντινιέρας. Ο κόσμος δεν ήταν πλέον ο ίδιος, ένα αίσθημα αναρχίας, αταξίας και κινδύνου του πλάκωσε την καρδιά.

Φανερά απορημένος δεν έδωσε καμία σημασία στον οδηγό που είχε σταματήσει για να τον πάρει, ήταν μοναχός στη στάση κι από το λεωφορείο δεν κατέβηκε κανείς, και τον περίμενε υπομονετικά να ανέβει. Ο οδηγός κούνησε το κεφάλι του έκλεισε την πόρτα και ανηφόρισε τον δρόμο… Μα εκείνος δεν ενδιαφέρθηκε καθόλου, εδώ είχε ενσκήψει μείζον θέμα, παράδοξο και μυστηριώδες. Ποιος νοιαζόταν τώρα για λεωφορείο. Έκανε μερικά βήματα παρακεί κι επέστρεψε στη θέση του. Μετά γύρισε προς το θαύμα, όπως έκανε πάντοτε, όμως η αγαπημένη ευθεία δεν έλεγε να εμφανιστεί. Χτύπησε με το χέρι του το κούτελο, μα φυσικά, εδώ και μια εβδομάδα έχουν ξεκινήσει να αντικαθιστούν τα παλιά πλακάκια των πεζοδρομίων με καινούργια, αυτό θα έφταιγε, δεν στεκόταν στο σωστό πλακάκι, μπορεί τα καινούργια να ήταν μικρότερα, μπα μάλλον μεγαλύτερα και έτσι… Όχι, όχι, στο δικό του πεζοδρόμιο, στο πεζοδρόμιο της στάσης του τα πλακάκια ήταν ακόμη τα παλιά… Και σίφουνες να ήταν οι εργάτες δεν θα είχαν προλάβει μέσα σε τόσο λίγο να σπάσουν τα παλιά και να βάλουν τα καινούργια, κι άλλωστε αυτή η γνώριμη γκριζάδα ήταν από τα παλιά πλακάκια, τα σωστά…

Μισόκλεισε τα μάτια και με εμπειρία γλύπτη έψαχνε να ζυγίσει τη θέση του αγαπημένου του στύλου μέσα στο περιβάλλον σύνολο. Ήταν ολοφάνερο, ο στύλος είχε προχωρήσει, άγνωστο γιατί, έναν με δύο πόντους προς τα αριστερά. Έβγαλε ένα στυλό και μετρούσε ξανά και ξανά, το αποτέλεσμα ήταν πάντοτε το ίδιο, ενάμιση εκατοστό για την ακρίβεια, αυτό το ενάμιση εκατοστό ήταν η αιτία της παραφωνίας. Κάτι παιδικά γελάκια από δυο μουτράκια που τον κοιτούσαν όλο περιέργεια πίσω από ένα αυτοκίνητο τον έκαναν για λίγο να τα χάσει. Προσποιήθηκε ότι κοιτούσε πόσο μελάνι είχε απομείνει στο στυλό του, μα τώρα φαινόταν ακόμη πιο κωμικός κι έτσι, έχωσε γρήγορα το στυλό στην τσέπη κι εκνευρισμένος γύρισε γρήγορα να χωθεί στο σπίτι του.

Είχε ξεχάσει και τον λόγο που τον είχε φέρει στη στάση, και τις δουλειές που ήθελε να κάνει, ξεφύλλιζε νευρικά την εφημερίδα του, χωρίς να τη διαβάζει: το μυαλό του είχε απομείνει στη στάση. Μετρούσε και ξαναμετρούσε νοερά τη νέα θέση του στύλου και δεν εύρισκε λογική.

Αυτή η νέα τάξη τον είχε αναστατώσει πολύ, για πρώτη φορά στη ζωή του, δηλαδή στα είκοσι τόσα χρόνια που έμενε στην ίδια γειτονιά, αποφάσισε να πάρει για μερικές μέρες από άλλη στάση το λεωφορείο. Τώρα έμενε μονάχα να μετρήσει νοερά τα βήματα μέχρι την προηγούμενη και την επόμενη στάση, όμως εκείνος ο ενάμιση πόντος ζουζούνιζε σαν πεινασμένο κουνούπι μέσα στο αυτί του. Τελικά αποφάσισε να πάει στην προηγούμενη, ο δρόμος προς τα εκεί ήταν πιο ευχάριστος, κατηφορικός και τα σπίτια είχαν ωραίους κήπους, αλλά, όταν το λεωφορείο σταμάτησε στην επόμενη, δηλαδή στη στάση του, ένιωσε τέτοια αναστάτωση και τέτοια αγωνία, που κατάλαβε ότι είχε κάνει λάθος επιλογή.

Πέρασε έτσι μια εβδομάδα, ίσως και λίγο παραπάνω. Πηγαίνοντας τώρα από τον καινούργιο δρόμο προς την άλλη στάση, τη σωστή, ανακάλυψε ότι τρία στενά πάνω από την κυρίως γειτονιά του ζούσε ο Πέτρος, ένας παιδικός του φίλος, από αυτούς που όταν είσαι μικρός ορκίζεσαι ότι θα είστε πάντοτε μαζί, για να μην τον αναγνωρίσεις μετά κατά την εφηβεία. Τώρα, όμως, η μοίρα τον είχε φέρει και πάλι στον δρόμο του, στη γειτονιά του και καθώς και οι δυο φαίνονταν ότι πήγαιναν προς την ίδια κατέυθυνση αποφάσισαν να μιλήσουν, αρκετά μουδιασμένα είναι αλήθεια, για τα παλιά και τα καινούρια.

[συνεχίζεται]

Monday, May 11, 2009

Κουδούνι

'Αστραφτε. Ο απογευματινός ήλιος χάιδευε την επιφάνειά του. Οι ακτίνες αναπηδούσαν στη λεία επιφάνεια και ξεγελούσαν το μάτι, πως τάχα ξεπετάγονταν από αυτήν.
Χαμογέλασε.

Κάτι τέτοια απογεύματα η λίμνη ήταν συνήθως ήρεμη, τα νερά χωρίζονταν από τον ουρανό με μια νοητή γραμμή, ένας άλλος Μωυσής είχε χωρίσει τους δύο κόσμους αλλά το χρώμα τους πάλευε να ενωθεί προσπαθώντας να πνίξει την ηδονική αγωνία που χτυπούσε στο ρυθμό της καρδιάς του: τόση γαλήνη και ομορφιά... 

Το χέρι του έμεινε μετέωρο: κίνηση κομμένη στη μέση. 

Θυμήθηκε τους σταχτοτσικνιάδες. Εκεί πέρα στη λίμνη του, όταν κάτι τα τρόμαζε, ένας ήχος, μια κίνηση, έτσι κοκκάλωναν για λίγο: λαιμοί μετέωροι, κίνηση κομμένη στη μέση...

Το χέρι πάντοτε ακίνητο, αιωρούμενο ανάμεσα σε εκείνον και σε αυτό, που άστραφτε ακόμη, φεγγοβολούσε.   

Αγαλλίαση.

Αγαλλίαση.
Ο ήχος από τα φτερά τους, όταν τελικά άφηναν την ήρεμη επιφάνεια, οι αργυροπελεκάνοι που τον κοιτούσαν πλέοντας νωχελικά με το ένα μάτι...

Μια στιγμή μαγική. Εκείνο να αστράφτει και το χέρι του να αχνοφέγγει υποδόρεια, με τρόπο μοναδικό, όπως μονάχα τα δέρμα γνωρίζει: να ρουφά αχόρταγα το φως μέσα του και να απλώνει τη θαλπωρή του, ένα ζεστό αλάβαστρο.

Ο ξερός ήχος πυροβολισμού δεν άφηνε καμιά αμφιβολία, η γαλήνη έσπασε χίλια μικρά κομμάτια και η επιφάνειά της λες και ανασηκώθηκε ολόκληρη, σμήνη από ζεύγη φτερών αναζήτησαν την ουράνια σωτηρία, ανήσυχος κοίταξε προς την πλευρά των κυνηγών...

"Να βοηθήσω;" άκουσε δίπλα του μια φωνή, στεκόταν πάντοτε εκεί στην είσοδο, με το χέρι απλωμένο λες και προσπαθούσαν τα δάχτυλά του να διαβάσουν τα ονόματα στα κουδούνια. Παραμέρισε και αναστέναξε με ευχαρίστηση: της είχε ξεφύγει και πάλι λιγάκι, της πόλης, ακόμη και για λίγο, λίγες στιγμές προτού χτυπήσει το κουδούνι, για άλλη μια τυπική συνάντηση, άλλες τρεις ώρες δουλειάς...

Το κουδούνι που χαμογελούσε συνωμοτικά και άστραφτε, καθώς ο απογευματινός ήλιος χάιδευε την επιφάνειά του.

Friday, April 17, 2009

Φως



Βγαίνοντας από τον σταθμό το φως είχε αρχίσει να διαλύει το σκοτάδι. Ένιωθα σιγουριά στο σκοτάδι. Για μια στιγμή η καρδιά μου κλώτσησε: νά 'ταν άραγε ανησυχία ή φόβος; Τελικά με συνέφερε η πρωινή αύρα που ήταν ψυχρή κι ευχάριστη· δεν τον έβλεπα, αλλά υποθέτω ότι κι εκείνος το ίδιο ένιωθε.

Είχαμε ξεκινήσει μαζί από την αποβάθρα, μα όσες φορές κι αν προσπάθησα να μείνω στο πλάι του περπατώντας, εκείνος έμοιαζε να διστάζει και μου 'δινε το προβάδισμα.
Τώρα περπατούσε σταθερά πίσω μου, με μεγάλους και σίγουρους δρασκελισμούς. Θέλοντας να τον πειράξω λίγο επιτάχυνα το βήμα μου. Δεν φάνηκε να δυσανασχετεί, ακολουθούσε άνετα τον νέο μου ρυθμό.

Σταμάτησα λίγο πιο κάτω και γύρισα απότομα προς το μέρος του. Ήθελα να δω τα μάτια του, το χρώμα και την έκφρασή τους, σίγουρα τώρα μέσα στο φως που πλημμύριζε ορμητικά τον δρόμο θα έβλεπα το αληθινό του πρόσωπο, μα εκείνος ήταν σκυφτός, το βλέμμα του στραμμένο στα πλακάκια. Σταμάτησε όπως κι εγώ, αλλά χωρίς να με κοιτάξει, χωρίς απορία. 

Πήρα μια βαθιά ανάσα απογοήτευσης και συνέχισα. Να του μιλήσω θα ήταν μάταιο, σκέφτηκα, ίσως έπρεπε να περιμένω λίγο ακόμη. 

Άλλωστε κουβαλάει τόσο βάρος, σκέφτηκα μετά από λίγο. Τα κουβαλούσε όλα εκείνος, εγώ προχωρούσα μπροστά ελεύθερη να αποφασίζω για τον δρόμο, εκείνος απλώς ακολουθούσε.

Το φως γινόταν θερμότερα, με ανατρίχιαζε. Καθώς δυνάμωνε, γινόταν βίαιο και διεισδυτικό. Οι πόροι του σώματός μου το ρουφούσαν, έμπαινε στις φλέβες μου και κυκλοφορούσε, τα μέλη μου έμοιαζαν ελαφρύτερα, κάποια στιγμή είδα τη μορφή μου σε μια βιτρίνα: μια ψιλόλιγνη φιγούρα, με ένα διάφανο φουστάνι. Κοίτα παιχνίδια που παίζει το φως, σκέφτηκα, κοίτα πώς δείχνει το σκούρο μου ρούχο!
Πίσω μου τα βήματα είχαν και αυτά ελαφρύνει κάπως. Μια κλεφτή ματιά στην επόμενη βιτρίνα με καθησύχασε, ο αχθοφόρος με ακολουθούσε συνεχώς. Η ανάσα του, αθόρυβη και άνετη έμοιαζε παράταιρη με το απίστευτο βάρος που κουβαλούσε επάνω στην κυρτή του πλάτη.

Ήμουν για αρκετή ώρα βυθισμένη στις σκέψεις μου, με μόνη συντροφιά τον ήχο των βημάτων του. Και τότε κρίνοντας από αυτό που άκουγα κατάλαβα: δεν με ακολουθούσε πια, ξεμάκραινε μάλλον.
Λες; αναρωτήθηκα.
Γύρισα το κεφάλι ακριβώς τη στιγμή που έσβηνε και το περίγραμμα του σώματός του. Είχε διαλυθεί, χαθεί στον αέρα.
Χαμογέλασα.
Ένιωσα ανακούφιση, ήμουν πια ελεύθερη.
Χαμογέλασα και πάλι.
Ήμουν ελεύθερη, ανάλαφρη, σχεδόν άυλη: άπλωσα τα χέρια κι έβγαλα μια κραυγή αγαλλίασης καθώς ένιωθα το φως να μετουσιώνει και το τελευταίο κύτταρο του σώματός μου, επιτέλους το σώμα μου εξαϋλωνό....



ΥΓ Μην ψάξετε βαθιά νοήματα, ούτε και στο προηγούμενο καν, που ήταν απλώσς παιχνίδι με βάση μια φωτογραφία.
Απλώς, αυτό παθαίνει κάποιος που διαβάζει μονορούφι σχεδόν όλον τον Roald  Dahl...

ΥΓ2  Καλό Πάσχα!   

Tuesday, April 14, 2009

Γίγαντες


Ο πλανήτης ντύθηκε μιαν αχλή, λες και ένα σύννεφο κατέβηκε από τα ύψη του σπρωγμένο από μια ρόδινη απόχρωση που έμοιαζε να καταπίνει το γαλάζιο του στερεώματος.

Μα δεν ήταν σύννεφο

Μια παλλόμενη θάλασσα: ήρεμη μα επικίνδυνη, ανοιχτόχρωμη αλλά πυκνή, ένας μανδύας που τύλιγε το έδαφος, ένας υγρός σάκκος έτοιμος να αποκαλύψει το περιεχόμενό του.

Μα δεν ήταν θάλασσα

Τεράστια αρχαία αυγά άρχισαν να εμφανίζονται αργά και επιβλητικά, ραγισμένα ήδη: ποιος ξέρει τι μυστήρια όντα να έκρυβαν...

Μα δεν ήταν αυγά

Τότε κάποιος μυωπικός  τα παρομοίωσε με καμπούρες, από αυτούς τους αφελείς που παντού έβλεπαν μυθικά όντα, νάτο, νάτο ωρυότανε, έφτασε το θηρίο, δες το πώς γλυστράει.

Μα δεν ήταν θηρίο 

Ξεχασμένα κρανία γιγάντων, πετρωμένα από τη λήθη, ραγισμένα από την αλαζονεία, χτυπημένα από τις ανίερες σκέψεις τους, προδωμένα από τις πράξεις τους, μικροί σίσσυφοι, καταδικασμένοι να εμφανίζονται αργά μα ποτέ να μη ξαναβλέπουν το φως, να χάνονται και πάλι στη λασπωμένη δίνη, αδύναμοι να ξεχάσουν την επιφάνεια, ανήσυχοι νεκροί που βωλοδέρνουν μεταξύ του «ήταν» και του «ποτέ πια δεν θά 'ναι», να μας καταδικάζουνμε τη σειρά τους στα ίδια πάντοτε λάθη, τις ίδιες θλιβερές αμαρτίες, στο ίδιο άδοξο τέλος, εκεί: κάπου ανάμεσα στα απολιθωμένα τους απομεινάρια.

Wednesday, April 1, 2009

ένα δένδρο, χίλια δένδρα




Έλειψα καιρό και καλά καλά δεν ξέρω πού βρίσκομαι.
Αλλά έπαιξα πολλούς αγαπημένους ρόλους όλο αυτό το διάστημα, ήμουν αναγνώστρια και ακροάτρια, ήμουν θεατής και υποστηρικτής και μου άρεσε αυτή η άλλη οπτική...

Δεν είμαι ζωγράφος, δυστυχώς, αλλά η ιδέα της Ισμήνης μου άρεσε πολύ,
και αν ανεβάζω εδώ αυτό το απλό σκιτσάκι, είναι για να σας πω να πάτε και εσείς εκδρομή
στο υπέροχο δάσος που έχει γεννηθεί στην Κυψέλη...

Sunday, January 18, 2009

Επέλαση


by kevindooley

Χαρά θεού. Έτσι τη χαρακτήριζαν οι ανύποπτοι. Τώρα που το σκέφτομαι καλύτερα, έτσι την είχαν χαρακτηρίσει όλοι, ή σχεδόν όλοι. Οι υποψιασμένοι, ή όσοι δήλωναν κατόπιν τέτοιοι, θα υποστήριζαν μετά ότι το φως εκείνη την ημέρα έμοιαζε εύθραυστο, αδύναμο, φοβισμένο.
Χαρά θεού με φως αδύναμο, ποιος γνωρίζει στα αλήθεια πώς ήταν τα πράγματα εκείνη την ημέρα;
Αν με ρωτούσαν εμένα, αλλά αυτό είναι αδύνατον, μιας και έτσι κοκκαλωμένος που βρίσκομαι στο κέντρο της πλατείας, με το κεφάλι μονίμως κατειλημμένο από ένα ενοχλητικό περιστέρι και το απλωμένο μου χέρι λειψό, ήδη από τότε μου έλειπαν τρία δάχτυλα, θα τους έλεγα ότι κανείς, μα κανείς στην πόλη δεν είχε νιώσει τον κίνδυνο, δεν είδα έναν να αισθάνεται την επερχόμενη επέλαση.
Οι μπλοκαρισμένοι δρόμοι ασφυκτικά γεμάτοι από οχήματα, τα ατελείωτα μαρσαρίσματα και κορνάρίσματα, ο ήχος των κομπρεσέρ σε κάτι έργα για την αποκατάσταση ενός ελαττωματικού αγωγού κάλυπταν το απόκοσμο βουητό των στιφών που είχαν αρχίσει να καλπάζουν προς τις παρυφές της πόλης.
Ασυγκράτητα, ξέφρενα, άνεμος βουερός.
Κάποια στιγμή, όταν πια όλοι τριγύρω είχαν παραλύσει στο αδιαπέραστο χάος, το περιστέρι με κουτσούλησε και πάλι και πέταξε ανήσυχο στα κλαδιά της ψηλής λεύκας. Με πολύ κόπο γύρισα το μαρμαρένιο μου κεφάλι και είδα τα δέντρα: με τα γυμνά τους χέρια σε στάση παράδοσης, ταλαντεύονταν υποδεχόμενα με άφωνους αλαλαγμούς τους εισβολείς.
Εκείνα, ναι, γνώριζαν.
Το περιστέρι που λικνιζόταν τώρα επάνω στα κλαδιά είχε και εκείνο νιώσει.
Τότε κατάλαβα και εγώ.
Και το φως...
Ναι, το εύθραυστο και αδύναμο φως, όπως το χαρακτήρισαν αργότερα κάποιοι, μειωνόταν.
Άλλοτε πάλι δυνάμωνε η έντασή του, μα τώρα πια κάθε ευαίσθητο αυτί θα μπορούσε, έπρεπε πια να μπορεί να ακούσει τις ανάκατες ορδές που πλησίαζαν ολοένα και πιο απειλητικά.
Στον πρώτο κεραυνό η αλαφιασμένη πόλη ύψωσε με δέος τα μάτια της: η νεφελώδης εμπροσθοφυλακή του εχθρού προήλαυνε πλέον από πάνω της, χοντρές ψιχάλες άρχισαν να δέρνουν αλύπητα τα στήθη της.
Η πόλη περικυκλωμένη ήταν επιτέλους στο έλεος του εχθρού.

Η καταιγίδα είχε μόλις ξεσπάσει.

Sunday, January 11, 2009

σαν τον σκύλο ή τη γάτα


Σκύλος. Αυτό ήταν. Αυτό θα ήταν σίγουρα εκείνη την ημέρα: ένας σκύλος. Με μυτερό ρύγχος, μύτη υγρή και μαύρη, αυτιά ανασηκωμένα, μια ουρά να χτυπά ηχηρά στο πάτωμα και μάτια ολοστρόγγυλα, καστανά, υγρά και αυτά, γεμάτα αφοσίωση και προσμονή.
Ένας σκύλος.
Τέτοια μέρα ήταν. Από αυτές που ξυπνούσε σκύλος. Ποτέ δεν το καταλάβαινε αμέσως. Μετά το τέντωμα μονάχα η αντανάκλαση στον καθρέφτη του μπάνιου έδειχνε την αλήθεια.
Σήμερα θα ήταν σκύλος.

Θα έτρωγε ένα γερό πρωινό και θα έβγαινε στο δρόμο, με τις πατούσες να κάνουν τσικ-τσικ-τσικ επάνω στα πλακάκια του πεζοδρομίου, να αγνοεί κτήρια και δρόμους, τόπους και αξιοθέατα και να αναζητεί πρόσωπα αγαπημένα, χέρια φιλικά, φωνές τρυφερές, να θυμάται χαμόγελα ζεστά και ματιές ζωηρές και φωτεινές, βελόνες στην πυξίδα της καρδιάς που θα καθόριζαν τον δρόμο. Ώσπου θα τελείωνε και αυτή η μέρα, θα ερχόταν η νύχτα και η ευαίσθητη μύτη και η άριστη ακοή θα επέτρεπαν την ασφαλή επιστροφή στο σπίτι.

Μα άλλοτε πάλι ήταν γάτα. Αυτό ήταν. Αυτό θα ήταν σίγουρα εκείνη την ημέρα: μία γάτα. Με τριγωνικό κεφάλι, μύτη βελούδινη και ροζ, αυτιά ανασηκωμένα, μια ουρά τεντωμένη όρθια και μάτια σχιστά, πράσινα, τεντωμένα και αυτά, γεμάτα ένταση και διορατικότητα.
Μία γάτα.
Τέτοια μέρα ήταν. Από αυτές που ξυπνούσε γάτα. Ποτέ δεν το καταλάβαινε αμέσως. Μετά το τέντωμα μονάχα η αντανάκλαση στον καθρέφτη του μπάνιου έδειχνε την αλήθεια.
Σήμερα θα ήταν γάτα.

Θα έτρωγε ένα γερό πρωινό και θα έβγαινε στο δρόμο, με τις πατούσες να τρέχουν αθόρυβες επάνω στα πλακάκια του πεζοδρομίου, να αγνοεί φιγούρες, υπάρξεις και ανθρώπους, και να αναζητεί μέρη αγαπημένα, γωνιές μυστικές, χώρους αέχαστους, να θυμάται πρωινά ζεστά και ημέρες ζωηρές και φωτεινές, βελόνες στην πυξίδα της καρδιάς που θα καθόριζαν τον δρόμο. Ώσπου θα τελείωνε και αυτή η μέρα, θα ερχόταν η νύχτα και η άριστη όραση θα επέτρεπαν την ασφαλή επιστροφή στο σπίτι.

---------------

Άλλη μια μέρα είχε έρθει. Τα μάτια ανοιχτά, ακόμη στο κρεββάτι, ένιωθε το σώμα και πάλι αλλαγμένο.
Σκύλος θα ήταν σήμερα ή γάτα; Ανθρώπους ή τόπους θα ένιωθε σήμερα κοντινούς; Έπρεπε τελικά πάντοτε να διαλέγει; Αντίθετα με τις άλλες μέρες κοίταξε τα χέρια. Είδε δάχτυλα. Τίποτε από τα δυο λοιπόν, απλώς μια μέρα σύγχυσης ακόμη.
Απλώς άλλη μια μέρα προσμονής για να δει άν την επόμενη μέρα θα ξυπνούσε σαν τον σκύλο ή τη γάτα αφού ακόμη και τώρα δεν είχε καταφέρει να αποφασίσει τι ένιωθε πιο απαραίτητο στη ζωή...

Friday, January 2, 2009

όπως



Όπως δεν ξαναγυρνά ο νεοσσός μες το αβγό του,

όπως δεν ξαναγυρνούν τα όνειρα τη μέρα,

όπως δεν ξανακρύβεται το δέντρο μες στον σπόρο,

όπως δεν ξανακρύβεται η αγάπη στη ματιά,

όπως δεν επιστρέφουν τα λόγια αφού τα πούμε,

όπως δεν ξαναζούμε καμία ίδια στιγμή,

όπως ποτέ δεν ξανανιώνουμε, μονάχα γερνάμε,

όπως ο χείμαρρος μονάχα στη θάλασσα σε ξεβράζει,

όπως ακόμη και τώρα που σκέφτομαι χάνω τις σκέψεις,

όπως το πρώτο φιλί δεν ξαναζεί,

έτσι και αυτός ο χρόνος που έφυγε δεν θα ξανάρθει


αλλά σίγουρα θα ζει αγκαλιαστός με την ζωή που πια αφήσαμε πίσω μας

νομίζουμε

έχοντας, λέει, τον νέο να μας δίνει ρυθμό στα κουπιά



ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ