Sunday, April 22, 2007

Θαλάσσια ανεμώνη [2ο απόσπασμα]


[προηγούμενο απόσπασμα]
«Ξέρεις», ήταν η μόνη λέξη που τον άκουσε να της λέει, που μπόρεσε να ξεχωρίσει από το γλυκό μουρμουρητό του και να σταματά. «Ζήτα μου τώρα αμέσως να φύγω και θα εξαφανιστώ», κατάφερε να ακούσει τον εαυτό της να τoν ικετεύει μέσα από το μυαλό της. Στο βυθό είναι επικίνδυνο να παραμένεις εκτεθειμένος, ακάλυπτος στους κινδύνους, το μαύρο σελάχι την πλησίασε πιο πολύ, «πες μου σε παρακαλώ να φύγω», ήθελε να τον ικετέψει, «πριν να είναι αργά…»

Τώρα ήταν η στιγμή που έπρεπε να ξεφύγει, να γίνει χταπόδι και να αμολήσει το μελάνι της και να κρυφτεί, αντί για αυτό καθόταν πάντοτε δίπλα του, το κεφάλι πεισματωμένα προς τη μεριά του, με ματιά που τον κάρφωναν και το σώμα της παραδομένο στις ηλεκτρικές κενώσεις του κεντριού του. Ένιωθε μουδιασμένη, δεν ήξερε τελικά τι έφταιγε περισσότερο, η ανεμώνη ή το σελάχι, ήξερε μονάχα ότι της αρκούσε να το κοιτάζει και να χάνεται μέσα στο μαύρο του χρώμα, να βλέπει την επικίνδυνη μορφή του με τις καλογραμμένες ακμές της, τα ευλύγιστα πτερύγια-φτερά του που του έδιναν αυτό το αέρινο αγγελικό πέταγμα, συνεχώς πάνω από το ίδιο σημείο.

Κάθονταν ώρες ο ένας πλάι στον άλλον χωρίς να μιλούν, δεν κοιτάζονταν πια, όλα πονούσαν επάνω της μα πιο πολύ η ψυχή της. Κάποια στιγμή το σελάχι γλίστρησε απαλά όπως είχε έρθει, άνοιξε τα λεπτά φτερά του και χάθηκε αργά και θλιμμένα πάνω από τα βράχια, απέμεινε μονάχη, τα χέρια καταματωμένα από τους αχινούς, το σώμα μισοχαμένο μέσα στη θανατερή αγκαλιά της θαλάσσιας ανεμώνης που υπέροχη και αδυσώπητη τη μπόλιαζε με το δηλητήριό της.
«Αχ, σελάχι μου», πρόλαβε να σκεφτεί προτού λιποθυμήσει.


Ξανακοίταζε τι είχε γράψει και αγρίεψε. Ταλαιπωρημένη από την αϋπνία, εξαντλημένη από τη μάχη με τις σκέψεις της θύμωνε και άφριζε, κύμα ορμητικό σε παραλία ρηχή, έτοιμο να καταπιεί με το θυμό του τη στεριά. Κι όμως, όσο κι αν άφριζε, όσο κι αν οργιζόταν, ήταν σαν το νερό που σκάει στην ακτή, ξανά και ξανά, χωρίς σταματημό, χωρίς παύση, χωρίς να μπορεί να ξεφύγει, χωρίς να μπορεί ποτέ να σκάψει τη στερεή αγκαλιά και να χαθεί στη σιγουριά της, καταδικασμένο να έρχεται και να φεύγει, ολοένα να έρχεται και να φεύγει, έστω κι αν τελείωνε κάποτε το καλοκαίρι και ο κόσμος μαζευόταν και πάλι με βαριά καρδιά στην μουντή του ρουτίνα, εκείνο, υγρός Σίσυφος, ολοένα ερχόταν για να φύγει πάλι και πάλι να ξαναρθεί για να φύγει. Έτσι κι ο θυμός της ένα μάταιο ξέσπασμα, αφού την ίδια στιγμή η σκέψη της ξανάπλαθε πάλι και πάλι τη μορφή του γοητευτικού σελαχιού, σαν παιδί στην ακρογυαλιά που φτιάχνει συνεχώς κάστρα στην άμμο, γιατί έτσι είναι τα παιδιά, ψυχούλες που τις τραβά η μαγεία της εύπλαστης ύλης, έτσι ένιωθε να την τραβάει κι εκείνη αυτή η παράξενα γοητευτική ματιά, που πάνω της περιπλανιόταν με την φυσική ηρεμία της φιλικής αδιαφορίας, την οποία το μυαλό της, αυτός ο σκληρός και απερίγραπτος προδότης είχε πλάσει, κάστρο στην άμμο, σε όμορφο ερωτευμένο σελάχι, που την πολιορκούσε.
[3o απόσπασμα], [4ο απόσπασμα], [5ο απόσπασμα],
[6ο απόσπασμα], [7o απόσπασμα], [8o απόσπασμα],
[9o απόσπασμα], [10o απόσπασμα], [11ο απόσπασμα],
[12ο απόσπασμα], [13ο απόσπασμα], [14ο απόσπασμα],
[15ο απόσπασμα]

2 comments:

markos-the-gnostic said...

υγρός Σίσυφος, όλη η θάλασσα είναι ένας απέραντος κύκλος, ένας ναρκωτικός Σίσυφος, χωρίς σκοπό με τη λαχτάρα της ομορφιάς...

Zoe said...

Ναι, Μάρκο, σε μια εποχή που όλα «πρέπει» να γίνονται με έναν σκοπό, είναι ωραίο να διαπιστώνουμε ότι υπάρχουν αιώνια τώρα αληθινά στοιχεία που υμνούν τον κύκλο και υπάρχουν για να επιμείνουν και να αποχωρήσουν, για να επιμείνουν και να αποχωρήσουν ξανά.