Tuesday, June 10, 2014

άτιτλο




Δεν υπήρχε περίπτωση να αλλάξει πλέον κάτι, όλα είχαν ειπωθεί και τακτοποιηθεί στη συνείδηση, σιδερωμένα σεντόνια στο κάτω ράφι, μαξιλαροθήκες στο πάνω μαζί με κάτι πετσέτες. Ήταν καθαρά και πλυμένα, σιδερωμένα -με τσάκιση-τα λόγια, από αυτήν που σου τσακίζει κάτι μέσα σου. Όμως φαίνονται ωραία, περιποιημένα, φροντισμένα, αθώα, γλυκό χαμόγελο που σε σφάζει με το βαμβάκι.
Έκλεισε την ντουλάπα αλλά τα λόγια δεν έλεγαν να σβήσουν, είχαν πια καταλάβει την ντουλάπα της σκέψης, τη γέμιζαν πέρα ως πέρα, σιγά σιγά θα έλεγες ότι φούσκωναν, γίνονταν σπουδαία, εκεί μέσα, στην ντουλάπα, τα άκουγε να βροντοχτυπάνε από μέσα, είμαστε εδώ μη μας αγνοείς, φωνάζανε, και ήταν αδύνατον πλέον να χωρέσει και τα δικά της.
Κρατώντας τα στα χέρια, δυο μαξιλαροθήκες και ένα ριγέ σεντόνι όλο και όλο, βάλθηκε να ψάχνει το σπίτι, να βρει ένα μέρος να τα βάλει, να μπουν και αυτά -ωραία και τακτοποιημένα-... όμως χώρος δεν υπήρχε πλέον πουθενά.
Δεν υπήρχε λοιπόν πράγματι περίπτωση να αλλάξει κάτι... τα άλλα είχαν ειπωθεί και τακτοποιηθεί μια χαρά. Και έμεινε με τα δικά της στα χέρια και με τα λόγια της να πετάνε χωρίς καμμιάν ελπίδα έξω από το παράθυρο...


Monday, June 11, 2012

Γαζία [acacia farnesiana]



Δεν ήταν η ομορφιά της, μάλλον. Δεν ήταν η φωνή της. Δεν την είχε ακούσει, ακόμη. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι ήταν.
Ίσως και να μην είχε και τόση σημασία.
Και όμως, κάθε φορά που περνούσε από την αυλή του σπιτιού του, κάθε πρωί και κάθε απόγευμα, μάλλον νωρίς, ένιωθε μια αναστάτωση.

Δεν ήταν τα ρούχα της, χρώματα μουντά, αλλά από υφάσματα που έμοιαζαν να χορεύουν.
Αλλά ήταν σίγουρα το βήμα της, γρήγορο και ασυνήθιστο για θηλυκή παρουσία. Τουλάχιστον ασυνήθιστο για αυτές που τον περιτριγύριζαν στο γραφείο.

Δεν ήταν τα μαλλιά της, σκούρα, γυαλιστερά πάντοτε μαζεμένα σε μια μακριά μακριά πλεξίδα, απορούσε κι ο ίδιος.

Μέχρι που έπιασε άνοιξη, καλοκαίρι σε λίγο και την είδε να περνάει με τα φορεματάκια της, βήματα άνετα και χορευτικά, μια σιλουέτα που έμοιαζε συνέχεια να χορεύει.
Τώρα κάθε φορά, τα απογεύματα, ήταν στον κήπο και έκανε ότι ποτίζει. Έκανε ότι τον ενδιέφερε ο κήπος που η μητέρα του είχε μετατρέψει με τα χρόνια σε ένα ασυνήθιστο μικρό δασάκι. Μια ελάχιστη ζούγκλα, μια πράσινη δροσερή γωνιά.

Κι εκείνη περνούσε και με τα χέρια της χάιδευε τα φύλλα από το γιασεμί, ακουμπούσε περνώντας τα φύλλα του κισσού, αλλά ποτέ της δεν έκοβε ούτε ένα λουλούδι. Ούτε ένα φύλλο.
Μονάχα μια φορά, αργότερα πολύ, έκοψε μια γαζία.
Και τότε της μίλησε.

Ξαφνιάστηκε και κοκκίνησε όλόκληρη. Ξαφνιάστηκε κι ο ίδιος από αυτήν την εκδήλωση αθωότητας. Προσπαθούσε να υπολογίσει την ηλικία της, μα όλο ξέφευγαν οι αριθμοί από το νου του.

Όταν του απάντησε είχε ξεχάσει πια την ερώτησή του: είχε έναν τρόπο να γέρνει το κεφάλι ελαφρά για λίγο μα στη συνέχεια τα μάτια της, αυτόνομες υπάρξεις, τον κάρφωσαν με απόλυτη ευθύτητα.
Μπερδεύτηκε. Η εμπειρία του του μιλούσε για γυναίκες που ήταν όλο νάζι, που έπαιζαν με αστείες και σύντομες ματιές, λες και σε προέτρεπαν να τις πιάσεις, να τις σφίξεις, να τις πονέσεις, να τους αποδείξεις την αρσενική υπεροχή σου.

Το γέλιο της, όταν κατάλαβε ότι ο νους του ταξίδευε, ήταν καθαρό και ειλικρινές. Ήταν τότε που την ξεγέλασε. Τότε που η αόρατη παρουσία του πήρε μορφή μπροστά της, που τον είδε για πρώτη φορά.

Όχι, σίγουρα ήταν πάνω από εικοσιδύο-εικοσιτρία, σκέφτηκε, μα και πάλι όχι κοντά στα τριάντα.
Εικοσιέξι, του απάντησε το ίδιο βράδυ, καθισμένοι σε ένα παγκάκι λίγα τετράγωνα πιο κάτω. Καλά το είχε καταλάβει, σκέφτηκε, μα ήταν το μόνο, όπως αποδείχθηκε αργότερα.
...

Κλεισμένος στο γραφείο του απαντούσε σε ένα βιαστικό μήνυμα στο facebook. Το βράδυ θα έβγαινε με τη Τζίνα. Κοιτούσε την φωτογραφία της, όμορφη, βαμμένη, στολισμένη το βράδυ θα πήγαιναν για ποτό και μετά ή στο σπίτι της ή στο δικό του. Στο διαμέρισμα τρία τετράγωνα πιο κάτω. Στη μάνα του είχε καιρό να πάει, ποιος ξέρει αν ο κήπος ήταν ακόμη έτσι όμορφος... το γιασεμί μάλλον θα είχε απλώσει σε όλο το κάγκελο της περίφραξης και η γαζία θα περίμενε υπομονετικά και πάλι το φθινόπωρο να πετάξει κίτρινα ανθάκια. Εκεί από κάτω είχε κάτσει μαζί της, όταν τελικά τον εμπιστεύτηκε και μπήκε στην αυλή του. Εκεί είχε επιχειρήσει να τη φιλήσει, εκεί την άφησε να τον περιμένει, όταν αρνήθηκε να συνεχίσει μαζί του, επειδή τη φόβιζε η βία που ξεχύλιζε από μέσα του. Εκεί θα τον περίμενε πάντοτε. Μα τώρα θα έβγαινε με τη Τζίνα. Και μετά, Σάββατο πρωί θα καθόταν στο πεζουλάκι κάτω από τη γαζία και θα της διηγιόταν κάθε λεπτομέρεια με τη Τζίνα, τη Μαίρη, την Άννα... καθώς θα άδειαζε και πάλι μερικά τσουβάλια χώμα, για να μη κρυώνουν τα παγωμένα μέλη της.

Διπλός ήλιος


H φωτογραφία τραβήχτηκε το Γενάρη του '11 πάνω από το Ιόνιο, μέσα από αεροπλάνο. Μέχρι σήμερα μου αρέσει τόσο πολύ: κάτω στο επίπεδο της γης έχει ήδη δύσει, στο δικό μας ύψος είναι ακόμη ψηλά: ένας διπλός ήλιος, σαν τον κόσμο μας σήμερα... για άλλους πολλά έχουν τελειώσει ή φθίνουν, κάποιοι άλλοι μας κοιτούν αφ' υψηλού... χωρίς να αισθάνονται την έλλειψη... Μας την αφιερώνω.

σκουπίδια




'Ολη μέρα ψάχνω μες στα σκουπίδια τα όνειρά μου, τις ελπίδες, αυτά που ήλπιζα μια μέρα να αποκτήσω στην καρδιά μου και όλα τα άλλα, όσα είχα και μου τα πήρανε, μέσα από τα χέρια...γιατί λέει τα χάλασα, τα σκόρπισα, τα ξόδεψα λέει, μαζί με αυτούς που τα πήραν από μένα. Έτσι λένε.Και σήμερα, κάθομαι μουτρωμένη εδώ, ανάμεσα σε σακούλες, κατσαρίδες και αρουραίους, μασουλώντας ένα ξερό κομμάτι ψωμί...
Κάτι σάπιο γυαλίζει σε μια γωνία...Πάω κοντά και βλέπω το κορίτσι με τα εβένινα πόδια να με κοιτάζει τρομαγμένο.Της χαμογελώ αλλά ακούω τον νταβατζή που χτυπά απειλητικά ένα σίδερο στο κάγκελο μπροστά του και φεύγω...Το κορίτσι με τα εβένινα πόδια χάνεται μέσα στη φθαρμένη πόρτα με το λαμπιόνι. Πελάτης.
Κάτι σάπιο γυαλίζει στη γωνία. Ίσως και να τρώγεται, βλέπω δύο κουρελήδες που παλεύουν ποιος θα το φτάσει πρώτος. Κοιτάζω αλλού και κάνω ότι χτυπά το από καιρό χαλασμένο και ανενεργό κινητό μου. Μπαίνω στο πρώτο βρωμερό λεωφορείο και μαζεύομαι σε μια γωνιά. Ο οδηγός γελάει. Δεν πάει λέει. Εδώ είναι το τέρμα. Για όλους και για όλα. Έχει σηκωθεί και με πλησιάζει. Ουρλιάζω: τα μάτια του είναι δυο τρύπες. Το κεφάλι του κατρακυλάει στα πόδια μου, το σώμα του διαλύεται. Κλοτσάω τη σακούλα που ακουμπά το πόδι μου και γεμίζει ο τόπος σκουλήκια. Τρέχω τρομαγμένη.
...
Έχει βραδυάσει. Γυρνώ και ξαναγυρνώ στα ίδια σημεία. Όλη η πόλη ένα ίδιο σημείο: γεμάτο σκουπίδια, κουρελήδες. Και σακούλε, κατσαρίδες και αρουραίοι... Τρέχω τρομαγμένη. Μα είναι βράδυ και γυρνώ και ξαναγυρνώ στα ίδια σημεία.

Κάτι σκούρο γυαλίζει σε μια γωνία. Δεν πρέπει να τρώγεται, κανείς δεν παλεύει να το φτάσει πρώτος. Δεν μπορώ, όμως, να κοιτάξω αλλού και το πλησιάζω. Μόλις το αντικρύζω νοιώθω την καρδιά μου να σπάει σε χίλια κομμάτια: κάτι εβένινα πόδια ξεπροβάλλουν κάτω από ένα σωρό σκουπίδια. Θέλω να σηκώσω τις σακούλες, να βεβαιωθώ, αλλά ακούω τον νταβατζή που χτυπά απειλητικά το ματωμένο σίδερο σε ένα κάγκελο και το βάζω στα πόδια...

Τρέχω τρομαγμένη...

kurzes Theatherstück















Zwei Personen. Ein Mann [Μ], eine Frau [F]. Rücken am Rücken sitzend. Auf einer Bank. Mit hochgezogenen Beinen; beide. Es darf auch ein Baum auf der Szene stehen. Weiter nichts.

F- [heiter] Erinnerst du dich?
M- [abwesend] Woran?
F- [heiter, naiv] An Alles!
M- [erstaunt] An Alles?
F- [betont] Ja, an ALLES![Pause] Erinnerst du dich?
M- [ebenso betont] Nein!
F- [enttäuscht, lässt den Kopf hängen] ... Nein?...
M- Nein... Aber  ich erinnere mich an dich.
F- [überrascht aber vorsichtig] An mich?
M- Ja, an dich... das wäre dann Alles!

Saturday, March 17, 2012

Μια αληθινή ιστορία




Ξαφνικά τα μάτια της άνοιξαν: για μερικές στιγμές μπροστά της κρέμονταν ακόμη κρόσσια από το όνειρο που την είχε αναστατώσει. Σιγά σιγά τα μάτια της καθάρισαν και μπορούσαν να ακολουθήσουν τις φωτεινότερες ακμές των περιγραμμάτων γύρω της. Πήρε μια βαθιά ανάσα και προσπάθησε να βολευτεί, να ξανακλείσει τα κουρασμένα μάτια και να κοιμηθεί. Ένιωσε δίψα και άπλωσε το χέρι προς το μέρος που ήξερε ότι στεκόταν το ποτήρι της. Μόνο που ήταν άδειο. Και η δίψα έντονη. Το χέρι κινήθηκε δεξιότερα και έστρεψε το ξυπνητήρι προς τη μεριά της. Τρεις παρά είκοσι. Δύσκολη ώρα. Πολύ κακή ώρα για να την πιάσει αϋπνία. Σκέφτηκε να αγνοήσει τη δίψα της αλλά ήξερε ότι κινδύνευε να μείνει ξάγρυπνη. Άπλωσε και πάλι το χέρι και έπιασε την άκρη από το νυχτικό της. Καθώς το φορούσε είχε τεντωμένα τα αυτιά της. Έξω έβρεχε, από κάπου μακρυά ακούγονταν μπουμπουνητά, κάποιοι σκύλοι γαύγιζαν.
Όρθια τώρα κατευθύνθηκε προς το μπάνιο. Και τότε ένιωσε το μικρό δάχτυλο του αριστερού της ποδιού να σκίζεται. Να πάρει, σκέφτηκε, άντε πάλι. Ενώ έριχνε με το τηλέφωνο κρύο νερό στη πληγή, πάντοτε στο σκοτάδι χωρίς να έχει ανάψει φως, θυμήθηκε τη μέρα που ακούστηκε ένας περίεργος ήχος από το μπάνιο και τη μεγάλη κόρης της να φωνάζει, το πάτωμα σηκώνεται. Από τότε είχε περάσει πολύς καιρός και τα πλακάκια, όσα είχαν απομείνει ακόμη στη θέση τους, έσπαγαν λίγο λίγο. Κάθε καινούργιο κομμάτι άφηνε μια ακόμη πιο αιχμηρή προεξοχή και κάθε τόσο όλο και άκουγες κάποιον να κόβεται στο μπάνιο. Θυμήθηκε και την αντίδραση του ιδιοκτήτη, μέχρι τότε ήταν το μοναδικό διαμέρισμα που δεν είχε παρουσιάσει πρόβλημα στο μπάνιο, αν εξαιρούσες τα πλακάκια που κουνιόντουσαν χρόνια τώρα σε σαλόνι και κουζίνα. Θα τα έφτιαχνε, έλεγε, αλλά είχαν προτιμήσει τελικά αυτό το χάλι, από το να υποστούν μια αύξηση στο ενοίκιο... Δύσκολες εποχές...
Με το ποτήρι γεμάτο δροσερό νερό κατευθύνθηκε προς το σαλόνι. έλεγξε αν είχαν κλειδώσει την εξώπορτα και χαμηλώσει το καλοριφέρ και στάθηκε στην μπαλκονόπορτα παρατηρώντας κάτω από τη χαμηλωμένη τέντα τα ρυάκια του νερού που κατρακυλούσαν την κατηφόρα. Τα σκυλιά, βρεγμένα αρκετά, μάλλον είχαν λουφάξει σε μια γωνιά και δεν ακούγονταν πλέον. Πάντοτε της έκανε εντύπωση, όταν κάτι τέτοιες ώρες έβλεπε αναμμένα φώτα σε ξένα δωμάτια, αλλά σήμερα η τέντα τής εμπόδιζε την πλήρη θέα. Τα λιγοστά διαμερίσματα που μπορούσε να δει ήταν όλα σκοτεινά. Όπως και το δικό της. Άραγε να ξαγρυπνούσαν κι άλλοι σε αυτά;
Οι πατούσες της είχαν αρχίσει να παγώνουν, σημάδι ότι έπρεπε να επιστρέψει στο κρεβάτι της. Έκανε μια τελευταία στάση στο δωμάτιο των παιδιών. Τα τρία πιτσιρίκια κοιμόντουσαν ήσυχα και βαθιά, η μεγάλη χωμένη ολόκληρη στο πάπλωμα με τα πλούσια μαλλιά της να πέφτουν από το πλάι της κουκέτα, ο μεσαίος επίσης κουκουλωμένος να παραμιλάει συνεπαρμένος από το όνειρό του, η μικρή με τα μπρατσάκια της έξω από το πάπλωμα, μια ζωή να αποζητά τη δροσιά και το κρύο. Το δωμάτιο ασφυκτικά μικρό και για τα τρία. Ένιωσε τις ίδιες τύψεις, την ίδια πίκρα: που δεν μπορούσε να τους προσφέρει ένα άνετο σπίτι, ένα σίγουρο μέλλον... Τα σταύρωσε και πήγε να ξαπλώσει. Στο χωλ πάτησε ένα εξάρτημα από playmobil αλλά, συνηθισμένο το βουνό στα χιόνια, απλώς έσκυψε και το μάζεψε, ήταν το πειρατικό καπέλο του καπετάνιου. Το ακούμπησε στο κομοδίνο δίπλα της και σε αντίστροφη με πριν κίνηση, έβγαλε το νυχτικό της, κοίταξε την ώρα, ήδη τρεις και εικοσιπέντε και ξάπλωσε στη μεριά της που είχε χάσει πια τη ζεστασιά του κορμιού της. Δίπλα της ο άντρας της κοιμόταν τώρα γυρισμένος προς τη μεριά της και ήταν σα να χαμογελούσε στον ύπνο του. Του χάιδεψε απαλά το μάγουλο και τον φίλησε ακόμη πιο απαλά για να μην τον ενοχλήσει. Και κούρνιασε κοντά του.

Saturday, February 18, 2012

άτιτλο



...έτσι περπάταγε τελευταία: μηχανικά, ένα βήμα μετά το άλλο, μια δρασκελιά να ακολουθεί δεμένη με αλυσίδα την άλλη, μάτια χαμηλωμένα, αυτιά χωμένα στο γιακά, αυτός ο παγερός αέρας φυσούσε μήνες τώρα -πάντοτε με την ίδια ένταση, από την ίδια κατεύθυνση πάντοτε, το ίδιο κρύος, το ίδιο αδιάφορος, να τον προσπερνά, να του ρίχνει σκόνη στο πρόσωπο-, ένα βήμα μετά το άλλο, μια δρασκελιά να ακολουθεί πεισματωμένα την άλλη, μέτρο μέτρο να προχωρά και να είναι πάντοτε στο ίδιο μέρος, στη ίδια πνιγερή πόλη - ένας τροχός είχε γίνει πια ο δρόμος, πλαστικός και διάφανος, ίδιος με αυτόν που μπαίνει στο κλουβί για να ξεγελάει τα χάμστερ, και πάλι μια δρασκελιά μετά την άλλη, και άλλο ένα βήμα, τα αυτιά χωμένα στο γιακά, ο δρόμος γεμάτος σκουπίδια και η βροχή που άρχισε πριν από λίγο να του μουλιάζει ήδη το παλτό, οι ώμοι βαραίνουν, τα πόδια παγωμένα να κάνουν πάντοτε την ίδια κίνηση και τα χέρια, παγωμένα και αυτά, ίδια κουπιά να λάμνουν στο κενό, ένα βήμα μετά το άλλο, μια δρασκελιά να σπρώχνει μάταια τη γη, η γη δεν κινείται, αλλά ούτε οι άνθρωποι, δεμένοι πάντοτε στο ίδιο μέρος, να πασχίζουν να κινηθούν και να φύγουν και η πόλη να γελά με κακεντρέχεια, κάνε όσα βήματα θέλεις, εδώ θα παραμένεις, τα αυτιά χωμένα στο βρεγμένο γιακά, το κεφάλι μέσα στον τριμμένο σκούφο, τα μάτια χαμηλωμένα, να μετρούν πλάκες στο πεζοδρόμιο μηχανικά, αμέτοχα, να κοιτούν χωρίς να βλέπουν, το μυαλό κολλημένο στην ίδια ερώτηση, απάντηση καμμία, μονάχα το ένα βήμα μετά το άλλο, ο αέρας να φυσά, η σκόνη να μπαίνει στα μάτια, τα αυτιά χωμένα στο γιακά, μια δρασκελιά και μετά άλλη μία, η αλυσίδα να τρίζει καθώς σέρνεται ρυθμικά, ο τροχός, πλαστικός και διάφανος, να γυρνά και να γυρνά και όλα να είναι στην ίδια θέση, η γη δεν κινείται, ο δρόμος ο ίδιος, κουπιά που λάμνουν στο κενό, ερώτηση καρφωμένη, βήμα, δρασκελιά, απορία και απάντηση καμμία, το παλτό μούσκεμα και το τέρμα άφαντο.