Monday, December 31, 2007

Δερβίσης



Η σκηνή ήταν ακόμη φωτισμένη: ένα καθαρό υποκίτρινο φως έλουζε τις ξύλινες σανίδες, καμιά φορά αποκτούσε αποχρώσεις, κοκκινωπές ή πρασινωπές, ενίοτε και κυανές, Κάποια στιγμή έμοιαζε σα να πήγαινε να σβήσει, για να δυναμώσει και πάλι και να μοιάσει με αισιόδοξο πρωινό ήλιο...

Η σκηνή ήταν ευρύχωρη: στη μια της άκρη προς τα πίσω κάθονταν οι μουσικοί που έπαιζαν ένα μονότονο ρυθμικό χορό, μια φωνή έμοιαζε σα να ψάλλει, ενώ μπροστά τους τριανταεφτά δερβίσηδες στροβιλίζονταν εκστασιασμένοι.

Με τα χέρια απλωμένα και το κεφάλι με το ψηλό φέσι γερμένο στο πλάι έμοιαζαν να έχουν ξεχάσει ακόμη και την ίδια τους την ύπαρξη, κάποιοι χάνονταν ήδη στο πίσω μέρος της σκηνής, άλλοι παρέμεναν πεισματικά στα πλάγια, άλλοι σαν άστρα έμεναν σταθερά σε ένα κεντρικό σημείο μα όλοι μαζί έμοιαζαν με ένα τεράστιο συμπαντικό ρολόι, και κάθε ένας τους ένα γρανάζι του, που γυρνά, κουρδισμένο από ένα αιώνιο χέρι.

Είχε έρθει κι η δική του στιγμή να αρχίσει και τον δικό του χορό: θα ήταν ο τριακοστός όγδοος, η μουσική έπαιζε ακόμη, η φωνή τραγουδούσε ακούραστα, οι άλλοι δερβίσηδες, όμορφα απομονωμενοι ο καθένας στην τροχιά του στοβιλίζονταν πάντοτε.

Ήταν ο τριακοστός όγδοος, ήλπιζε να μην είναι ο τελευταίος μα ήταν σκοτεινά εκεί πίσω και δεν ήξερε αν ήταν και κανένας άλλος μετά από εκείνον, καλύτερα έτσι, έπρεπε να μείνει συγκεντρωμένος, σε προσευχή εσωτερική, ανέβαινε λοιπόν ένα ένα τα σκαλοπάτια, με κάθε βήμα και πιο κοντά στη σκηνή, πιο μακρυά από το σκοτάδι.

Και τώρα στεκόταν εκεί δίπλα από τους μουσικούς, όρθιος, περίμενε τη δική του στιγμή.

Με αργές κινήσεις υποκλίθηκε στο δάσκαλο και άρχισε την αιώνια περιστροφή του.

Άλλος ένας χρόνος-δερβίσης είχε προστεθεί στη σκηνή της ζωής μου.






ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ, με ευχάριστα απρόοπτα!!!

Friday, December 28, 2007

χριστουγεννιάτικες γωνιές... επί τρία

Ανταποκρινόμενη σε κάλεσμα του Equilibrium ιδού οι δικές μας χριστουγεννιάτικες γωνιές τριών γενεών

της μαμάς μου...

...λουσμένη στο φως...

η δική μας με το ... ανισόρροπο άστρο στην κορφή...

και της πιτσιρικαρίας μας...

...με τις υπέροχες...

...κατασκευές της...

χρόνια πολλά!

Monday, December 24, 2007

Τα λαμπιόνια



Κάτι γείτονες της είχαν φέρει τα κουτιά: ήταν τρία μεγάλα χαρτόκουτα και της τα είχαν ακουμπήσει μπροστά στην πόρτα, δώρα από συγγενείς στην πρωτεύουσα. Φέτος είχε πολύ δύσκολη χρονιά και για πρώτη φορά είχε δεχθεί να τους στείλει έναν κατάλογο μέ ό,τι χρειαζόταν... περισσότερο.

Έσκυψε αργά και με το μαχαίρι άνοιξε το πρώτο:

ήτανε μάλλον ρούχα.

τους είχε ζητήσει ένα δυο ζευγάρια κάλτσες χοντρές, κανά ζευγάρι παπούτσια, έστω και πασούμια, κανά σκουφί, μία κουβέρτα, ίσως και καμιά κουρελού

της έστειλαν μία χριστουγεννιάτικη κάλτσα με ανάγλυφο Αη Βασίλη, ένα ζευγάρι παντόφλες-ταράνδους, ένα αγιοβασιλιάτικο σκουφί με λαμπάκια που αναβόσβηναν, ένα ριχτάρι εορταστικό και δύο ποδιές για χριστουγεννιάτικα δέντρα...

τα άφησε απλωμένα γύρω γύρω και άνοιξε το δεύτερο, αυτό με τα τρόφιμα.

τους είχε ζητήσει λίγα πράματα, ούτε που θυμόταν πια τι, μάλλον κανά όσπριο, κανά πελτέ, καμιά κονσέρβα... ζάχαρη, α, και λίγο ελληνικό καφεδάκο, έτσι για να ξεχνιέται

της έστειλαν κέτσαπ τσίλλι, τορτελλίνια με μανιτάρια του δάσους, φουα γκρα σε κονσέρβα, πάτους για τούρτα σε οικονομική συσκευασία των τριών, μία σαμπάνια, αρωματισμένο μεταλλικό νερό, και δύο συσκευασίες γαλλικό καφέ.

απελπισμένη άνοιξε και το τρίτο κουτί: δεν είχε ζητήσει τίποτε άλλο, μα ίσως όλα αυτά που επιθυμούσε να ήταν κρυμμένα εδώ, σε αυτό το τόσο μικρότερο από τα άλλα.

στην αρχή δεν καταλάβανε τι έβλεπε, λες και ήταν σε όνειρο της φάνταζε, σαν κάποιος να γελούσε από κάπου μαζί της. Το ροζιασμένο χέρι της άρχισε να βγάζει ένα ένα από μέσα: κάτι χριστουγεννιάτικες μπάλες, έξι όλες κι όλες, ένα δυο κεραμικά αγγελάκια, κεριά και γιρλάντες.
κάτω κάτω ήταν κι ένα μικρό κουτάκι.
μέσα του βρήκε δύο γιρλάντες από φωτάκια, χριστουγεννιάτικα λαμπιόνια...


κοίταξε γύρω της,
το σπίτι της, αυτό που είχε απομείνει, τη σκεπή που έμπαζε μισοκαμμένη, νερό, τα παράθυρα που έχασκαν, τα υπολείμματα από τα έπιπλά της.

βγήκε με τα λαμπιόνια στον ρημαγμένο κήπο της και έψαξε να βρει το λιγότερο καμμένο δεντρο της για να το στολίσει. Και μετά, κρέμασε από τα μαύρα του κλαδιά και τις μπάλες.

κι έτσι, μισοαπορημένη, μισομπερδεμένη, απέμεινε να το χαζεύει, μέχρι που νύχτωσε.

---

την επομένη τη βρήκαν εκεί κάτω από τα δέντρο, καθισμένη, να το κοιτάζει στολισμένο με έξι χριστουγεννιάτικες μπάλες και δυο σειρές καμμένα χριστουγεννιάτικα λαμπιόνια...








ΥΓ Καλά Χριστούγεννα.

ΥΓ2 Ειλικρινά ήθελα να γράψω κάτι χαρούμενο. Αλλά θυμήθηκα τα "δέντρα ιδιωτικών καλλιεργειών" που θυσιάστηκαν φέτος -και πάλι- και σκέφτηκα ότι αφού δεν βάλαμε ούτε φέτος μυαλό, να πηδήσουμε τη σκιά μας και να νικήσουμε τη ματαιοδοξία μας και την αναίδειά μας, δεν πρόκειται ποτέ να τα καταφέρουμε.

Wednesday, December 12, 2007

Η λεκάνη



Μόλις κατάλαβε ότι είχε φτάσει και πάλι η στιγμή ένα χαμόγελο αγαλλίασης σχηματίστηκε στο πρόσωπό του: επιτέλους!
Με σίγουρο και ταχύ βήμα κατευθύνθηκε προς τη γνωστή πόρτα, την άνοιξε με αυτοπεποίθηση και -αφού την έκλεισε με ύφος ανθρώπου που αυτήν την κίνηση την είχε κάνει ήδη άπειρες φορές- προχώρησε μέσα στην αίθουσα και πήρε θέση στην κεντρική πολυθρόνα: τόν θρόνο του

Τα βήματά του θα αντηχούσαν στην αίθουσα, αν αυτή δεν ήταν κατάμεστη από κόσμο: απλούς πολίτες και επισήμους, φίλους, γνωστούς, αγνώστους και φυσικά τους πανταχού παρόντες δημοσιογράφους.

Με έμπειρο βλέμμα χαιρέτησε το σύνολο του κόσμου και άρχισε -χωρίς χρονοτριβες- την παρουσίασή του [έτσι είναι οι πολυάσχολοι και μεθοδικοί άνθρωποι, αυτοί που δεν παίζουν με το μέλλον τους, αυτοί που, όταν οι άλλοι έψαχναν ακόμη τι θα γίνουν, εκείνοι είχαν ήδη αρχίσει να διαπρέπουν].

Σήμερα θα μιλούσε για "την αναγκαιότητα της τέχνης στον κόσμο", εχθές μόλις το απόγευμα είχε εκθέσει τις απόψεις του "περί οικολογίας και φυσικών πόρων", προχθές ανακοίνωνε την ανακάλυψή του: μια νέα λύση σε γνωστό μαθηματικό παράδοξο...
[όλα έβαιναν καλώς, το πλήθος έμοιαζε να ρουφά την κάθε του κουβέντα, μονάχα πού και πού ένα ενοχλητικό "τοκ" έμοιαζε σα να ήθελε να σπάσει τον ειρμό του. Θα το αγνοούσε, όπως κάθε φορά, αυτή η αίθουσα, η αγαπημένη του, το μοναδικό μέρος στη γη όπου αισθανόταν τόσο σημαντικός, αυτό που έμοιαζε σα να υπήρχε μονάχα για να υπογραμμίζει την υπεροχή και την επιτυχημένη του οντότητα, ήταν κατά βάθος σα στοιχειωμένο, κάθε τόσο, λες και από το πουθενά ακουγόταν αυτό το μυστήριο "τοκ", που έμοιαζε να φτάνει μονάχα στα δικά του αυτιά. όχι, όχι, φυσικά και θα το αγνοούσε, αυτό θα έλειπε, τώρα που όλος ο κόσμος περίμενε από αυτόν να μάθει...]

-Και τώρα είμαι στη διάθεσή σας για ερωτήσεις, είπε και χαμογέλασε [μάλλον κάπως νευρικά, το "τοκ" επαναλαμβανόταν συχνά και τον έκανε να κοιτά πού και πού τριγύρω σα χαμένος]

Ο κόσμος, πώς τον λάτρευε, δεν άφηνε κομμάτι της ομιλίας του ασχολίαστο, οι έπαινοι, τα μπράβο, ακόμη κι όσοι αρχικά διαφωνούσαν κατέληγαν να σκύβουν απολογητικά το κεφάλι, όποτε τους έκανε την τιμή να απαντήσει στις ερωτήσεις του... Ήταν γλυκά αναστατωμένος, ένιωθε μια ηδονή και ευφορία, πράγματι, έτσι, έτσι, έτσι την είχε φανταστεί τη ζωή του, τότε που έφηβος ακόμη, κλεινόταν για ώρα στην τουαλέττα, όχι όπως άλλοι φίλοι του, μπα, εκείνος είχε φτιαχτεί για τα μεγάλα και τα σημαντικά, τα ανώτερα, για τη διανόηση, για το μεγαλείο της γνώσης.

[τοκ, τοκ, τοκ] "μα τι θα γίνει επιτέλους, έχουν κι άλλοι σειρά!" ακούστηκε μια αγριοφωνάρα:

ο κόσμος διαλύθηκε, τα φώτα, οι προβολείς λες και χαμήλωσαν, οι τοίχοι στένεψαν ασφυκτικά, ο θρόνος του μονάχα έμεινε με εκείνον επάνω.

Τώρα είχε πια σηκωθεί, τράβηξε το καζανάκι, έπλυνε τα χέρια του και ξεκλείδωσε βιαστικά την πόρτα. Η γυναίκα του όρμησε στο μπάνιο, βιαζόταν, έπρεπε να φύγει για τη δουλειά.
-Επιτέλους, την άκουσε να λέει με ανακούφιση, καθώς στρωνόταν στην αγαπημένη του θέση.

Tuesday, December 11, 2007

Θόλωσα...

Τελικά,
δεν εξηγείται διαφορετικά, είμαι σίγουρη,
ο εχθρός πρέπει να με διαβάζει.
Πρέπει να διάβασε και το τελευταίο μου ποστ,
κι ας μη μου αφήνει ποτέ σχόλια,
-εμ πώς, πώς να συνδεθεί και να υπογράψει, ως "εχθρός";, δε λέει-

και έτσι μου την έφερε με την ίδια μου την τακτική:

εκεί που νόμιζα ότι από κατατροπωμένη είχα βγεί... κατατροπώτρια
να που μου την έφερε φτου κι από την αρχή:
εκεί που αμέριμνη χαμογελούσα, μου την έπεσε κυκλωτικά, με στολές στα χρώματα της ίριδας και με θόλωσε τελείως:

οκ, θα γίνω σαφέστερη:

εκεί που έλεγα ότι τελικά πάει το παλιο-κρυολόγημα που μου είχε αλλάξει τα φώτα και δεν είχα πια κουράγιο,
όχι να μπλογκάρω, αλλά ούτε και α μένω ξύπνια παραπάνω από τις εννέα και μισή[!!!!]
με άρπαξε μια περίεργη θολωτική και μυδριασμένη κατάσταση που μου έχει θολώσει το ένα μου μάτι και γυρνώ συνεχώς με γυαλιά ηλίου, ως άλλη περσόνα που θέλει να περάσει απαρατήρητη...

θα ξεθολώσω λένε, σιγά σιγά, μάλλον, αλλά αυτή η φωτοφοβία μου κάνει το γράψιμο στο λάπτοπ πολύ δύσκολο...

Κρίμα,

και έχω ξαναβρεί τη φόρμα μου

και οι ιστορίες μου έρχονται ζευγαρωτές...

αλλά πού θα μου πάει...

τώρα που χαμογελά ξέγνοιαστος ότι μου την έφερε... θα του ξαναεπιτεθώ!!!!!

Saturday, December 1, 2007

ο στρατηγός που ηττήθηκε


"Οἱ τὰ περί τοῦ στρατηγοῦ γράψαντες προσέταξαν ἵνα ἐὰν τραπῇ φοσάτον, μὴ ἐξέλθῃ εἰς πόλεμον ἕως τριῶν χρόνων, καὶ καλῶς ὥρισαν, ἵνα καὶ ἡ δειλία ἀπό τῶν καρδιῶν αὐτῶν ἐξέλθῃ καὶ ὥσπερ εἰς λήθην τῆς τροπῆς ἔλθωσιν. Ἐγὼ δέ σοι λέγω, ὅτι ἐὰν τραπῇς, ὅπερ ἀπεύχομαι, εἰ δυνηθῇς αὐτῇ τῇ ὥρᾳ ἤγουν τῇ ἡμέρᾳ τῆς τροπῆς σου περισωρεῦσαι κἄν τό τέταρτον τοῦ λαοῦ σου, μὴ δειλιάσῃς ὡς οἱ λαγωκάρδιοι, ἀλλὰ λαβὠν οὑς ἐσώρευσας ἐπίθες τῷ πολεμίῳ, ἀλλὰ μὴ ἀπέμπροσθεν, ἀλλὰ πρότερον ὄπισθεν εἴτε ἀπό πλαγίου, αἰφνίδιον καὶ ἐκ τοῦ ἀπροσδοκήτου, εἴτε τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ τῆς τροπῆς ἐἴτε τῇ νυκτί∙ καὶ πέπεισμαι άκριβῶς, ὅτι Θεοῦ εὐδοκοῦντος ὀλέσῃς καὶ τήν τελείαν αὐτόν ἀφανίσεις. Ἐκεῖνος γαρ, ἀφ' οὗ σε τρέψει, ἀμερινίαν ἑξει τελείαν μὴ προσδοκῶν τοῦτο, ἀλλὰ νομίζων καταλῦσαί σε. Καὶ ἐξάπαντος οὕτως ποίησον, καὶ οὐκ ἀστοχήσεις. Ἀμεριμνήσας γὰρ αὐτός εὐχείρωτός σοι ἔσειται."


Ὀσοι έγραψαν [συμβουλές] για το στρατηγό, ὀρισαν, αν τραπεί το στράτευμα σε φυγή, να μη βγει σε πόλεμο για τρία χρόνια. Και καλά το όρισαν, για να φύγει η δειλία από την καρδιά τους και να ξεχάσουν κατά κάποιον τρόπο την ήττα. Εγώ πάλι σου λέω ὀτι αν ηττηθείς, πράγμα που απεύχομαι, αν μπορέσεις την ίδια ώρα, δηλ. τη μέρα της ήττας σου, να περιμαζέψεις ακόμη και το ένα τέταρτο του στρατού σου, να μη δειλιάσεις σαν αυτούς που έχουν καρδιά λαγού, αλλά πάρε όσους μάζεψες και πέσε πάνω στον εχθρό, όχι κατά μέτωπο, αλλά καλύτερα από πίσω ή από τα πλάγια, αιφνιδιαστικά κι απροσδόκητα, είτε την ίδια μέρα της ήττας είτε τη νύκτα∙ και είμαι απόλυτα βέβαιος ότι με τη βοήθεια του Θεού θα τον καταστρέψεις και θα τον αφανίσεις ολότελα. Γιατί εκείνος, αφού σε νικήσει, θα είναι εντελώς αμέριμνος και δεν θα το περιμένει, αλλά θα νομίζει ότι σε διέλυσε. Πράξε έτσι οπωσδήποτε και δεν θα αποτύχεις. Γιατί καθώς αυτός θα είναι αμέριμνος, θα τον καταφέρεις εύκολα.

Κεκαυμένος, "Στρατηγικόν", 11ος αι.
Μετάφραση -Εισαγωγή -Σχόλια, Δημήτρης Τσουγκαράκης,
Εκδόσεις Ἄγρωστις -1993

------------------------------------------------------------------------

ΥΓ Ταχτοποιούσα τις βιβλιοθήκες. Το μέγα ερώτημα, πώς θα τα χωρέσω πάλι όλα... τώρα τα περισσότερα βιβλία είναι ξαπλωτά προκειμένου να εκμεταλλευτώ και το τελευταίο τόσο δα κενό... Και εκεί, το "ξανασυνάντησα" το αγαπημένο μου "Στρατηγικόν" με τις συμβουλές του συγγραφέως προς τους γιους του...

αυτό το απόσπασμα είναι από τα αγαπημένα μου: όπου "εχθρός" όλες οι αντιξοότητες που προσπαθούν να με κατανικήσουν και να με αποθαρρύνουν, όλα αυτά που με κυνηγάνε για να μου τσακίσουν το ηθικό,

αλλά εγώ θα επιμένω, να μαζεύω το εν τέταρτο των δυνάμεών μου και να συνεχίζω, έστω και με ανταρτοπόλεμο....

Καλό μήνα, σε όλους!!!

Thursday, November 29, 2007

Το γραφείο


Κάθε πρωί το ίδιο.

Εκείνος, ο δημόσιος υπάλληλος Δ., έφτανε στην υπηρεσία τέσσερα λεπτά πριν από την έναρξη του ωραρίου, έβγαζε την κάρτα του, πρώτη πρώτη, την χτυπούσε και κατευθύνονταν στο αυτόματο μηχάνημα πώλησης καφέδων, νέο απόκτημα εδώ και λίγους μήνες, έριχνε μια κλεφτή ματιά στο χώρο που είχε αντικαταστήσει πλέον το κυλικείο και χαιρετούσε τους συναδέλφους.
Δύο λεπτά μετά την έναρξη κατευθυνόταν με αργά και βαριά βήματα στο ασανσέρ που τον άφηνε στον τρίτο όροφο, τέταρτη πόρτα δεξιά και το γραφείο στα αριστερά της αίθουσας επάνω στο οποία άπλωνε σχολαστικά τις αιτήσεις και τακτοποιούσε κάτι εκκρεμότητες στα μπλε ντοσιέ που έστεκαν πάντοτε στο ράφι πίσω του, με χρονολογική σειρά.
Η δουλειά του ήταν σημαντική και ο ίδιος μοναδικός κι αναντικατάστατος, σκεφτότανε, καθώς έγνεφε ειρωνικά στον πρώτο της σειράς των κακομοίρηδων που περίμεναν τη σφραγίδα έγκρισης.

Ταυτόχρονα ο δημόσιος υπάλληλος Σ., έφτανε στην υπηρεσία τέσσερα λεπτά πριν από την έναρξη του ωραρίου, έβγαζε την κάρτα του, πρώτη πρώτη, την χτυπούσε και κατευθύνονταν στο αυτόματο μηχάνημα πώλησης καφέδων, νέο απόκτημα εδώ και λίγους μήνες, έριχνε μια κλεφτή ματιά στο χώρο που είχε αντικαταστήσει πλέον το κυλικείο και χαιρετούσε τους συναδέλφους.
Δύο λεπτά μετά την έναρξη κατευθυνόταν με αργά και βαριά βήματα στο ασανσέρ που τον άφηνε στον τρίτο όροφο, τέταρτη πόρτα δεξιά και το γραφείο στα δεξιά της αίθουσας επάνω στο οποία άπλωνε σχολαστικά τις αιτήσεις και τακτοποιούσε κάτι εκκρεμότητες στα κόκκινα ντοσιέ που έστεκαν πάντοτε στο ράφι πίσω του, με χρονολογική σειρά.
Η δουλειά του ήταν σημαντική και ο ίδιος μοναδικός κι αναντικατάστατος, σκεφτότανε, καθώς έγνεφε ειρωνικά στον πρώτο της σειράς των κακομοίρηδων που περίμεναν τη σφραγίδα έγκρισης.

Ο δημόσιος υπάλληλος Δ. ήταν άνδρας, νυμφευμένος, με δύο παιδιά, μία ερωμένη, ένα σκύλο και ένα αυτοκίνητο, μετρίου αναστήματος και μαλλιών κάποτε καστανών. Μισούσε τη βαρετή δουλειά του, αλλά δε δίσταζε να εκθειάζει την αναγκαιότητα της παρουσίας και της προσφοράς του στην υπηρεσία, στοιχεία μοναδικά και αναντικατάστατα, σκεφτότανε, όποτε το βλέμμα του έπεφτε στον δημόσιο υπάλληλο Σ., που τόσο άκομψα ρουφούσε τον καφέ του και του οποίου μια μέρα σίγουρα θα έπαιρνε τη θέση του στο ευνοημένο δεξί γραφείο.

Ο δημόσιος υπάλληλος Σ. ήταν άνδρας, νυμφευμένος, με δύο παιδιά, μία ερωμένη, ένα σκύλο και ένα αυτοκίνητο, μετρίου αναστήματος και μαλλιών κάποτε μαύρων. Μισούσε τη βαρετή δουλειά του, αλλά δε δίσταζε να εκθειάζει την αναγκαιότητα της παρουσίας και της προσφοράς του στην υπηρεσία, στοιχεία μοναδικά και αναντικατάστατα, σκεφτότανε, όποτε το βλέμμα του έπεφτε στον δημόσιο υπάλληλο Σ., που τόσο άκομψα ρουφούσε τον καφέ του και και του οποίου μια μέρα σίγουρα θα έπαιρνε τη θέση του στο ευνοημένο αριστερό γραφείο.

Ο δημόσιος υπάλληλος Δ. ήταν συνειδητοποιημένος: δεν παρέλειπε να βασανίζει ασκόπως και να ειρωνεύεται επαρκώς τους πολίτες που είχαν την ατυχία να περάσουν από το δικό του αριστερό γραφείο, το πλαισιωμένο από δύο απότιστες σεφλέρες που ικέτευαν με άηχες κραυγές για λίγες σταγόνες ύδατος, ενώ συχνά-πυκνά τους παρέπεμπε στο διπλανό του, τον απεχθή υπάλληλο Σ. προκειμένου να ξεκλέψει λίγα δευτερόλεπτα ομιλίας στο κινητό του.

Ο δημόσιος υπάλληλος Σ. ήταν συνειδητοποιημένος: δεν παρέλειπε να βασανίζει ασκόπως και να ειρωνεύεται επαρκώς τους πολίτες που είχαν την ατυχία να περάσουν από το δικό του δεξί γραφείο, το πλαισιωμένο από δύο απότιστα γιούκα που ικέτευαν με άηχες κραυγές για λίγες σταγόνες ύδατος, ενώ συχνά-πυκνά τους παρέπεμπε στο διπλανό του, τον απεχθή υπάλληλο Δ. προκειμένου να ξεκλέψει λίγα δευτερόλεπτα ομιλίας στο κινητό του.

Ο δημόσιος υπάλληλος Δ. είχε κάνει πολλές φορές αίτηση στον προϊστάμενο, τον κ. Μ., για αναθεώρηση της εργασιακής του θέσης και προώθησής του, όπως θεωρούσε, στο ανετότερο και καλύτερο δεξί γραφείο του συναδέρφου Σ. αλλά η σχετική υπηρεσιακή επιτροπή φαινόταν να έχει άλλες προτεραιότητες.

Ο δημόσιος υπάλληλος Σ. είχε κάνει πολλές φορές αίτηση στον προϊστάμενο, τον κ. Μ., για αναθεώρηση της εργασιακής του θέσης και προώθησής του, όπως θεωρούσε, στο ανετότερο και καλύτερο αριστερό γραφείο του συναδέρφου Δ. αλλά η σχετική υπηρεσιακή επιτροπή φαινόταν να έχει άλλες προτεραιότητες.

Και οι δύο δημόσιοι υπάλληλοι, Δ. και Σ., δεν θα παραδέχονταν ποτέ μπροστά στους άλλους συναδέρφους, ότι είχαν προβεί σε τέτοιου είδους αίτημα: θεωρούσαν ότι η μοναδική και αναντικατάστατη παρουσία τους γινόταν έτσι κι αλλιώς αντιληπτή τοις πάσιν μέσα στην υπηρεσίαν

Μία σωτήρια Τρίτη μεσημέρι ο προϊστάμενος, κ. Μ., εισήλθε στο γραφείο του τρίτου ορόφου, τέταρτη πόρτα δεξιά με ύφος επίσημο και αρμόζων σε υπουργό, τουλάχιστον.
Στα χέρια του έφερε δύο χαρτιά, δύο αποφάσεις της υπηρεσιακής επιτροπής εσωτερικών μετακινήσεων. Το ένα, αφορούσε τον ίδιο: η επιτροπή, αναγνωρίζουσα τις ιδιαίτερες υπηρεσίες του, τον τοποθετούσε στο γραφείο του πέμπτου ορόφου, τρίτη πόρτα δεξιά, με αρμοδιότητες να ελέγχει όλα τα πράσινα και πορτοκαλί ντοσιέ των υφισταμένων γραφέων Λ. και Ν. θέση την οποία κατείχε μέχρι τότε ο προϊστάμενος, ο κ. Θ.
Ο προϊστάμενος, κ. Θ, θα έπαιρνε τη θέση του στο γραφείο του πέμπτου ορόφου, τρίτη πόρτα δεξιά, με αρμοδιότητα να ελέγχει όλα τα κόκκινα καιμπλε ντοσιέ των υφισταμένων γραφέων Δ. και Σ.

Το άλλο χαρτί, αναγνωρίζοντας τη μοναδική και αναντικατάστατη προσφορά του δημοσίου υπαλλήλου Δ. τον τοποθετούσε πλέον στο δεξί γραφείο του τρίτου ορόφου και από τη στιγμή εκείνη και στο εξής οι πολύτιμες υπηρεσίες του θα αφορούσαν διεκπαιρώσεις των κόκκινων ντοσιέ.
Επίσης, αναγνωρίζοντας τη μοναδική και αναντικατάστατη προσφορά του δημοσίου υπαλλήλου Σ. τον τοποθετούσε πλέον στο αριστερό γραφείο του τρίτου ορόφου και από τη στιγμή εκείνη και στο εξής οι πολύτιμες υπηρεσίες του θα αφορούσαν διεκπαιρώσεις των μπλε ντοσιέ.

Εκείνη τη νύχτα ο δημόσιος υπάλληλος Δ. ήρθε σε οργασμό μετά της ερωμένης του, της γυναίκας του δημοσίου υπαλλήλου Σ., ύστερα από σύντομη πεντάλεπτη συνέρευση.

Εκείνη τη νύχτα ο δημόσιος υπάλληλος Σ. ήρθε σε οργασμό μετά της ερωμένης του, της γυναίκας του δημοσίου υπαλλήλου Δ., ύστερα από σύντομη πεντάλεπτη συνέρευση.

Η εκδίκηση είχε πλέον ολοκληρωθεί.

Saturday, November 24, 2007

Zhuangzi [Chuang Tzŭ] - 莊子


Zhuangzi's butterfly dream

"Μια φορά ο Τσουάνγκ Τσου ονειρεύτηκε πως ήταν πεταλούδα και χαιρότανε πετώντας δώθε-κείθε. Δεν ήξερε πως ήταν ο Τσουάνγκ Τσου. Ξαφνικά ξύπνησε και αισθάνθηκε πως ήταν ο Τσουάνγκ Τσου. Μετά δεν ήξερε αν ήταν ο Τσουάνγκ Τσου που είχε ονειρευτεί πως ήταν πεταλούδα ή αν ήταν πεταλούδα και ονειρευόταν πως είναι ο Τσουάνγκ Τσου."
[Τσουάνγκ Τσου, μετάφρ. Μ. Σεφεριάδη, 1989]

"Περπατώντας μία μέρα μ΄έναν φίλο του είδε κάτι ψαράκια στο νερό και είπε:
-Τι ευτυχισμένα που είναι!
Ο φίλος του τον ρώτησε:
-Εσύ δεν είσαι ψάρι, πώς ξέρεις λοιπόν ότι είναι ευτυχισμένα;
Και ο Τσουάνγκ Τσου απάντησε:
-Εσύ δεν είσαι εγώ. Πώς ξέρεις ότι δεν ξέρω πως είναι ευτυχισμένα;"
[Witter Bynner, the chinese translations, New York, 1978 ]

-και τα δύο αποσπάσματα από το βιβλίο "ΠΟΙΚΙΛΗ ΙΣΤΟΡΙΑ" του Δημήτρη Καλοκύρη-

Saturday, November 17, 2007

kleine Fabel - σύντομος μύθος


Ricky Winter, Kafka und die Maus


"Αch", sagte die Maus, "die Welt wird enger mit jedem Tag. Zuerst war sie so breit, daß ich Angst hatte, ich lief weiter und war glücklich daß ich endlich rechts und links in der Ferne Mauern sah, aber diese langen Mauern eilen so schnell auf einander zu daß ich schon im letzten Zimmer bin und dort im Winkel steht die Falle, in die ich laufe." "Du mußt nur die Laufrichtung ändern," sagte die Katze und fraß sie.
Franz Kafka

"Αχ", είπε το ποντίκι, "ο κόσμος γίνεται κάθε ημέρα και στενότερος. Πρώτα ήταν τόσο πλατύς που φοβόμουνα, συνέχισα να τρέχω και ήμουν ευτυχισμένο που έβλεπα επιτέλους δεξιά και αριστερά στο βάθος τείχη, αλλά αυτά τα μακρυά τείχη συγκλίνουν τόσο γρήγορα μεταξύ τους που τώρα είμαι ήδη στο τελευταίο δωμάτιο και εκεί στη γωνία βρίσκεται η παγίδα, στην οποία κατευθύνομαι." "Απλώς πρέπει να αλλάξεις την κατεύθυνσή σου", είπε η γάτα και το έφαγε.
Franz Kafka. [στα ελληνικά από Stardustia]

Wednesday, October 31, 2007

και σας χαιρετώ...



... για λίγες μέρες.
Από την ερχόμενη Τρίτη και πάλι μαζί!


YΓ αλλά σας αφήνω για συντροφιά τον καλό μου Aubry...

Tuesday, October 30, 2007

Οι σκέψεις μιας πεταλούδας 5



η υπέροχη φωτό είναι του ηλιογράφου.
(Σε ευχαριστώ που μου επέτρεψες να τη... "δανειστώ")

προς προηγούμενες σκέψεις

ΣΚΕΨΗ ΕΝΑΤΗ


Ουφ! Ο κίνδυνος πέρασε: έκλεισα τα μάτια μου και βούτηξα τη μακριά μου προβοσκίδα στην καρδιά του λουλουδιού μου. Το νέκταρ του ήταν υπέροχο - είχα ξεχάσει πόσο γλυκειά είναι η γεύση του και απορώ πώς είχα καταφέρει να το εκθέσω σε τέτοιον κίνδυνο…
Τώρα βέβαια πρέπει να πετάω λίγους κύκλους παραπάνω αλλά νιώθω ανανεωμένη και δυνατή.


ΣΚΕΨΗ ΔΕΚΑΤΗ


Σήμερα το πρωί, την ώρα που έκανα τους παραπανίσιους κύκλους μου, έπιασε μπόρα. Ξαφνικά ο ουρανός χλώμιασε, στη συνέχεια μαύρισε και μετά έφτυσε καταπάνω μας όλο το νερό. Ζώα και φυτά όλα τρομερά φοβισμένα. Μέσα σε αυτόν τον πανζουρλισμό και αφού λίγο έλειψε να με πατήσουν κάτι τεράστιες οπλές που έτρεχαν πανικόβλητες για να κρυφτούν, εγώ προσπάθησα πεισματικά να πετάξω αντίθετα στον άνεμο, στο λουλούδι μου.
Φυσικά κάτι τέτοιο ακούγεται αστείο, όμως, ακόμα και μια πεταλούδα διαθέτει πείσμα. Και τότε είδα το λόγο του πανικού: η μπόρα είχε μεταβληθεί σε καταιγίδα κι ένας κεραυνός είχε χτυπήσει το ψηλό δέντρο που μου έλεγε παραμύθια για να κοιμηθώ, τις νύχτες που με πονούσε το στομάχι μου και δεν μπορούσα να φάω.
Το ψηλό δέντρο. Εκεί που κάποτε ορθωνόταν ψηλό και αγέρωχο, τώρα είχε απομείνει μονάχα μια μακρυά και αυθάδικη γλώσσα φωτιάς. Ένιωσα ένα σφίξιμο να κομματιάζει την καρδιά μου: λίγο πιο κει έστεκε το λουλούδι μου. Απελπισμένη προσπάθησα να φτάσω κοντά του, να το σώσω ή να καώ μαζί του, όμως ο άνεμος με πέταγε κοροϊδευτικά ολοένα και πιο μακρυά, μέχρι που η φωτιά φαινόταν τόσο μικρή και αδύναμη, ακίνδυνη σπίθα…

προς επόμενη σκέψη

Friday, October 26, 2007

Θαλάσσια ανεμώνη [15ο απόσπασμα]


[1ο απόσπασμα], [2ο απόσπασμα], [3ο απόσπασμα],
[4ο απόσπασμα], [5ο απόσπασμα], [6ο απόσπασμα],
[7ο απόσπασμα], [8ο απόσπασμα], [9ο απόσπασμα],
[10ο απόσπασμα], [11ο απόσπασμα], [12ο απόσπασμα],
[13ο απόσπασμα],[14ο απόσπασμα]
Έκλεισε τα μάτια. Πόσο νύσταζε στα αλήθεια…
Το σελάχι την σήκωσε απαλά και την πήγε στο κρεβάτι, εκεί την ακούμπησε στο κρεβάτι, ήταν βαθύ κι έμοιαζε να βουλιάζει μέσα του. Ναι, νύσταζε πολύ, του έριξε όμως μια ματιά και το σελάχι έσκυψε και τη φίλησε τρυφερά στο στόμα, στο μέτωπο, και στον αγαπημένο του λαιμό.
«Κοιμήσου, καρδιά μου» της είπε και έφυγε.

Όταν άνοιξε τα μάτια της βρισκόταν σε ένα νησί.
Ολόγυρα μια σκούρα μαβιά αγκαλιά, ένα εξημερωμένο θηρίο κι εκείνη εκεί, κάτω από ένα μοναχικό δέντρο, στην παραλία.
Ένιωθε περίεργα, λες και ο αέρας που φυσούσε την διαπερνούσε, ένιωθε κρυστάλλινη μαζί κι αιθέρια.
Κοίταξε τα χέρια της, γαλαζωπές διάφανες απολήξεις. Διέκρινε μικρά μικρά ζωντανά κοκκινωπά αστράκια να αργοκυλούν στις φλέβες της, μισοδιάφανα κι αυτά.
Όλο της το σώμα κυανό, διάφανο, αέρινο, πανάλαφρο.
Μια φυσαλίδα.
Χτύπησε ελαφρά τα πόδια της και άρχισε να αιωρείται στον αέρα. Μια γαλήνη, μια απέραντη χαρά απλώθηκε μέσα της, τα αστράκια στις φλέβες της άρχισαν να ιριδίζουν και να πάλλονται…

Είχε ανοίξει τις φτερούγες της και κολυμπούσε στον αέρα, χόρευε στο κενό, πετούσε, πετούσε και αυτό ήταν μια αίσθηση καινούργια μαζί και οικεία: βρισκόταν σε έναν νεογέννητο κόσμο, όπου η θάλασσα χαμογελούσε ήρεμη εκεί κάτω: κοιτούσε μια το μαβί υγρό στοιχείο και μια το μοναχικό στολίδι του μικρού κομματιού γης που μόλις είχε αφήσει. Στροβιλιζόταν ακούραστα μέσα στον αέρα, μέσα στο δικό της στοιχείο. Τα φτερά της έπαιζαν σίγουρα με τα ρεύματα, μια ανέβαινε ψηλά ψηλά, μια ιριδίζουσα κουκκίδα στον ουρανό, μια εφορμούσε γελώντας, αγγίζοντας πότε λίγο νερό, πότε ακουμπώντας λίγη άμμο ή ένα από τα φυλλαράκια του δέντρου.


[…]
Καθισμένη πάνω στην άμμο χάζευε από ώρα τον ορίζοντα και γελούσε μόνη της όταν ξαφνικά μια άλλη γυαλιστερή κουκκίδα της κίνησε την προσοχή: ερχόταν προς το μέρος της, ή τουλάχιστον έτσι έδειχνε αν και ήταν ακόμη μακριά. Ήταν κάποιο πετούμενο, μεγάλο κι όμορφο, που ανεμοπορούσε…

Το άλμπατρος την είχε δει και την πλησίαζε γοργά. Η καρδιά της φτερούγισε: το δυνατό πουλί με τις υπέροχες φτερούγες άρχισε να κατεβαίνει προς την παραλία, έψαχνε να βρει το κατάλληλο σημείο για να ξεκινήσει την επεισοδιακή του κάθοδο… πώς δυσκολεύονται πάντοτε αυτά τα πουλιά, όποτε αφήνουν ή ξαναβρίσκουν το έδαφος…
Τώρα, έχοντας επιτέλους προσγειωθεί την πλησίαζε με το ατσούμπαλο περπάτημά του, η μορφή του της φάνηκε γνωστή και ας μην την είχε ξανασυναντήσει, τα μάτια του ιρίδιζαν.
Αρχικά το νεαρό πουλί κρατήθηκε σε μια μικρή απόσταση, άπλωσε τις φτερούγες του και τα τέντωσε σαν να είχε πιαστεί και αφού τα χτύπησε μια δυο φορές δυνατά, την πλησίασε περισσότερο.
Καθώς είχε αφήσει τις φτερούγες του να μισοκρέμονται και το είχε το ράμφος μισάνοιχτο αναρωτήθηκε μήπως ήταν πεινασμένο, ή διψασμένο.
Άπλωσε το χέρι της και εκείνο την τσίμπησε απαλά.
«Τι κάνεις εσύ εδώ;» αναρωτήθηκε δυνατά και προσπάθησε να το χαϊδέψει απαλά στο κεφάλι. Το άλμπατρος υπέμεινε το χάδι αλλά με τα ιριδίζοντα μάτια του όργωνε ασταμάτητα τον ουρανό.

Θυμήθηκε λοιπόν ότι είχε κάποτε διαβάσει για αυτά τα περίεργα πουλιά, που ζούσαν σαν μονογαμικοί ερημίτες: ζευγάρωναν κάθε δυο χρόνια πάντοτε με τον ίδιο σύντροφο, αλλά ζούσαν μονάχοι διασχίζοντας θάλασσες και ωκεανούς, ικανοί ανεμοπόροι που προτιμούν τις καταιγίδες και τις θύελλες από τις απάνεμες ημέρες…

Και να σε λίγο το νεαρό ζωντανό αστραποβόλησε: τα μάτια του αναγνώρισαν το ταίρι του που πλησίαζε το νησί τους. Τό σώμα του ριγούσε από προσμονή, ένιωσε ξένη ανάμεσά τους, σηκώθηκε και άφησε μονάχο του το άλμπατρος και τότε ξαφνικά ένιωσε αόρατα χέρια να την ακουμπάνε, να τη χαϊδεύουν τρυφερά, στα αυτιά της έφτανε ένας αγαπημένος ψίθυρος, ο ουρανός σκεπάστηκε μεμιάς από σκοτεινούς καβαλλάρηδες, οι οπλές των αλόγων τους σπίθιζαν και βροντούσαν: η καταιγίδα είχε βρει το νησί και από κάπου εντελώς παράταιρα ακούγονταν παραθυρόφυλλα να χτυπάνε, πόρτες να κλείνουν με βρόντο.

Άνοιξε τα μάτια, ήταν ξαπλωμένη, εξουθενωμένη ακόμη, στο κρεββάτι της, έξω ο άνεμος και το αστραποβρόντι χαλούσαν τον κόσμο. Δίπλα της ο λύκος, με μάτια κεχριμπαρένια την κοιτούσε με μια περίεργη λαχτάρα. Τον κοίταξε και έκανε να σηκωθεί να τον αγκαλιάσει. Όμως, καθώς ανασηκωνόταν, τα μαλλιά που γλύστρησαν προς τα πίσω, άφησαν να φανεί ο λαιμός της: λίγο πιο πάνω από τη βάση του λαιμού της, στα αριστερά, φάνηκε το περίγραμμα του μικρού σελαχιού.

Tuesday, October 23, 2007

Σιγά μήν κλάψω!!!



Η ανεμώνη μου στοίχισε αρκετή ενέργεια, αλλά μάλλον το επόμενο ποστ, που θα την αφορά, θα είναι και το τελευταίο...

Ίσως για αυτό δυσκολεύομαι ακόμη να το ανεβάσω...

είναι που θα μου λείψει...

όμως, ήδη έχω κι άλλα στα σκαριά που θέλω να σας διηγηθώ και να ταξιδέψουμε...

και επειδή η φιλενάδα η Μάτα ή ο lobo που τελευταία τον έχω χάσει, θα με δείρουν, ανανεώνω το ραντεβού μου για σήμερα το βράδυ, άντε αύριο το πρωί...

μέχρι τότε ένα τραγούδι που αγαπώ πολύ και που εδώ και δύο μέρες μου έχει κολλήσει και πάλι...

φιλιά

Wednesday, October 17, 2007

Monday, October 15, 2007

M+Z+I 9


by david aldeia - open eyes net

[1ο απόσπασμα - από Μάρκο]
[2ο απόσπασμα - από Ζωή]
[3ο απόσπασμα - από Μάρκο],
[4ο απόσπασμα - από Ζωή],
[5ο απόσπασμα - από Μάρκο]
[6ο απόσπασμα από Ζωή]
[7ο απόσπασμα - από Ίκαρο]
[8ο απόσπασμα - από Μάρκο]

Άνοιξε τα μάτια του: στεκόταν στην αμμουδερή παραλία. Ο ήλιος ήταν απογευματινός κι ένα απαλό αεράκι ανακάτευε τα μαλλιά του. Πιο εκεί, δέκα δρασκελιές πιο εκεί, η Ζωή γονατισμένη, με την πλάτη της γυρισμένη προς το μέρος του έμοιαζε να σχεδιάζει επάνω στην άμμο. Φορούσε ένα ανάλαφρο φουστάνι στο χρώμα της άμμου, οι ώμοι της και ο λαιμός της ελεύθεροι, καθώς είχε τα μαλλιά της πιασμένα σε μια ψηλή αλογοουρά. Η καρδιά του κλώτσησε δυνατά στο στήθος του: αυτή η θέα του κορμιού της, έτσι μαζεμένο και συγκεντρωμένο με τα ελεύθερα μέρη του έκαναν δυνατότερο τον πόθο που ένιωθε να τον πλημμυρίζει.
Ξυπόλητος άρχισε να πλησιάζει με γρήγορα αλλά ανάλαφρα βήματα.

Μα καθώς έτρεχε άρχισε να χάνει το έδαφος από τα πόδια του, γινόταν όλο και πιο ανάλαφρος και άρχισε να ανυψώνεται. Ήθελε να τη φτάσει, μα με κάθε κίνηση ανέβαινε όλο και ψηλότερα στον ουρανό.
-Ζωή μου! φώναξε και την είδε να χτυπά με δύναμη τα πόδια της και να τον ακολουθεί για να τον φτάσει. Καθώς ανέβαιναν ένας σεισμός άρχισε να συγκλονίζει το νησί τους. Ο Μέμνονας έσφιξε τρομαγμένος το χέρι της Ζωής.

-Μη φοβάσαι! του είπε, το ξέρεις ότι τώρα πια τίποτε δεν θα είναι το ίδιο.

Τα πράσινα μάτια της είχαν γίνει κεχριμπαρένια από τη λάμψη του βουβού μάγματος που έλαμπε στο βυθό του κρατήρα: η καρδιά του νησιού, το ηφαίστειο άχνιζε και οι ατμοί ανέβαιναν στήλες στήλες στον ουρανό.
Μα η Ζωή δε φαινόταν να πτοείται και εκείνος αισθανόταν ξαφνικά ελεύθερος και δυνατός, είχε φτερούγες και πετούσε ψηλά από το νησί τους, στροβιλίζονταν πότε ακολουθώντας τα θερμά ρεύματα και πότε βουτώντας στο κενό.

Και τότε ξέχασε το ηφαίστειο γιατί την είδε, μιαν απίστευτη πλημμυρίδα από νέφη που έτρεχαν επάνω στο ανάγλυφο του νησιού ακολουθώντας κάθε ορεινή πτυχή και κάθε υπερύψωση, μέχρι που χάθηκε όλη μέσα στον κρατήρα και ήταν σα να έβλεπε μια ταινία από το τέλος προς την αρχή και καθώς έψαξε το βλέμμα της Ζωής ένιωσε τον ήλιο να χάνεται πίσω από το σεληνιακό δίσκο…
Σκοτοδίνη του ήρθε και άρχισαν οι παραισθήσεις, κοπάδια γκνου στο έδαφος που έτρεχαν με σμήνη αποδημητικών πτηνών, δυο ποτάμια το καθένα με το δικό του ρεύμα, και αυτό που αρχικά του είχε φανεί υποχθόνιο βουητό σεισμού να είναι ένα ολοένα και καθαρότερο τραγούδι μιας ζεστής γυναικείας φωνής,
Ζωή; σκέφτηκε;
Άνοιξε τα μάτια, είχε προσγειωθεί σε ένα ξέφωτο ενός πυκνού δάσους, εκεί η φωνή ακουγόταν όλο και πιο καθαρά.
Άνοιξε τα μάτια: ήταν ξαπλωμένος –είχε πέσει;, αναρωτήθηκε- αλλά δεν πρόλαβε: Δερβίσσιδες χόρευαν μπροστά του, εκστασιασμένοι από το κυκλικό τραγούδι, που ακουγόταν ακατάπαυστα μια άναρθρη μελωδία που έμπαινε με στην καρδιά σου, έκσταση, σαν κι αυτή των πιστών σε ομαδική τελετή, βηματισμός πανάρχαιος και χοροί ιθαγενών, βήματα, δυνατά πέλματα γυμνά, ενωμένα με τη μάνα γη, φύλλα να μασιούνται, δέρματα βαμμένα, αυλοί προϊστορικοί, χέρια με ακόντια στα χέρια να λατρεύουν τον καταρράκτη, μάτια κρυμμένα στο σκοτάδι να τον παρατηρούν.

Άνοιξε τα μάτια του, -αλήθεια, πόσες φορές ακόμη, πότε ονειρευόταν, πότε ήταν ξύπνιος;- μπροστά του η Ζωή να τραγουδάει, η φωνή της ήταν, η δική της.

------
ΥΓ Για το σημερινό απόσπασμα τα χρωστώ όλα στο yulunga των dead can dance

Thursday, October 11, 2007

Οι σκέψεις μιας πεταλούδας 4



προς προηγούμενες σκέψεις

ΣΚΕΨΗ ΕΚΤΗ


Κουράστηκα πάλι. Πάντα κουράζομαι, όταν οι σκέψεις μου γίνονται πολλές και μεγάλες. Εγώ ήθελα να γίνω πεταλούδα για να μην έχω σκέψεις και να ‘μια τώρα παγιδευμένη στον πραγματικό κόσμο της σιωπής και της σκέψης. Άραγε οι πασχαλίτσες έχουν σκέψεις; Άραγε έχουν δικές τους ή μονάχα ό,τι τους πει κανείς; Καταλαβαίνουν όταν τους μιλάς; Σε θυμούνται;

Νομίζω πως αυτή η πασχαλίτσα που κάθησε δίπλα μου άρχισε να γίνεται ενοχλητική…






ΣΚΕΨΗ ΕΒΔΟΜΗ


Επιτέλους έφυγε! Είμαι και πάλι μόνη επάνω στο λουλούδι μου. Καιρός ήταν. Τελευταία με κοιτούσε ειρωνικά σα να γνώριζε κάτι που εγώ αγνοούσα. Λένε πως οι πασχαλίτσες βρίσκουν πάντοτε αυτόν που αφορούν οι ευχές. Δεν λένε όμως αν τον βρίσκουν μόνο και μόνο για να τον χλευάσουν ή για να του τις μεταβιβάσουν.

Δεν μπορώ όμως να τη ρωτήσω. Όχι μόνο επειδή εγώ είμαι μια πεταλούδα, αλλά και γιατί εκείνη δεν μπορεί να μιλήσει.

Είμαι δυστυχισμένη.





ΣΚΕΨΗ ΟΓΔΟΗ


Νόμιζα πως τώρα θα ήμουν και πάλι χαρούμενη. Ή τουλάχιστον πως δεν θα ήμουν δυστυχισμένη. Όμως το μικροσκοπικό στομαχάκι μου με ποναέι εδώ και μέρες και η καϋμένη λπετή και ευκίνητη προβοσκίδα μου έχρει μουδιάσει από την ακινησία. Τα φτερά μου έχουν γείρει και τα μάτια μου δε βλέπουν πια πολύ καθαρά…

Ανησυχώ: ακόμη είναι νωρίς για να γεράσω. Το καλοκαίρι δεν έχει τελειώσει ακόμα. Έχει καιρό…

Το λουλούδι μου προχθές παραπονέθηκε, πως αν συνεχιστεί αυτή η κατάσταση θα πρέπει να με τινάξει κάτω. Δεν είναι μόνο ότι το ασχημαίνω με την αρρωστιάρικη όψη μου, αλήθεια πόσο ομόρφυνε τελευταία, αλλά και ότι το νέκταρ του, που τόσες μέρες περιμένει μάταια να τρυγηθεί, βγάζει εδώ και δυο μέρες μια βαριά και μεθυστική μυρωδιά. αυτό είχε σαν συνέπεια να έχουν μαζευτεί τριγύρω ένα μάτσο από έντομα που σφίγγουν απειλητικά ολοένα και περισσότερο τον κλοιό γύρω μου. Ακόμα μοιάζουν να περιμένουν αλλά έτσι και κάνουν ότι ορμούν στο μεθυστικό χυμό, δεν είναι σίγουρο πως το λουλούδι μου θα τα καταφέρει να βγει σώο…

Πρέπει να το σώσω!!

πρός επόμενες σκέψεις

Wednesday, October 3, 2007

Οι σκέψεις μιας πεταλούδας 3


προς προηγούμενες σκέψεις


ΣΚΕΨΗ ΤΕΤΑΡΤΗ


Προσπαθώ εδώ και ώρα να βολέψω τα φτερά μου. Αρχικά νόμιζα πως και αυτό το λουλούδι που είχα διαλέξει παραήταν μικρό. Τώρα όμως που το κοιτάω, έτσι που προσπαθεί να τεντώσει τα πεταλάκια του, βλέπω πως σύντομα θα γίνει ένα μεγάλο, δυνατό και υπέροχο λουλούδι. Ευτυχώς, σκέφτομαι, θα γίνει σίγουρα πολύ πιο ωραίο από εμένα, οπότε και δεν θα έχει λόγο για να με ζηλεύει.

Πραγματικά η χρυσόμυγα δεν θα πρέπει να ήξερε τι έλεγε. Καθώς ο αέρας μας λικνίζει απαλά, τα όμορφα διπλωμένα φτερά μου μοιάζουν σαν να στεφανώνουν το άγουρο ακόμα λουλούδι, μου. Αυτό το ξέρει και καμαρώνει. Μπορεί όμως, εάν γίνει πάρα πολύ ωραίο, να μη με θέλει πια…

Ποιος ξέρει, μπορεί μέχρι τότε να έχει τελειώσει και το δικό μου καλοκαίρι.



ΣΚΕΨΗ ΠΕΜΠΤΗ


Προχθές εκεί που καθόμουνα μού 'ρθε μια πασχαλίτσα. Εγώ εκείνη τη στιγμή ήμουν πολύ απασχολημένη με το να ρουφώ το νέκταρ με την προβοσκίδα μου κι έτσι δεν την αντιλήφθηκα αμέσως. Ναι, ήταν μια μικρή, γυαλιστερή σαν κι αυτές που σου άρεσε να κρατάς στη φούχτα σου και να της λες τα μυστικά σου.
Τις ζήλευα αυτές τις πασχαλίτσες, γιατί εκείνες γνώριζαν αυτό που εγώ έπρεπε να μαντεύω.

Τότε ακόμη δεν ήθελα να γίνω πεταλούδα. Τώρα που το ξανασκέφτομαι έπρεπε να είχα γίνει πασχαλίτσα. Μια μικρή, γυαλιστερή πασχαλίτσα που θα έβρισκες μια μέρα σε ένα λουλούδι και, αφού θα την ακουμπούσες μαλακά στη χούφτα σου, θα της έλεγες όλα σου τα μυστικά. Και εγώ θα ήμουν συνέχεια εκεί, κολλημένη στη φούχτα σου και θα ρουφούσα ένα ένα τα λόγια σου και θα τα έκανα βούλες στο κόκκινο κορμί μου.

Να, όμως, που είχα γίνει πεταλούδα και συ τις πεταλούδες τις ήθελες πάντοτε ελεύθερες. Σου άρεσε να τις κοιτάς και να τις αγαπάς, χωρίς σε εκείνες να τους το έχεις πει ποτέ. Μονάχα το γλυκό χαμόγελό σου τους το ψιθύριζε τρυφερά, μυστικά: μην τυχόν και το άκουγες. Γιατί αμέσως θα γινόσουν σκυθρωπός και θα έφευγες μπερδεμένος…
(κάτι μου λέει, γιατί τώρα πια το μικρό κεφάλι μου δεν θυμάται και τόσο καλά, πως το ίδιο έκανες και με μένα)

Δεν ξέρω γιατί αλλά ετούτη εδώ δεν τη ζήλευα. Και ας είχε κάτσει στη χούφτα σου και ας είχε ακούσει τα λόγια σου να τη χαϊδεύουν… Σίγουρα… το 'βλεπα στις πολλές της βούλες. Είναι όμως στ’ αλήθεια κρίμα που ποτέ δεν θα μάθω τι είχες ευχηθεί. Βλέπεις, οι πασχαλίτσες δε μιλάνε και οι πεταλούδες δεν μπορούνε να ρωτήσουν…

προς επόμενες σκέψεις

Tuesday, October 2, 2007

Οι σκέψεις μιας πεταλούδας 2


έργο του Anthony Morrow


προς προηγούμενες σκέψεις

ΣΚΕΨΗ ΔΕΥΤΕΡΗ


Ξυπνώ από κάτι μαλακό που χαϊδεύει τα φτερά μου. Τα φτερά μου; Ναι, τώρα πια έχω φτερά. Τώρα πια έχω βγει από το σκοτεινό ανθρώπινο κουκκούλι μου, ένα κουκκούλι που μου πήρε πολλά χρόνια το ροκάνισμά του. Τώρα όμως τα κατάφερα και να 'μαι επιτέλους επάνω στο μικρό νησί μου.

Δεν κουνιέμαι. Τα μάτια μου είναι ακόμα κλειστά και απολαμβάνω το ηλιακό χάδι που προσπαθεί να γιατρέψει τη μικρή καρδιά μου. Σιγά σιγά νιώθω να ρουφά τον πόνο από μέσα και να τον κάνει μια βαθιά κόκκινη σκόνη: μια σκόνη που πέφτει και πάλι επάνω μου και βάφει τα έως τώρα άχρωμα φτερά μου. Νιώθω τις ακτίνες να μου σκανε ζεστά φιλιά: ζεστά υπέροχα φιλιά που αποτυπώνονται σαν κίτρινες πλατιές κηλίδες στα φτερά μου.

Είμαι πολύ περήφανη για τα φτερά μου. Κάθομαι επάνω σε ένα πλατύ φύλλο και τα κινώ νευρικά για να στεγνώσουν.
Ανυπομονώ.
Θέλω να πετάξω, η υγρασία των φτερών μου, όμως, ακόμη τα βαράινει.

Νομίζω πως τώρα πια είναι όλα έτοιμα: νομίζω ότι εώ είμαι έτοιμη!




ΣΚΕΨΗ ΤΡΙΤΗ


Ποτέ δεν είχα φανταστεί πως ένα τόσο μικρό νησάκι θα μπορούσε να μοιάζει τόσο απέραντο. Πετάω εδώ και ώρες, (ή μήπως είναι μόλις μερικά λεπτά;) και δεν έχω συναντήσει το μέρος από όπου ξεκίνησα. Προσπαθώ να σταματώ λιγάκι για να παίρνω ανάσα, αλλά είμαι τόσο αναστατωμένη που αδυνατώ να καθίσω ήσυχη.

Μόλις συνάντησα μιαν άλλη πεταλούδα!
Καθόταν επάνω σε ένα μπουμπουκάκι και μένα μου φαινόταν αστείο που μια πανέμορφη πεταλούδα είχε διαλέξει ένα τόσο μικρό κι ασήμαντο μπουμπούκι. Μια χρυσόμυγα, που έτυχε να πετά εκεί κοντά, μου εξήγησε ότι το ίδιο θα έπρεπε να κάνω κι εγώ, αν δεν θα’ θελα να μείνω άστεγη τη νύχτα. Όμως, συνέχισε, θα έπρεπε πράγματι να είναι μικρό και άχαρο, επειδή τα ανθισμένα λουλούδια είναι συνήθως ζηλιάρικα και δεν θέλουν να κουβαλούν στο κεφάλι τους μια πεταλούδα που είναι πιο όμορφη από αυτά. Μα, γιατί, ήθελα να ρωτήσω, όμως πάνω στην προσπάθειά μου μπερδεύτηκα στην προβοσκίδα μου και η χρυσόμυγα τρόμαξε και πέταξε μακρυά.

Τώρα κατάλαβα ότι οι πεταλούδες δεν μπορούν να θέτουν ερωτήσεις.


προς επόμενες σκέψεις

Sunday, September 30, 2007

Οι σκέψεις μιας πεταλούδας - 1


Το παραδέχομαι, μάλλον με έχει πιάσει τεμπελιά εν μέσω της τρέλλας των ημερών ή είναι απλώς αντίδραση, αλλά μιας και ακόμη δεν λέω να ανεβάσω Ανεμώνη ή Μ+Ζ+Ι ανοίγω το σεντούκι μου και αυτήν τη φορά...

ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΑΡΧΗ…

Εάν μπορούσα θα στο φώναζα.
Εάν μπορούσα θα το έγραφα στο πιο ψηλό βουνό και θα το τσούλαγα στο γκρεμό, γιανά γίνει χιονοστοιβάδα και να’ ρθεί και να σε ταρακουνήσει, να σε ξυπνήσει, να σε κάνει να με δεις και να με ακούσεις.

Εάν μπορούσα θα το έκανα νόμο το να με αγαπάς και να με φροντίζεις, να με φιλάς και να με τονώνεις και να είσαι δίπλα μου.

Εάν μπορούσα ίσως να ερχόμουν και να σού ‘σκαγα ένα φιλί, γλυκά και πεταχτά, για να σε δω να μένεις κοκκαλωμένος στη μέση του δρόμου.



Όμως δεν μπορώ.
Δεν μπορώ να το φωνάξω, δεν μπορώ να το κάνω χιονοστοιβάδα, ούτε νόμο, ούτε φιλί…


Μπορώ μονάχα να σε βλέπω να έρχεσαι και να φεύγεις, να γυρνάς για να επιστρέψεις αλλού και να κρύβομαι από το απορημένο σου βλέμμα, σκύβοντας το αναψοκοκκινισμένο κεφάλι μου μέσα στο βιβλίο που κρατάω και να σε διώχνω κοιτώντας σε ξαφνικά με μιαν θυμωμένη απάθεια, μια θλιβερή μάσκα, ανεξίτηλο σημάδι κάποιας παλιάς και άχαρης κωμωδίας.

Το μόνο που μπορώ, είναι να σε βλέπω να φεύγεις τελικά ολοένα και πιο μακρυά, μέχρι που χάνεσαι, μαύρη κουκκίδα σε λευκό χαρτί, που σβήνεται από το καυτό, μοναχικό μου δάκρυ…






ΣΚΕΨΗ ΠΡΩΤΗ


Σήμερα θα ήθελα να ήμουν σε ένα νησί. Σε ένα νησί που θα ήταν πολύ πολύ μακρυά από εδώ. Σε ένα νησί έρημο, χωρίς κόσμο ή όνομα.

Θα ήμουν μόνη. Το νησί θα το αγκάλιαζε ένας καθαρός, γαλανός ουρανός και μια βαθιά, μυστηριώδης θάλασσα.

Τώρα που το σκέφτομαι θα ήθελα να έχει πολλά και μεγάλα, ναι θα έλεγα τεράστια ζώα και φυτά. Εγώ όμως, θα ήθελα να ήμουν πολύ μικρή: σαν πεταλούδα. Ίσως όχι απαραίτητα τόσο όμορφη, όσο συνηθίζουν να είναι οι πεταλούδες. Θα ήθελα, όμως, να μπορούσα να μην έχω πια ούτε σκέψεις, ούτε αναμνήσεις, ούτε συναισθήματα: ανέκαθεν ήταν ένα περιττό βάρος στην καρδιά μου, σαν θλιβερή τιμωρία.

Σήμερα θα ήθελα να ήμουν σε ένα νησί πολύ πολύ μακρυά από εδώ και εγώ θα ήθελα να ήμουν μια μικρούλα πεταλούδα. Μια μικρή περίεργη πεταλούδα που θα κοιτούσε αγνάντευε ασταμάτητα τη θάλασσα και τα καράβια της. Κρυμμένη στην αγκαλιά του νησιού

Αχ, πόσο θα ‘θελα να 'μουν σήμερα σε ένα μακρινό νησί και να είμαι μικρή, μικρούτσικη πεταλούδα, μια ευτυχισμένη πεταλούδα που θα χάριζε σε εκείνα τα καράβια όλα της τα όνειρα που είναι σε θέση μια πεταλούδα να δει στη σύντομη κι ασήμαντη ζωή της.

προς επόμενες σκέψεις

Friday, September 28, 2007

Η ιστορία της πέτρας που έπεφτε


Σήμερα θα σας διηγηθώ την ιστορία της πέτρας που έπεφτε.

Μια ιστορία ανούσια, ούτε μεγάλη ούτε πολυσύνθετη, χωρίς πρόσωπα, χωρίς γεγονότα, χωρίς περιγραφές.

Είναι η ιστορία μιας πέτρας που πέφτει, πέφτει, πέφτει και πέφτει…

Δεν ξέρει προς τα πού, δεν ξέρει γιατί, δεν ξέρει πώς βρέθηκε σε αυτήν την κατάσταση…
Το μόνο που καταλαβαίνει είναι αυτό: ότι πέφτει.

Κι όμως, αν δεν ήταν παρά μια απλή μικρή πέτρα θα διαπιστώναμε ένα χαμόγελο:
το πικρό, παγωμένο χαμόγελο της αγωνίας, στο στενό της κορμάκι.


[από το σεντούκι μου, 2001]

Wednesday, September 26, 2007

"Der Schwarm" von Frank Schätzing




Μόλις το τελείωσα και ομολογώ ότι είμαι ακόμη εκεί, μέσα στα βάθη του ωκεανού, παρασυρμένη από ρεύματα, μαγεμένη από τα υπέροχα πλάσματα αυτού του υποβρύχιου κόσμου, ένα βιβλίο-τέρας 989 σελίδων, μαζί με τις ευχαριστίες -οι τελευταίες γραμμένες με τρόπο άμεσο και ευχάριστο και ας εκτείνονται σε δύο πυκνογραμμένες σελίδες!!!-, ένα έργο που με καθήλωσε γιατί είναι ενδιαφέρον, με ένταση και ροή, με πλοκή σε προσωπικό επίπεδο αλλά και πολλή πολλή επιστημονική έρευνα και μεράκι...
Δεν διαβάζω εύκολα μπεστ-σέλερ, πόσο μάλλον, όταν το διαφήμιζαν, στη Γερμανία, ως το θρίλερ της χρονιάς [2004].
Εγώ το διάβασα φέτος, την 13. έκδοσή του και δεν το μετάνιωσα καθόλου...

Δεν ήταν μονάχα το υποβλητικό εξώφυλλό του που μου κίνησε το ενδιαφέρον, ούτε μονάχα ο τίτλος του, το πρωτοείδα με τον ελληνικό με τίτλο "το Σμήνος" -τίτλο για τον οποίο έχω σοβαρές ενστάσεις-, αλλά κι ο τρόπος που μου το περιέγραψαν -κι ας μου μαρτύρησαν σημαντικότατο στοιχείο προτού καν προλάβω να αγοράσω το αντίτυπό μου- τέλος πάντων, ο ρυθμός που έβλεπα να καταβροχθίζουν τις σελίδες.

Με κέρδισε από την πρώτη σελίδα. Μου αρέσει να δίνω χρόνο στον συγγραφέα να πλάθει τον κόσμο του, λίγες φορές, ελάχιστες έχω χάσει πραγματικά την υπομονή μου, κάποιες φορές έφταιγε η μετάφραση, άλλες φορές η περίοδος που το άρχιζα, και κάποτε το ίδιο το βιβλίο που δεν κολλάγαμε τελικά.

Αλλά βρε παιδιά, γιατί το μετέφρασαν "το σμήνος"; Ο Μπαμπινιώτης το λέει καθαρά "πυκνή ομάδα ε ν τ ό μ ω ν ή π ο υ λ ι ώ ν που βρίσκονται σε κίνηση", και όμως, το βιβλίο αυτό είναι μια εκατό τοις εκατό θαλάσσια ιστορία, οτιδήποτε "κοπαδιαστό" υπάρχει εκεί μέσα προέρχεται από τη θάλασσα και μόνο...
Ή μήπως όχι;;;;

Ναι, φυσικά, der Schwarm μπορεί να είναι κ α ι το σμήνος αλλά όχι μόνο... χρησιμοποιείται και για ομάδες θαλάσσιων οργανισμών, κάτι που δεν καλύπτει η ελληνική μετάφραση...

Οκ, μπορεί η λέξη "κοπάδι" να μην είναι τόσο εύηχη, αλλά ίσως να απέδιδε πιστότερα τον γερμανικό τίτλο...

Δεν είναι ότι κολλάω σε μία λέξη, είναι που ο τίτλος είναι το όνομα του βιβλίου, μέρος της ταυτότητάς του, αυτό που ο συγγραφέας επέλεξε για να το χαρακτηρίζει, είναι θέμα ευαίσθητο και λεπτό και καμιά φορά, όντως, δύσκολο στην απόδοσή του...

Τώρα λένε το γυρίζουν ταινία. Δύσκολο εγχείρημα γιατί... τέλος πάντων όποιος το διαβάσει θα το καταλάβει. Φοβάμαι όμως, ότι απλώς θα δώσει μια ιδέα του τι είναι η ιστορία του... Όπως γίνεται σχεδόν πάντα...

-------------------------------------------------------------------------
ΥΓ Αν το βιβλίο ήταν λιγότερες σελίδες θα το ξαναδιάβαζα, στα ελληνικά: πολύ θα ήθελα να δω πώς χρησιμοποιεί τη λέξη εντός του κειμένου... αλλά 1000 σελίδες είναι πάάάάρα πολλές...

Monday, September 24, 2007

Σούπερ Μάρκετ



Πάρκαρα το αυτοκίνητο στο κίτρινο γκαράζ, το κάτω κάτω -κακός οιωνός, οι δυο πάνω όροφοι γεμάτοι, άρα οι διάδρομοι θα στέναζαν από τα καροτσάκια, τα ράφια ενδεχομένως να είχαν αρχίσει να ξαλαφρώνουν- και πήγα να πάρω ένα καρότσι.
Άνοιξα το πορτοφόλι μου, αλλά το ευρώ ξέφυγε από τη χούφτα μου και άρχισε να τσουλάει. "Να πάρει" σκέφτηκα, "ωραία αρχίσαμε!" και άρχισα να το κυνηγώ.
Τα μάτια μου καρφωμένα πάνω του, εκείνο να τσουλά μπροστά κι εγώ να αδυνατώ να το φτάσω, το άτιμο, είχε βρει κατηφορίτσα και επιτάχυνε. Ξάφνου ένοιωσα φώτα να στρέφονται επάνω μου, ένα αυτοκίνητο ερχόταν προς το μέρος μου, κι εγώ αντί να αποτραβηχτώ στην άκρη, έδωσα μια και το πάτησα. Δυστυχώς το ευρώ μου μόλις είχε μπει σε μια λακκουβίτσα, θα έπεφτε ούτως ή άλλως πια, η λακκουβίτσα ήταν σα βαθειά λίμνη για εκείνο και αδυνατούσε να την περάσει, αλλά εγώ ακάθεκτη, ήθελα να το πιάσω, να το μαγκώσω.

Τώρα πιτσιλισμένη μέχρι τα γόνατα, η λακκούβα ήταν πράγματι γεμάτη νερό, κρατούσα το λασπωμένο μου ευρώ ευτυχής, όχι που το είχα πιάσει, αλλά που δεν με είχε πατήσει το αυτοκίνητο. Τελευταία στιγμή άκουσα τα φρένα να στριγκλίζουν, την οδηγό που έβριζε...

Είχα χάσει χρόνο. Πολύτιμο χρόνο, είχα χάσει και το τελευταίο καρότσι -πράγματι, το σούπερ μάρκετ πρέπει να έβριθε από κόσμο- χρειάστηκα άλλα τρία λεπτά μέχρι να βρω επιτέλους ένα που είχε απομείνει δεμένο από την αλυσίδα του σε μια γωνιά.

Προσεκτικά τοποθέτησα το ευρώ κι ανέβηκα τους κυλιόμενους διαδρόμους που θα με οδηγούσαν εκεί, στο σούπερ μάρκετ.

-----------------------------------------

Από την πίσω τσέπη του παντελονιού μου έβγαλα τη λίστα με τα ψώνια. Τελευταία όλο και ξεχνούσα κάποια πράγματα, λες και αρνιόμουν να παραδεχτώ ότι μου έλειπαν, ότι τα είχα ανάγκη. Έριξα μια γρήγορη ματιά και μετά προσπάθησα να θυμηθώ πού θα τα έβρισκα. Σήμερα ήμουν απολύτως αποφασισμένη να αγοράσω μονάχα όσα περιέχονταν σε αυτήν, και να μη φύγω με ούτε ένα πράγμα λιγότερο.

Κοίταξα λοιπόν προσεκτικά και διάβασα: "χαρά". Ναι, από ό,τι θυμόμουν, αυτήν την έβρισκε κανείς εκεί στο διάδρομο μετά τα καλλυντικά και πριν τις πάνες, "χαρά, χαρά" μουρμούριζα, το σπίτι μου είχε αδειάσει από αυτήν, αν είχαν μείνει καμιά δυο συσκευασίες ακόμη, και τώρα πάλευα να τη βρω: παντού καροτσάκια, κόσμος που έσπρωχνε μπροστά του βουνά από προϊόντα, ρώτησα μια πωλήτρια, μου απάντησε ότι ίσως να είχαν μείνει μερικές πολυσυσκευασίες στον διάδρομο των προσφορών.

Έτρεξα κατά κει, ω ναι, δύο τελευταίες των πέντε είχαν απομείνει, μαζί δώρο και ένα πακέτο σερβιέτες. Κοντοστάθηκα, σερβιέτες; Μα είχα ήδη αγοράσει εφτά πακέτα τις τελευταίες εβδομάδες, τρία τότε που έδιναν μια τσάντα που σε έκανε να αισθάνεσαι πιο... πιο... κάτι τέλος πάντων,πού να θυμάμαι τώρα, και άλλες δύο με δώρο ένα φλυντζάνι, χώρια τις δύο που είχα ήδη... Μέχρι να το σκεφτώ ένας ψηλός και φαλακρός κύριος είχε πάρει ήδη τη μία. Άπλωσα το χέρι μου και έβαλα γρήγορα την άλλη στο δικό μου καρότσι, οκ λοιπόν, τώρα θα είχα οκτώ μεν αλλά θα μου έμενε η "χαρά". Και τότε κοίταξα πιο προσεκτικά και διάβασα κάτω κάτω στη συσκευασία "απομίμηση χαράς" και "πιθανόν να περιέχει ίχνη θλίψης και δακρύων". Μα φυσικά, αυτή η μάρκα ήταν η φτηνή, αλλά κι η μόνη που μπορούσα πια να βρω...

Επόμενο στη λίστα ήταν η "ηρεμία". Επειδή ήταν ακριβή, είχα μήνες να αγοράσω κανένα μπουκάλι, είμαι εκλεκτική με την "ηρεμία" είναι αλήθεια, δεν πίνω όποια κι όποια κι όταν, προτιμώ συγκεκριμένες ποικιλίες: εκεί στην κάβα, δίπλα στα ασύρτικα έπρεπε να είναι, αλλά δυστυχώς οι βάνδαλοι τα είχαν ήδη πάρει όλα.

Συνέχισα τσαντισμένη, με απομίμηση "χαράς" και χωρίς "ηρεμία" τα πράγματα δεν φαίνονταν πια και τόσο ρόδινα.

Τώρα σειρά είχε η "απόλαυση" αλλά αυτή συνδυάζεται καλύτερα με "ηρεμία" και έτσι δεν έκανα καν τον κόπο να την ψάξω.

Ξαφνικά έπεσα επάνω σε οικονομικές συσκευασίες "ξεγνοιασιάς". Μια τύπισσα είχε κόψει μερικά ψωμάκια και είχε αλείψει επάνω τους τσιγκούνικα "ξεγνοιασιά" με γεύση σκόρδο ή ντομάτα και βασιλικό, αλλά μια μύγα πηγαινοερχόταν αυθάδικα από τη μια μπουκιά στην άλλη, αν κάτι δεν μπορώ είναι οι μύγες, "όχι, λυπάμαι, δηλαδή... ευχαριστώ, αλλά δεν θα δοκιμάσω". Κρίμα που άφησα αυτήν την ατυχή συγκυρία να μου αποσπάσει την προσοχή, η προσφορά ήταν αρκούντως δελεαστική, δωρεάν 40% περσσότερο προϊόν δεν είναι λίγο, αλλά όταν μετά το συνειδητοποίησα ήμουν ήδη στον κυλιόμενο διάδρομο που με οδηγούσε στον επάνω όροφο.

Εκεί στο τμήμα των ενδυμάτων έψαξα παντού για "προστασία" στο μέγεθός μου, αλλά, καθώς ανήκω μάλλον στο μέσο όρο, υπήρχαν μονάχα κάτι πολύ φαρδιές ή πολύ στενές... Κρίμα, και στο φυλλάδιο είχε μια σκούρα μωβ που θα μου πήγαινε καταπληκτικά, "ας το καλό" σκέφτηκα, και συνέχισα να σπρώχνω άκεφα το άδειο μου καρότσι, μονάχα η απομίμηση "χαράς" με τις σερβιέτες δώρο, άσε που αυτό το καρότσι από την αρχή είχε κάποιο πρόβλημα και όλο έστριβε προς τα αριστερά, είχα αρχίσει να χάνω την υπομονή μου και τότε ακριβώς το σκέφτηκα, αυτό χρειαζόμουν φυσικά κι ας μην το είχε η λίστα: κατευθύνθηκα λοιπόν και πάλι προς τον κυλιόμενο διάδρομο και να 'μαι τώρα στο τμήμα με τα νωπά ψάρια να θέλω να αγοράσω δυο κιλά "υπομονή".
Μα εκεί τα χαρτάκια με τους αριθμούς είχαν τελειώσει, κάποιος στην προσπάθειά του να κόψει το δικό του τα είχε ξετυλίξει όλα, άλλοι προσπαθούσαν να πάρουν λίγο από την πατημένη ροζ ταινία.

Κατευθύνθηκα λοιπόν κατευθείαν στα κατεψυγμένα, βρήκα μια συσκευασία που ήθελε ζύγισμα, αλλά πηγαίνοντας προς τα εκεί ανακάλυψα ότι είχε λήξει εδώ και πέντε μήνες... Τα νεύρα μου είχαν πια αρχίσει να κουρελιάζονται επικίνδυνα θα έλεγα, αλλά είπαμε, είχα διαλέξει προφανώς τη λάθος ημέρα για ψώνια...

Ξανακοίταξα τη λίστα: "χαρά", "ηρεμία", "απόλαυση", "ξεγνοιασιά", "προστασία", "υπομονή" [που την είχα προσθέσει πλέον νοερά], προτελευταίο κάτι από "ε" που πάνω στη βιασύνη μου είχα γράψει τόσο δυσανάγνωστα πού ούτε μου θύμιζε ούτε και μου έμοιαζε με κάτι, αν ναι και "ευτυχία".

"Τώρα μάλιστα", σκέφτηκα, να δεις πού θα τη βρω... Ε, λοιπόν ήταν φαίνεται η μέρα της, γιατί τη βρήκα χύμα στα τυριά, δίπλα στα βαρέλια της φέτας, αλλά εκεί γινόταν χαμός από κόσμο και δεν είχα όρεξη να περιμένω με τις ώρες, συσκευασμένη σε μερίδες, αλλά είχε απομείνει μονάχα μία ανοιγμένη συσκευασία, από την οποία έλειπε η μισή, και κομμένη φέτες στα κατεψυγμένα, αλλά ήταν εισαγόμενη και μου φάνηκε εξαιρετικά ακριβή...

Αφού λοιπόν αδυνατούσα να αποκρυπτογραφήσω τα ίδια μου τα ιερογλυφικά, κατευθύνθηκα με το τεράστιο άδειο καρότσι μου σε ένα από τα ταμεία εξπρές. Τουλάχιστον θα τελειώνα γρήγορα...

Πράγματι, ξεμπέρδεψα αμέσως και όχι μονάχα αυτό, μαζί με τα ρέστα μου έδωσαν κι έναν λαχνό. Κούνησα ειρωνικά το κεφάλι μου στην χαμογελαστή ταμεία που με αποχαιρέτησε με ένα "ποτέ δεν ξέρει κανείς... αλλά μην ξεχάσετε να το ανοίξετε προτού φύγετε από το κατάστημα, τα δώρα εξαργυρώνονται μονάχα αυθημερόν, στο χώρο της υποδοχής".

"Ναι, καλά" σκεφτόμουνα, και έβαλα τον λαχνό μαζί με τα ρέστα στο πορτοφόλι μου. "Κατεβαίνοντας θα το ανοίξω."
Τότε με πλησίασε ένα ηλικιωμένο ζευγάρι, δυο όμορφα γερασμένα πρόσωπα, δεμένα αρμονικά μεταξύ τους. Τους κοίταζα με θαυμασμό και καμάρι κι εκείνοι τείνοντας το χέρι προσπάθησαν να μου δώσουν δύο πενηνταράκια προκειμένου να τους δώσω το άδειο μου σχεδόν καρότσι, δεν έβρισκαν κανένα εδώ και δέκα λεπτά. Γελώντας τους έδωσα πρόθυμσατο δικό μου, αφού έβγαλα τον... πολύτιμο θησαυρό μου, στα χέρια, χωρίς σακκούλα και αρνούμενη ευγενικά το αντίτιμο, μα ήταν αδύνατον να με αφήσουν να φύγω έτσι...
-----------------------------------------

Στο γκαράζ άφησα αυτό που είχα αγοράσει στη θέση του συνοδηγού και έβαλα μπροστά τη μηχανή. Και τότε θυμήθηκα τον λαχνό, που είχα μέσα στο πορτοφόλι. Έκανα να το πιάσω και την ίδια στιγμή το μετάνιωσα: σκεφτόμουν όλη αυτήν τη μάταιη προφανώς διαδρομή μέχρι "επάνω".
"Να λείπει το βύσσινο" σκέφτηκα κι έφυγα.
-----------------------------------------

Λίγες ημέρες μετά ξεκαθάριζα το πορτοφόλι από τα χαρτάκια και τις αποδείξεις που όλο και μαζεύονταν στο εσωτερικό του. Βρήκα το λαχνό, λίγο τσαλακωμένο, αλλά κλειστό, να με περιμένει. Δεν ίσχυε και σκέφτηκα να τον πετάξω. "Δοκιμάστε ξανά, θα γράφει, όπως πάντα" σκέφτηκα και έσκισα τη μια του άκρη.

Επάνω στο χαρτάκι αναγνώρισα αυτό που δεν μπορούσα να διαβάσω στη δική μου λίστα:
"Συγχαρητήρια, κερδίσατε ενός χρόνου "ελπίδα"!"

Thursday, September 20, 2007

Honeyroot - Where I Belong

ένα μικρό μουσικό διάλειμμα...

...με ένα αιώνιο ερώτημα...

Saturday, September 15, 2007

Λαιμητόμος



Ήταν πολύ απλό, γρήγορο και ανώδυνο, σχεδόν, του είχαν πει, και κόμπιασαν αρκετά όταν έλεγαν το σχεδόν. Απλώς το αποφασίζεις και προχωράς. Εκείνος τους κοιτούσε, τρομαγμένο σκυλί, στα μάτια, εκλιπαρόντας να του δοθεί η ευκαιρία να το σκεφτεί, να το αναλογιστεί επαρκώς, όσο νά 'ναι ήταν μια σημαντική απόφαση.
Η απόφαση έχει παρθεί από τα γεγονότα, απάντησε ανυπόμονα ο ένας από τους τρεις που είχαν έρθει να τον επισκεφτούν, εσείς συναινείτε για ψυχολογικούς λόγους θα έλεγα, συνέχισε με μια ειρωνική απόχρωση στη φωνή του, ενώ ταυτόχρονα κάρφωνε με το βλέμμα τον έτερο συνάδερφο που είχε μιλήσει νωρίτερα.
Η πρώτη φωνή επέμενε, γρήγορα και ανώδυνα, κάνουμε την κίνησή μας και μετά... Ναι, και μετά, τους ρώτησε. Το μετά είναι για αργότερα, απάντησε ο τρίτος με φωνή καμπάνα, πρέπει επιτέλους να ετοιμαστούμε.

Συναίνεσε; Δεν το ήξερε πια, είχε απλώς κρεμαστεί από τα λόγια-κλαδιά του πρώτου, γρήγορο και ανώδυνο και αποτελεσματικό, ναι και αυτό το είχε αναφέρει, ή μήπως πάλι όχι; Το μυαλό του έκαιγε και οι σκέψεις έλυωναν μέσα του προτού ακόμη ολοκληρωθούν, άλλες λύγισαν, άλλες κάναν ένα "μπραφ" και πάει, γίνονταν μεμιάς στάχτη.

Είχε πράγματι συναινέσει; Είχε πλυθεί και φορέσει νέα ρούχα, είχε ξυριστεί και λούσει τα μαλλιά του με φρoντίδα, κοίταξε για μια στιγμή τη μορφή του σε μια γούρνα με νερό εκεί στο προαύλιο, είδε το κεφάλι του να του χαμογελά, ένιωσε τύψεις.

Απλά και γρήγορα του είχαν πει, το αποτελεσματικά μάλλον θα το είχε φανταστεί αλλά εκεί στο προαύλιο, τίποτε δεν έδειχνε να έχουν προετοιμαστεί για αυτό που τον περίμενε. Ησυχία, ηρεμία. Τέτοια ώρα νωρίς το πρωί περίμενε μια κινητικότητα, λίγη φασαρία. Τίποτε.

Και τότε ήρθαν τέσσερις και τον έπιασαν από τα χέρια και τα πόδια, μα γιατί αφού δεν αντιστέκομαι, ήθελε να φωνάξει, να 'μαι στέκομαι εδώ πειθήνιος, έχω συναινέσει, τον έπιασαν από τα χέρια και τα πόδια και τον έδεσαν, τον πεδίκλωσαν μέσα σε ένα λεπτό. Στο κεφάλι τού φόρεσαν ένα σακί, όχι, βγάλτε το, βγάλτε το από πάνω μου, φώναζε, πνίγομαι, θέλω να βλέπω, θέλω να νιώθω στο πρόσωπό μου το πρωινό αεράκι, μάταια, ριγμένος επάνω σε ένα κάρο, πεταμένος εκείνος ο πλυμένος και καθαρός, επάνω στο βρώμικο κάρο, ένιωσε τη μπόχα από κάτουρο και τρόμο, όλων όσων είχαν βρεθεί εκεί πριν από αυτόν να του χτυπά τη μύτη.
Λιποθύμησε.

Ξύπνησε από τις φωνές και τα γιουχαϊσματα, νόμιζε, ή απλώς επειδή είχε πια συνηθίσει τη δυσωδία, αλλά έμεινε εκεί κάτω, κουκουλωμένος και κουλουριασμένος από φόβο, το σακί του έκλεινε πάντοτε τα μάτια, και ένιωθε να τον χτυπούν πέτρες σε όλο του το σώμα. Αυτό είχε διαλέξει;
Το κάρο σταμάτησε και ένιωσε να τον τραβούν έξω. Άκουσε βήματα, άκουσε μεταξύ αυτών και τα δικά του βήματα, να ανεβαίνουν ξύλινα σκαλιά. Ο κόσμος πάντοτε παρόν, τον μύριζε, τον άκουγε, τον ένιωθε παρόλο που πια κανείς δεν τολμούσε να του ρίξει άλλες πέτρες.

Τη βγάζω ή όχι, άκουσε μια πνιχτή φωνή. Κανείς δεν απάντησε. Σε σένα μιλάω, τη βγάζω ή όχι. Κατάλαβε. Σε εκείνον το έλεγε. Ναι, παρακαλώ απάντησε με μια αταίριαστη για το μέρος ευγένεια.

Την είδε. Εκεί ψηλή, αγέρωχη, με την καλογυαλισμένη λάμα να στέκεται φάρος θανατηφόρος μέσα στο πλήθος.
Γύρισε και έψαξε στο πλήθος, αλλά αυτό είχε γίνει ένα στόμα, δύο μόνο αγριεμένα μάτια, με εκατοντάδες απειλητικά χέρια.

Βλέπετε, του είπε η δεύτερη φωνή από τη χθεσινή ημέρα: η απόφαση έχει παρθεί από τα γεγονότα. Τον κοίταξε με φόβο, ποτέ δεν είχε συναινέσει.

Σήκωσε το κεφάλι του και κοίταξε τον ουρανό, ρούφηξε το βαθύ γαλάζιο του χρώμα, αγάπησε το σύννεφο που περνούσε εκείνη την ώρα και έτρεχε κατά τον Νότο.

Ζητησε να του λύσουν τα χέρια, αλλά το αρνήθηκαν, ζήτησε να πιει λίγο νερό, αλλά κανείς δεν είχε φέρει μαζί του. Ζήτησε να προσευχηθεί. Του έδωσαν μονάχα δυο στιγμές. Και όμως, πρόλαβε να τα πει όλα.

Είχε έρθει η ώρα. Χαμήλωσε το βλέμμα, φυλακίζοντας μέσα του όλο εκείνο το γαλάζιο, τώρα πια θα έβλεπε μονάχα ξύλινο δάπεδο...

Πλησίασε και γονάτισε μπροστά της. Έγειρε το κεφάλι, το πέρασε πάνω από το κοίλο ξύλο.

Γρήγορα και ανώδυνα θα τελείωναν όλα.

Άκουσε τη λάμα να ξεκινάει με ορμή από πάνω του. Γιατίγιατίαργούσετόσο;γρήγορακιανώδυναείχανπειοτιθαέκαναν.
Τομετάνιωσαδενθέλωνασυναινέσωήθελεναουρλιάξει.

Η λάμα κατέβαινε πάντοτε με αστραπιαία ταχύτητα, μονάχα η απόσταση έμοιαζε να είχε μεγαλώσει απίστευτα.

Δενκαταλαβαίνω,ένιωσετομυαλότουναπροσπαθείνασκεφτεί
μαήτανμιαπύρινημπάλα,βοήθεια,φώναζεηκαρδιάτουτρελλή
απόαγωνίακαιφόβο,δενκαταλαβαίνω,έπρεπεόλαναείναιγρή
γορακιανώδυνα,θεέμουγιατίστριφογυρίζουνόλα;ταμάτια
μουέμεινανανοιχτάναχάσκουν,καιτοκεφάλιμουκυλά,γρήγορα
καιανώδυναείχανπει,γρήγορακαιανώδ...

_________________________________________________

ΥΓ Αφιερωμένο σε όλες τις αποφάσεις που παίρνονται "ερήμην μας".
Αφιερωμένο σε όλες τις αποφάσεις που παίρνονται από εμάς για άλλους.
Αφιερωμένο στον Ναυτίλο που μαζί πρέπει να λάβουμε αυτήν την εβδομάδα απόφαση για
το πιο μικρό μικρό μας...
Αφιερωμένο σε αυτόν τον φόβο που προσπαθώ να ξορκίσω.

ΥΓ2 Όχι, αυτό ΔΕΝ είναι ένα εκλογικό ποστ...

Friday, September 7, 2007

Χίμαιρα


"the young family", Patricia Piccinini, Venice Biennale, 2003



Τελικά δεν μπορούσε να βολευτεί πουθενά.
Όπως κι αν γυρνούσε το κορμί του του ήταν αδύνατο να βρει τρόπο να το «δέσει» με το στρώμα, να μπορέσει να ησυχάσει για να κοιμηθεί.
Τα ίδια εδώ και μια ολόκληρη εβδομάδα που αυτό το πράγμα είχε αρχίσει να φουσκώνει και να σκληραίνει…

Γύρισε και πάλι στο πλάι, αλλά τώρα πια οι ώμοι του σαν να είχανε φαρδύνει υπερβολικά και το κεφάλι του χρειαζόταν τρία μαξιλάρια για να βρει τρόπο να ακουμπήσει.
Τίποτε.

Προσπάθησε να γυρίσει από την άλλη πλευρά αλλά και πάλι μάταιος κόπος: δεν μπορούσε να γυρίσει πολύ εύκολα, άσε που η ουρά του είχε μακρύνει κι αυτή τελευταία και όλο και μπλεκόταν. Προχτές πάλι την πάτησε στο μπάνιο και ξαφνιάστηκε τόσο που τελικά έχασε την ισορροπία του και έπεσε ανάσκελα.

Τότε ήταν που παρατήρησε και την καμπούρα. Μέρες παιδευόταν αλλά ποτέ δεν είχε φανταστεί ότι μπορεί να έφταιγε η πλάτη του. Στάθηκε τότε στον καθρέφτη, αυτόν τον τριπλό και την είδε.

Από εχθές όμως, είχε αρχίσει να αποκτά ένα πρασινωπό χρώμα και να διαγράφονται κάτω από το δέρμα του κάτι σα μεγάλες φολίδες, κάτι σαν πλάκες.

Έκανε να ξύσει την πλάτη του αλλά οι οπλές του τραυμάτισαν την πλάτη του. Το δέρμα έπεσε σαν ξερό φύλλο σε εκείνο το σημείο και να, φάνηκε πράγματι μια γυαλιστερή σκληρή πλάκα, σαν κομμάτι από καύκαλο χελώνας.

Είχε συνηθίσει στα απρόοπτα, αλλά αυτό παραπήγαινε. Έστειλε φωνητικό μήνυμα την Δ.Ε.Α-Ζ.Α αλλά κανείς δεν απάντησε.
Ξεφύσηξε από τα φαρδιά ρουθούνια του μουσουδιού του και κοίταξε τριγύρω του για τη συσκευή έκτακτης ανάγκης.
Κάθε Α-Ζ.Α είχε και από μία τέτοια συσκευή, την οποία όφειλε να προσέχει ως κόρη οφθαλμού μεν, αλλά δεν επιτρεπόταν να τη χρησιμοποιήσει για ψύλλου πήδημα δε...
Όλες τους είχαν δορυφορική κάλυψη εκτός από τη δική του: ήταν παλιά και συνδεδεμένη με έναν επίσης παλιό και ξεχασμένο δορυφόρο που μάλλον είχε ξεχαστεί εκεί πάνω.
Εκείνος, όμως, δεν το γνώριζε, ποτέ ως τώρα δεν είχε νιώσει την ανάγκη να τη χρησιμοποιήσει.

Ποτέ ως τώρα δεν είχε νιώσει φόβο...

Πήγε να πατήσει το κόκκινο κουμπί αυτόματης κλήσης αλλά κάτι μέσα του τον απέτρεπε. Αν ήξερε καλύτερα θα γνώριζε ότι το τσιπάκι που είχε εμφυτευμένο δημιουργούσε τεχνητή ταχυπαλμία και κρίσεις ελαφρού πανικού, όποτε στην εμβέλειά του έμπαινε αυτή η συσκευή, για να πείθονται οι Α-Ζ.Α, που πολλές φορές έδειχναν μειωμένη αντιληπτική ικανότητα ή απλώς ανωριμότητα μικρού παιδιού ανθρώπου, να μην παίζουν με τη συχνότητα εκτάκτου ανάγκης.

Αυτό το τσιπάκι το είχαν αναπτύξει από τότε που δημιουργήθηκε αυτός, Α-Ζ.Α 5ης γενιάς, πολύ εξελιγμένος 22 χρόνια πριν, τώρα ένα από τα ελάχιστα απομεινάρια.

Απορούσε συχνά που δεν έβλεπε τους άλλους Α-Ζ.Α, της γενιάς του: οι περισσότεροι είχαν πεθάνει μιας και σε πολλές περιπτώσεις ως τώρα οι επιστήμονες δεν είχαν καταφέρει να... ενεργοποιήσουν στο άτομο το ανθρώπινο βιολογικό κύκλο, οπότε και το Α-Ζ.Α πέθαινε συνήθως στην ηλικία του ζωϊκού μέρους της υπόστασής του.

Ευτυχώς εκείνος δεν ήταν Α-Ζ.Α 1ης γενιάς, εκείνα είχαν κυρίως στοιχεία από κουνέλια και ποντίκια, ακόμη και με τα πιο προηγμένα φάρμακα και σκευάσματα, κανένα δεν είχε καταφέρει να συμπληρώσει περισσότερα από έξι χρόνια ζωής, κι ας είχαν γίνει μεγαλόσωμα. Επιπλέον ήταν στείρα και έτσι οι επιστήμονες δεν έμαθαν ποτέ μήπως κάποια στοιχεία θα άλλαζαν σε απευθείας 2ης γενιάς απογόνους.

Η 2η και 3η τεχνητή γενιά ήταν επίσης στείρες αλλά καθώς στο παιχνίδι έμπαιναν και πιο μεγαλόσωμα ζώα ή άλλα με μεγαλύτερο κύκλο ζωής τα νέα Ανθρωπό-Ζωα Άτομα, κοινώς Α-Ζ.Α, έφταναν αισίως και τα 25 και πλέον έτη ζωής.

Η 4η γενιά ονομάστηκε η γενιά Φ., από τη λέξη φιάσκο, και εξουδετερώθηκε όλα μετά από πολύμηνη αναζήτηση και ανθρωποζωοκυνηγητό: αν και όλα έδειχναν ότι μάλλον θα έσπαγαν το φράγμα των 35 ή και των 40 ετών ζωής, λόγω της υπερδραστήριας σεξουαλικής ζωής τους αυτά τα Α-Ζ.Α. ήταν τα πρώτα και τελευταία γόνιμα άτομα, μιας και είχαν αρχίσει να γεννιούνται ανεξέλεγκτα διαφόρων ειδών και επιμειξιών άτομα, με επικίνδυνα ή και αντικρουόμενα χαρακτηριστικά.

Τότε η επιστημονική κοινότητα είχε δεχθεί ένα ισχυρότατο πλήγμα, καθώς αδυνατούσε πλέον να ελέγξει την παραγωγή των νέων ατόμων: οι εγκυμοσύνες ακολουθούσαν αυτόνομους κύκλους, από λίγες εβδομάδες έως καμιά φορά τα τρία έτη, και τα άτομα που έρχονταν στον κόσμο ήταν άνευ τσιπ εντοπισμού και ρύθμισης με αποτέλεσμα να αποτελούν έναν θανάσιμο κοινωνικό κίνδυνο.

Μέχρι σήμερα λέγεται ότι κάποια Α-Ζ.Α είχαν καταφέρει να καταφύγουν σε απόκρημνα ή απομονωμένα μέρη, αλλά αν επέζησε κάποιο τότε μονάχα από αυτά που δεν είχαν σύστημα εντοπισμού, μιας και όλα τα άλλα φαίνονταν αμέσως μέσω δορυφόρου. [Όσα Α-Ζ.Α είχαν επιχειρήσει να αφαιρέσουν αυτό το τσιπ πέθαναν από ακατάσχετη αιμορραγία, μιας και καθένα από αυτά ήταν εφοδιασμένα με μίνι βιοβόμβα που έσκαγε μέσα στον οργανισμό, σε περίπτωση μη... νόμιμης αφαίρεσης]

Έτσι λοιπόν δημιουργήθηκαν τα Α-Ζ.Α. 5ης γενιάς, δυνατότερα, ευφέστερα με πολλή μεγαλύτερο κύκλο ζωής, ήλπιζαν -μιας και είχαν πολλά γενετικά στοιχεία από χελώνες και κοράκια- αλλά φυσικά στείρα.
[Τότε είχε θεωρηθεί μια σημαντική ήττα, η μη ικανότητα αναπαραγωγής.
Σήμερα φυσικά, καθένας γελάει με αυτήν την ανόητη άποψη, όλοι γνωρίζουμε πόσο φτηνή και συμφέρουσα είναι η παραγωγή τέτοιων ατόμων, ώστε κανείς δεν θέτει τέτοιο θέμα πλέον...]

Κι όμως, αυτά τα Α-Ζ.Α αποδείχτηκαν Δούρειοι Ίπποι ασθενειών και παθήσεων, μονάχα ένα στα εκατό κατάφερε να ξεπεράσει τα 18 έτη ζωής. Ήταν ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα του κλάδου: ένας τύφλα από το μεθύσι ερευνητής είχε ρίξει στα περισσότερα δείγματα ωρίμανσης, όπως λέγονταν οι τεχνητές μήτρες, βιολογικό υλικό λιβελούλας με αποτέλεσμα -χωρίς κανείς να γνωρίζει γιατί- να επηρρεαστεί ανεπανόρθωτα ο βιολογικός τους κύκλος.

Εκείνος όμως, ήταν από τους τυχερούς, σε αυτόν δεν έπεσε σταγόνα, μιας και μετά από κάποια ώρα ο μεθυσμένος ερευνητής ήπιε λίγο από το διάλυμμα και αφού έπαθε ένα ισχυρό αλλεργικό σοκ, έπεσε τέζα στον κεντρικό διάδρομο της κεντρικής αίθουσας ωρίμανσης του κτηρίου Υ34Ρ.

Και τώρα όμως αντιμετώπιζε ένα σοβαρότατο πρόβλημα: τώρα στα 22 χρόνια ύπαρξής του, η αλλόκοτη μορφή του άρχισε να αλλάζει κι άλλο και μάλιστα σε καθημερινή βάση. Ρουθουνίζοντας θυμωμένα προσπάθησε να ξαναστείλει φωνητικό μήνυμα στην Δ.Ε.Α-Ζ.Α, την Διεθνή Ένωση Ανθρωπό-Ζωων Ατόμων. Από το μεγαφωνάκι πάνω στην οροφή ακούστηκε μια απότομη μηχανική φωνή:

-"Παρακαλώ, δώστε αριθμό γενιάς και κωδικό πιστότητας."

Γελοίος έλεγχος, σαφώς και γνώριζαν από πού τους καλούσε ποιος, ήταν όμως ένας πρώτος τρόπος για να ανιχνευτούν νοητικές ή ψυχολογικές διαταραχές

-"Α-Ζ.Α 5ης γενιάς, Υ34Ρ τομέας 62,ΙΙ, σειρά Σ."

-"Κωδικός δεκτός. Αναφέρατε το πρόβλημα."

-"Χρειάζομαι επειγόντως τον υπεύθυνο ερευνητή βάσης", όπως ονομαζόταν ο υπεύθυνος της βάρδιας.

-"Βαθμός σοβαρότητας;"

-"Ίσως Α, υπάρχει συνεχής μεταβολή εδώ και περισσότερο από μια εβδομάδα"

-"Μείνετε εκεί και περιμένετε" επέμεινε πάντοτε το ίδιο μηχανικά κι απότομα η ίδια φωνή. "Σε λίγο θα καταφθάσει απόσπασμα επιθεώρησης"

[...]





ΥΓ Σήμερα το πρωί διάβασα ότι εγκρίθηκε στη Βρετανία η έρευνα σε ανθρώπινα-ζωικά έμβρυα. Και ότι δεν θα αναπτύσσονται για περισσότερες από 2 εβδομάδες.
Ακόμη κι έτσι, ένιωσα λίγο σα να βρέθηκα στο νησί του Δρ Μορό...
Δεν ξέρω.
Αυτή η ιστορία γεννήθηκε απλά έτσι σήμερα, μονορούφι.
Δίνω τη σκυτάλη σε όποιο φιλαράκι θέλει να της δώσει ό,τι τέλος θέλει, αν θέλει...

Περιμένω τις δικές σας αντιδράσεις...

Καλή σας νύχτα...


______________________________________________________

α΄εκδοχή από Μάρκο, μέσα στα σχόλια
β΄εκδοχή από Equilibrium στο
μπλογκ του


σας ευχαριστώ για τη συμμετοχή και τις υπέροχες εκδοχές σας...

Thursday, September 6, 2007

ΣΗΜΑΝΤΙΚΕΣ ΔΙΕΥΚΡΙΝΙΣΕΙΣ...

To παρακάτω είναι αυτούσιο το σχόλιο που άφησε η ameno σε προηγούμενο ποστ μου. Φοβούμενη ότι τώρα πια ίσως να μην το δει κανείς σπεύδω να το... αναδημοσιεύσω σε πιο καλό σημείο

μην ξεχνάμε, τα πράγματα δεν είναι πολύ καλά για όσους έχουν πληγεί...




Η ameno είπε...


Μπορούμε να εμπιστευτούμε ιδρύματα και οργανώσεις που πράγματι με αποδείξεις διανέμουν τα όσα προσφέρονται. Επίσης ήθελα να τονίσω πως όποιος έχει την ευχαρίστηση να στείλει ρουχισμό καλό θα είναι να ετοιμάσει κούτες που να περιγράφουν τι περιέχουν, βοηθάει πολύ στην καταγραφή και δεν χάνετε χρόνος απο τους εθελοντές για να τα τακτοποιούν ανα κατηγορία. Παράκληση: Στα γυναικεία ρούχα βάλτε και σερβιέτες, έχουν έλλειψη!! Στα αντρικά ξυραφάκια!! Επίσης, υπάρχει ανάγκη σε απορρυπαντικά, σαμπουάν και σαπούνια. Τα γάλατα δεν είναι ποτέ αρκετά!! Είναι ένα είδος τροφής που παρασκευάζετε εύκολα εφόσον υπάρχει έλλειψη εξοπλισμού και είναι απαραίτητο για την αποβολή των τοξινών που έχει περιέλθει μέσω του καπνού στους κατοίκους των πληγουσσών περιοχών! Ακόμη, μπορείτε να στείλετε και ζωοτροφές!! 1 κιλό βρώμης ή σιτάρι είναι επίσης πολύτιμα!!! Ακόμη, για τα μωρά χρειάζονται πάνες και παιδικές τροφές!! Υπάρχουν μωρά που δεν μπορούν να φάνε μακαρόνια και ρύζι!! Και κάτι ακόμα: Εσώρουχα!! Προτιμήστε μα διαθέσετε ένα μικρό ποσό και να αγοράσετε 2 εσώρουχα!! Όλοι στέλνουν μπλούζες και παντελόνια!!! Θα μπορούσα αν θέλετε να σας ενημερώνω για την κατάσταση λόγου άμεσης επαφής με τις περιοχές.
Ως άνθρωπος θα ήθελα να ευχαριστήσω τους προσκόπους και να ζητήσω απο τους γονείς να προτρέπουν τα παιδία τους να γράφονται στους προσκόπους!! Η προσφορά τους είναι πολύτιμη σε παρόμοιες καταστάσεις. Έχουν πολύ καλή οργανωτική διάθεση και γλυκύτατες καρδούλες!! Ευχαριστώ!!
ΑΑΑ!! αν ανησυχείτε για το αν η βοήθεια θα φτάσει σε εκείνους που τη χρειάζονται μαζευτείτε παρέες - παρέες και με κάποιο εθελοντικό αυτοκίνητο και κάποιοι απο εσάς μετέβητε στα χωρία που χρίζουν βοηθείας , σε συνεργασία με τους εθελοντές που βρίσκονται εκεί, μοιράστε τα πράγματα!!
Ευχαριστώ!!!
ζωή μου, συγνώμη που χάθηκα αλλά προσπαθούσα να διαθέσω τον λιγοστό μου χρόνο σε εκείνους που είχαν ανάγκη... Έπρεπε να οργανωθούμε!!!

September 6, 2007 12:50 PM


Ameno σε ευχαριστώ πολύ

Tuesday, September 4, 2007

ΑΝΩΡΘΩΓΡΑΦΦΥΑ



Αππό αιχθέσ φωββάμε,
φωββάμε πωλή ώττι θα κσανακκηλοίσσω,
ώττι θα κσανακκηλοίσσω στεις μάβραις σκαίπσης μου,
στυν απεσσειωδωκσία,
στοιν παρρέτισσει
στιν αμμυχανοία

ώττι θα σαι κειττό κε θα μαιτρό πώσσους μείνες οίσε κωντά μου.
κε θα αφουγγράζζωμε τι ζοεί που ακκώμυ ανναβλίζοι κριστάληνυ κε διννατεί αππώ μαίσσα σου κε μάττεα θα πρωσσπαθό να μανταίπσο πώσω ακώμι...

δαιν τωλμώ ούτται να το γράπσω, αλά δαιν ανταίχο κε ώλη τι σειωπί που ω φώβως θαίλη να μου αιππειβάλοι.

Οίννε δίσκωλω κε ώμμος πραίπποι να δαιχθό ώττι αφτώ που σαι στιχυόνοι ίνε αικοί πάντοτται, διννατώ κι απάνθροπω, τιφλλό στυν ωμωρφειά σου, κουφφώ στι φοννί σου, κριμαίνω μαίσσα σου πρωσπαθύ να σαι νηκείσοι...

Κε ώμως σταίκοις πάντωτται γαινέα οσ Αμμαζώνα, αγαίροχι ος βωτσαλωμμάτα Κώρρι κε τω αγνωοίς...

Θα οίμασται πάντοται δύππλα σου καρδούλλα μου κε αν λιγείζο μωννάχα αιδό, μακρειά σου, κε αν φωβάμε θα τω κσορκείσο προττού γιρρείσο...

Κε τω κσορκείζο αιδδό, γράφφωντας σαι γλόσα ανωρθώγρραφυ κε γαιλλεία γοια να μυ μαι καταλλάβοι αφττώ αικοί τω άττυμμω
γοια να τω ξαιγαιλλάσσο, μαίχρυ να πειάσσο πάλλυ τω σκουττάρυ κε τω δώρι κε να του ωρμύσσο κε πάλλυ στω πλάη σου...

Monday, September 3, 2007

Άρνηση



Η άρνηση ουδέποτε πρόσφερε στον αρνούντα αυτό που εκείνος επιδίωκε…
_________________________________________

Το παραπάνω ήταν μέρος σχολίου μου σε ποστ του Μάρκου κι εκείνος βρήκε ότι αυτή η επισήμανση μάς πάει πολύ μακριά.
Και μου έδωσε την ιδέα της συζήτησης.

Αλήθεια, πόσο μακριά μπορεί να μας πάει;

η σκυτάλη σε εσάς, σε μένα, σε όποιον θέλει...

To M+Z 8 κυκλοφόρησε!!!




και μετονομάστηκε σε Μ+Ζ+Ι, μιας και η παρέα έχει αποκτήσει τρίτο κρίκο. θα το βρείτε στο... διανυκτερεύον περίπτερο του φίλου Μάρκου

Διαβάστε τη συνέχεια των αναζητήσεων του Μέμνονα...

Sunday, September 2, 2007

Αρχή της Ινδίκτου


Σήμερα είχε έρθει επιτέλους η μέρα, ήταν η μέρα που περίμενε, η μέρα που ήλπιζε, η μέρα που θα καταλάγιαζε ο πόνος του.

Σήμερα δεν ήταν οποιαδήποτε ημέρα και ο Δρακοκύκλωπας γνώριζε καλά ότι έπρεπε να δράσει, να ηρεμήσει την ανταριασμένη ψυχή του, να ξεφυσήξει δυνατά για να βγει και η τελευταία πνοή αγωνίας και θλίψης, αλλά δεν τολμούσε, από κάτω του, κάτω από το θεόρατο κορμί του, η χώρα κάπνιζε ακόμη, υπήρχαν κούτσουρα που φλόγιζαν, πέτρες πυρωμένες, στάχτες που έκρυβαν στην καρδιά τους μικρές φωτίτσες έτοιμες να ξεχυθούν. Κάπου κάπου μάλιστα υπήρχαν εστίες κανονικές, δυνατές κι επικίνδυνες, ακόμη πεινασμένες, που έκαιγαν με σταθερό ρυθμό εκτάσεις γης...

"Με το ρουθούνι στο θυμάρι του βουνού,
με το ποδάρι μου στην άκρη του γιαλού,
απλώνω τις χερούκλες μου δεξιά-ζερβά
και κουκουλώνω πόλεις και χωριά"
.


Όχι, τα υπολείμματα θλίψης και αγωνίας που επέμεναν να σιγοκαίνε στην καρδιά του ετούτην τη σημαδιακή ημέρα έπρεπε να βγουν αθόρυβα, ήσυχα και ταπεινά, αν ξεφυσούσε, αυτός ο μεγάλος σαν βουνό ποιος ξέρει πόσο θα ευνοούσε τς κρυμμένες και αποδυναμωμένες φλόγες που καραδοκούσαν μέσα στη θράκα.

"Η σκιά μου απλώνεται ως πέρα την Ασία,
το αυτί μου πιάνει το ταμ-ταμ στην Αφρική.
Βλέπω δυο-τρία καγκουρό στην Αυστραλία
και σκάω μύτη στην Αμερική".



Έκατσε λοιπόν επάνω στην Κρήτη και άπλωσε τις ποδάρες του, μια στο Αιγαίο και μια στην Αδριατική και πήρε την παλέτα του, γιατί ήταν λέει και καλλιτέχνης: δεν έβαλε πολλά χρώματα, δύο μοναχά, κίτρινο και μπλε. Το κόκκινο, το μαύρο τα είχε χορτάσει όλες τις τελευταίες ημέρες και όλα τα άλλα του φαίνονταν ψεύτικα πια.

Κίτρινο και μπλε, έπιασε έναν ξερό φοίνικα από μια ακτή της Αφρικής και αφού τον μούλιασε λιγάκι στη Μεσόγειο, βάλθηκε να αναμειγνύει τα δύο χρώματα. Και άρχισε να αλοίφει την πληγωμένη γη με το πράσινό του βάλσαμο: πράσινο χλωρό και έντονο σαν του χορταριού, φευγαλέα να ασημίζει σαν της ελιάς, έντονου και αιχμηρού σαν τις βελόνες των πεύκων, δροσερό και πλούσιο σαν των πλατανιών, ελαφρώς γαλαζωπού σαν των κωνοφόρων στα όρη, αυστηρού και λιτού σαν των ευθυτενών κυπαρισσιών, κιτρινωπό σαν των καλαμιών, σκούρο και αγκαθωτό σαν αυτό του λόγγου, ευχάριστου και σκιερού σαν της καστανιάς...

Ζωγράφιζε ο Δρακοκύκλωπας, κάθε πινελιά και μια συστάδα, κάθε γραμμή και ένα δασάκι, κάθε συννεφάκι πράσινο δάσος πυκνό, σωστός δρυμός.

Κι άρχιζε να δροσίζει ο κόσμος, να χαμογελούν οι άνθρωποι, να επιστρέφουν τα πουλιά, να ξεμυτίζουν οι χελώνες, να ξαναγεννιούνται τα αγρίμια, να αυγατεύουν τα έντομα, να μαζεύονται σύννεφα, να τρέχει βροχή που έκανε τα χρώματα του καινούργιου κόσμου να λάμπουν...

Και η καμμένη χώρα ανάσανε και πάλι και γέμισε φιλιά των Δρακοκύκλωπα που ντροπαλός και αμάθητος στις γλύκες, άρχισε να γαργαλιέται, να γαργαλιέται φριχτά και να γελάει

"ΧΑ,ΧΑ,ΧΑ"

γέλια τρανταχτά βροντούσαν στον ουρανό κι ο κόσμος γελούσε, η φύση γελούσε, ο ουρανός γελούσε, η χώρα γελούσε και τον φιλούσε ακόμη πιο πολύ, ακόμη πιο πολύ, μέχρι που το γέλιο της μαρμάρωσε, τα μάτια της ορθάνοιχτα γέμισαν φρίκη, άπλωσε τα χέρια της να εμποδίσει το κακό, άνοιξε την αγκαλιά της να κρύψει μέσα της το νεογέννητο μωρό της, μα ήταν πια πολύ αργά, πολύ πολύ αργά...

----------------------------------------------------------------------------------

Σήμερα ήταν να έρθει επιτέλους η μέρα, ήταν να φτάσει επιτέλους η μέρα που περίμενε, η μέρα που ήλπιζε, η μέρα που θα καταλάγιαζε ο πόνος του.

Σήμερα δεν θα ήταν οποιαδήποτε ημέρα και ο Δρακοκύκλωπας γνώριζε καλά ότι έπρεπε να δράσει, να ηρεμήσει την ανταριασμένη ψυχή του.

Ήξερε, αν και μέσα του ακόμη σιγόκαιγε η αγωνία και η θλίψη, ότι δεν έπρεπε να ξεφυσήξει δυνατά για να ξεσκάσει και να διώξει αυτό το πλάκωμα που ένιωθε, δεν θα έπρεπε να το τολμήσει: από κάτω του, κάτω από το θεόρατο κορμί του, η χώρα κάπνιζε ακόμη, υπήρχαν κούτσουρα που φλόγιζαν, πέτρες πυρωμένες, στάχτες που έκρυβαν στην καρδιά τους μικρές φωτίτσες έτοιμες να ξεχυθούν. Κάπου κάπου μάλιστα υπήρχαν εστίες κανονικές, δυνατές κι επικίνδυνες, ακόμη πεινασμένες, που έκαιγαν με σταθερό ρυθμό εκτάσεις γης...

Όμως, Δρακοκύκλωπας ήταν

"τρανός, τραυλός, ζαβός, χαζός, μιχτός, μισός, γλαρός, ξερός"

ντροπαλός κι αμάθητος ο καϋμένος στις γλύκες κι έτσι όπως γαργαλιότανε κι έτσι όπως χασκογελούσε η φωτιά στα σπλάχνα του ξεχύθηκε στον νεογέννητο δροσερό κόσμο, στην χαρούμενη ξανανιωμένη χώρα και δεν άφησε ούτε ένα δέντρο ζωντανό, ούτε ένα τόσο δα μικρό χορταράκι...

------------------------------------------------------------------------------

ΥΓ Αρχή της Ινδίκτου σήμερα, μια διαφορετική Πρωτοχρονιά. Μακάρι να μπορούσα να ευχηθώ κάτι αισιόδοξο. Μακάρι να μπορούσα να βρω έναν τρόπο να ξαναζωγραφίζαμε το πράσινο που χάθηκε. Μακάρι να πίστευα ότι ακόμη κι αν ο Δρακοκύκλωπας τα κατάφερνε, δεν θα τα ξανακαίγαμε όλα, με την απίστευτη αυτοκαταστροφική μας μανία...

ΥΓ Ο Δρακοκύκλωπας και οι στίχοι είναι φυσικά από την καταπληκτική ΟΔΥΣΣΕΒΑΧ... Ελπίζω, Ξένια, να μη σε πειράζει που τον δανείστηκα... Ευχαριστώ...

ΥΓ2 Εντάξει, έχετε δίκιο, είναι ήδη 2 Σεπτέμβρη, άργησα να ανεβάσω το ποστ μου και με βρήκε η επόμενη ημέρα...

Wednesday, August 29, 2007

ΒΟΗΘΕΙΑ ΠΡΟΣ ΠΥΡΟΠΛΗΚΤΟΥΣ...

ΓΙΑ ΝΑ ΣΤΗΘΕΙ ΞΑΝΑ ΕΝΑ ΣΠΙΤΙΚΟ ΞΕΡΕΤΕ ΤΙ ΚΟΠΟ ΚΑΙ ΧΡΗΜΑ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ!
ΕΚΕΙ ΚΑΤΩ ΣΤΗΝ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟ ΧΡΕΙΑΖΟΝΤΑΙ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΜΙΑΣ ΚΑΙ ΕΧΑΣΑΝ ΤΑ ΠΑΝΤΑ.

ΒΟΗΘΗΣΤΕ ΜΕ ΟΠΟΙΟΝ ΤΡΟΠΟ ΜΠΟΡΕΙΤΕ!!

Ο ΕΡΥΘΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ ΔΙΑΤΗΡΕΙ ΑΠΟΘΗΚΕΣ ΣΤΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ:
ΑΣΤΡΟΥΣ 111 ΣΤΟΝ ΚΟΛΩΝΟ
ΥΠΕΥΘΥΝΗ Η ΚΥΡΙΑ ΣΠΑΤΟΥΛΑ ΣΤΑ ΤΗΛΕΦΩΝΑ 210 5142309 210 5148 629


ΕΤΟΙΜΑΖΟΥΝ ΚΑΤΑΥΛΙΣΜΟΥΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΥΤΕΡΗ ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΗΣ ΖΑΧΑΡΩΣ ΓΙΑ 1000 ΑΤΟΜΑ ΚΑΙ ΠΛΕΟΝ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΘΑ ΧΡΕΙΑΣΤΟΥΝ ΤΑ ΠΑΝΤΑ:

ΤΡΟΦΙΜΑ
ΡΟΥΧΙΣΜΟ
ΣΤΡΩΜΑΤΑ
ΚΡΕΒΑΤΙΑ
ΣΕΝΤΟΝΙΑ
ΚΟΥΒΕΡΤΕΣ
ΜΑΞΙΛΑΡΙΑ
ΚΑΘΑΡΙΣΤΙΚΑ
ΣΚΕΥΗ ΚΟΥΖΙΝΑΣ
...............


ΚΟΙΝΩΣ Ο,ΤΙ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΕΝΑ ΝΟΙΚΟΚΥΡΙΟ!


ΑΡΚΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΘΑΡΑ...

ΥΓ ευχαριστώ τη Μαρία Γ. για την ενημέρωση...

Tuesday, August 28, 2007

ΔΙΑΓΡΑΦΗ

ε, ναι λοιπόν, με λογόκρινα...

είχα βάλει ένα βίντεο, ήμουν σε χάλια ψυχολογική κατάσταση, τώρα μου πέρασε και δεν αναγνώριζα το μπλογκ μου...

για όσους το είδαν, ξέρουν...

για όσους δεν το πρόλαβαν, καλύτερα...

χαιρετώ...

πάω να ετοιμάσω αυτό που ξέρω και που μου ταιριάζει: την Ανεμώνη μου...

ΥΓ Καπετάνισσα, συγγνώμη αν σε απογοήτευσα...

Monday, August 27, 2007

Στάχτες


Κοιτάζω τα βότσαλα στα χέρια μου, βρεγμένα, στρογγυλά, ανέπαφα, πανέμορφα, αστραφτερά, άλλα μικρότερα, άλλα μεγαλύτερα, χρωματιστά, με νερά, με ρίγες, αποτελούμενα από ένα ή περισσότερα πετρώματα.
Τα κοιτάζω πάλι, βρεγμένα, στρογγυλά, ανέπαφα, ανέπαφα, ανέπαφα...
πανέμορφα, αστραφτερά, άλλα μικρότερα, άλλα μεγαλύτερα,
αλλά ανέπαφα, ανέπαφα...

Σηκώνω το κεφάλι μου, τόση ώρα είμαι σκυμμένη, τα μικρά παλεύουν να φτιάξουν μια ένα χαντάκι κι μια έναν πύργο στη βοτσαλωτή παραλία, ο μπαμπάς τους τα πειράζει, σηκώνω το κεφάλι μου, απρόθυμα, τόση ώρα με το κεφάλι σκυφτό, κοντά κοντά στο σώμα μου, νιώθω την αρμύρα που έχει στεγνώσει επάνω μου ο καυτός, ο αφύσικα καυτός άνεμος, και κοιτάζω εκεί πέρα: εκεί πέρα που μέχρι χθες ήμασταν ΚΑΘΕ μέρα, εκεί που ΜΕΧΡΙ ΧΘΕΣ έστεκαν τα υπέροχα αιωνόβια πεύκα, εκεί που ένιωθα την ανάσα της Ηλείας να με πολιορκεί, εμάς που καθημερινά προδίδαμε τη μεσσηνιακή θάλασσα για να βρεθούμε εκεί, στην αμμουδερή της παραλία, για τους πύργους των παιδιών και τα γέλια τους...

Δεν μπορώ να κλάψω, δεν βγαίνει ούτε λυγμός, στα χέρια μου σφίγγω τα βότσαλά μου, [βρεγμένα, στρογγυλά, ανέπαφα, ανέπαφα, ανέπαφα...
πανέμορφα, αστραφτερά, άλλα μικρότερα, άλλα μεγαλύτερα,
αλλά ανέπαφα, ανέπαφα]
κλείνω τα μάτια και μπροστά μου, ο πανέμορφος κόλπος, μια ατελείωτη αγκαλιά, με τα ψηλά του δέντρα, θαλερά, στητά, φουντωτά, άλλα κοντύτερα, άλλα ψηλότερα αλλά ανέπαφα, ανέπαφα...
ανοίγω τα μάτια, η μύτη μου αφήνει την αρμύρα και γεμίζει ασφυκτικά από τη μυρωδιά του καμμένου, του καπνού...
ανοίγω τα μάτια και μπροστά μου ο πανέμορφος κόλπος, μια ατελείωτη κόλαση, τα βότσαλα στα χέρια μου νωπά μα τα δέντρα ξερά ως τη ρίζα, καμμένα, τα βότσαλα αστραφτερά, οι φλόγες να φωτίζουν το σούρουπο που σιγά σιγά απλώνει, τα βότσαλα ανέπαφα, τα δέντρα σκιες στον ουρανό, ακούω τις εκρήξεις από κάποιες αποθήκες μάλλον, ο κόσμος που φεύγει, ο κόσμος που φοβάται, ο κόσμος που χάθηκε...

Στέκομαι όρθια στην ακτή, τα μικρά έχουν λουφάξει δίπλα μου, είναι φλόγες αυτά μαμά;, εγώ σφίγγω τα βότσαλα στο χέρι μου, αν τα πετάξω, έτσι δροσερά και ανέπαφα, ένας μικρούλης Δαυίδ θα πετύχω αυτόν τον Γολιάθ;
Αν φωνάξω θα σβήσει η φωτιά;
Θα πέσει σαν το τείχος της Ιεριχούς;
Αν κλάψω θα φτάσουν ως εκεί τα δάκρυά μου;

Αν παρακαλέσω σαν παιδί, πολύ πολύ πολύ, θα ξαναέρθει το αντι-αντι-αντι-προχθές;
Θα ξαναγίνουν όλα όπως πριν;
Οι άνθρωποι θα ξανασηκωθούν;
Θα πάνε χαμογελαστοί στους δικούς τους;
Θα ξαναγυρίσουν τα πουλιά;
Θα ξαναγελάσει εδώ η Πελοπόννησος;;

ΥΓ
μόλις εχθές γύρισα από τις διακοπές...
Ίσως δεν το μάθατε αλλά στην Πελοπόννησο έπεσε ένας μετεωρίτης που κατέστρεψε ό,τι βρήκε...
Δεν έχω ξαναδει κάτι τέτοιο...
Μα σίγουρα δεν θα ξαναδώ τα πανέμορφα εκείνα τοπία που τόσα χρόνια αγαπώ και επισκέπτομαι... εξατμίστηκαν στον ουρανό, χάθηκαν και πάνε...

ίσως τελικά δεν έπρεπε να γράψω, ότι γράφω μυρίζει καμμένο και βγάζει μονάχα στάχτες

συγγνώμη


Tuesday, August 21, 2007

Νηρηίδες - β' μέρος



[μέρος α']

Ήταν κάποια μοιραία Παρασκευή, λίγο συννεφιασμένη και δροσερή, όταν αποφάσισε να παρακούσει τον αδερφό του και να τον ακολουθήσει. Αρχικά το σχέδιό του έδειχνε να πιάνει, καθώς τίποτε δε μαρτυρούσε να τον έχει καταλάβει. Μόλις, όμως, έφτασαν μερικά μέτρα πάνω από τη ρηχή τους σπηλιά, τον άκουσε να του λέει:

-"Και τώρα νομίζω πως ήρθε η ώρα να γυρίσεις πίσω!"

Υπακούοντας γύρισε χωρίς δεύτερη κουβέντα. Εκείνη την ημέρα έμεινε σπίτι. Είχε χάσει κάθε διάθεση και ντρεπόταν για το πρωινό συμβάν:

-"Να πάρει! Πάλι φέρθηκα σαν ανόητος!"

Έμεινε κλεισμένος στο δωμάτιό του και εκεί παρέμεινε να χαζεύει τις ώρες να χάνονται μία μία μέσα στην κλεψύδρα των διακοπών του.

Σαν έφτασε το βράδυ άρχισαν να φαίνονται τα πρώτα μαύρα σύννεφα: ήταν κάτι περίεργα, σκούρα μαβιά και φουντωτά σύννεφα που στεφάνωναν τη σημερινή πανσέληνο. Κανείς όμως, δεν τους έδωσε σημασία, γιατί σήμερα είχαν γεννητούρια στο χωριό και γινόταν ένα πρώτο μικρό γλέντι στο ταβερνάκι. Ο μόονς που τα είχε προσέξει και είχε λουφάξει ανήσυχος ήταν ο Παναγής. Όταν προσπάθησε κάποιος να τον τσιγκλισει «για να γελάσουν» εκείνος, ίδιος αγριεμένος σκύλος, τους φώναξε:

-"Κάποιον πάρουνε τον… κάποιον, κάποιον πάρουνε τον… απόψε!!"

Ήταν έτοιμοι να το ρίξουν στα χωρατά, γιατί "μα την αλήθεια έχει γούστο ο αφιλότιμος", ήταν έτοιμοι να τον κοροϊδέψουν προσπαθώντας να μαντέψουν τις τρελλές του αντιδράσεις, σαν θα τού ΄λεγαν πως είχε δίκιο και πως τον πίστευαν και πως αδημονούσαν να δουν τα ξωτικά του να χορεύουν στην παραλία τώρα που σίμωναν τα μεσάνυχτα, όταν εκείνος τους παράτησε και βάλθηκε να τρέχει για το ακρωτήρι.

Πέρασε έτσι κάμποση ώρα και κάποια στιγμή εκείνος εμφανίστηκε απορημένος στο ταβερνάκι: κλεισμένος στο δωμάτιό του και απορροφημένος από τις σκέψεις του δεν είχε πάρει χαμπάρι ούτε τα γεννητούρια, ούτε το γλέντι. Τώρα εξουθενωμένος από την ακινησία έψαχνε να βρει τον αδερφό του.
Το ποτήρι έφυγε από το χέρι της μάνας του σαν τον άκουσε να τον αναζητά:

-"Ο Παναγής!" είπε και βάθηκε να τραντάζει τον άντρα της. "Ο Παναγής!"

Όλοι θα την έπαιρναν για μεθυσμένη, το δίχως άλλο, έτσι όπως έκανε σαν υστερική. Κι όμως, όλοι πάγωσαν σαν έμαθαν, πως ο μεγάλος, που όλοι οι άλλοι τον θεωρούσαν κοιμισμένο στην κάμαρή τους, κουρασμένο από τον ατελείωτο περίπατο, δεν είχε φανεί ακόμη…

-"Κάποιον πάρουνε τον… κάποιον, κάποιον πάρουνε τον… απόψε!!"

Εκείνος, ο μόνος που δεν είχε ακούσει τα προμαντέματα του "τρελλού", προσπαθούσε να δώσει μια λογική εξήγηση στην παράλογη αντίδραση των άλλων. Όμως, το κλάμα της μάνας, που ερχόμενη είχε ακούσει ετούτα τα λόγια και τα είχε περάσει για αστείο, δεν άφηνε και πολλά περιθώρια αμφισβήτησης.

-"Η βάρκα, η μουσική, οι κοπέλες και η νυχτιά, αυτά πήραν τον!"

Γύρισε και αντίκρυσε το ιδρωμένο μουσούδι του Παναγή

-"Ναι, σου λέω! αυτές πήραν τον… αυτές … το είδα!!!"

Ήταν λαχανιασμένος κι αναστατωμένος από το τρεχαλητό και τώρα έπεφτε σιγά σιγά σε λήθαργο.

Βρίσκονταν όλοι στην παραλία εδώ και ώρα και περίμεναν μαντάτα: η βάρκα του Στάθη έλειπε, τώρα έμενε να βρεθεί μαζί με το παληκάρι. Όμως, οι βενζίνες πήγαιναν κι ερχόντουσαν ζωρίς αποτέλεσμα: η "κυρά" ήταν αγριεμένη σήμερα και το μπλε φουστάνι της τους απόδιωχνε από κοντά της.

Ξημέρωσε. Τίποτα.
Μεσημέριασε και νύχτωσε ξανά: και πάλι τίποτα.

Τώρα πια ήταν μονάχος. η μάνα του είχε γίνει μια μαύρη κουκκίδα που ζάρωνε μέτην με την ημέρα και ο πατέρας του καθόταν σε μια καρέκλα και χάζευε σα χαμένος τις μύγες που παχιές και γυαλιστερές χαιρόντουσαν μπροστά του τη ζωή.
Τώρα πια ήταν μονάχος και ξεχασμένος στο δωματιάκι του πάνω στο πατάρι να μουσκεύει τα σεντόνια. πριν από λίγες μέρες είχε έρθει και η Δώρα πανικόβλητη: η Δώρα ήταν η κοπέλα του αδερφού του, ένα γλυκό κορίτσι, καμιά φορά όλο νάζι… Τώρα δεν ήταν παρά ένα δυστυχισμένο πλάσμα που αρνιόταν πεισματικά να φάει και δεν μπορούσε να κλάψει…

Κοιτούσε το ταβάνι.
-"Χρειάζεται βάψιμο", φώναξε.
¨-"Βάψιμο χρειάζεσαι εσύ, ασπρουλιάρη" θα του απαντούσε ο αδερφός του, έτσι και ήταν εδώ. Το γνωστό τους αστείο. Μα εκείνος είχε φύγει για πάντα.
"Για πάντα! Ακούς εκεί… για πάντα. Τον δειλό! Τον ψεύτη!"

Ξαφνικά σώπασε: κάποιος έκλαιγε. Σηκώθηκε και βγήκε από το δωματιάκι. Δίπλα ήταν η Δώρα. Πλησίασε, έκατσε στο κρεββάτι και άρχισε να της χαϊδεύει τα μαλλιά. Θα της έλεγε ένα παραμύθι για να κοιμηθεί, της είπε κι άρχισε να της διηγείται με μιαν ήρεμη, απαλή φωνή. Δεν πρόλαβε να το τελειώσει: το κορίτσι είχε αποκοιμηθεί και στο πρόσωπό της αχνόφεγγε για πρώτη φορά ένα αδιόρατο χαμόγελο. Κοίταξε το κοιμισμένο πρόσωπό της, που ώρες ώρες του θύμιζε τη δική του κοπελιά, τη Λένα. Εκείνη θα έπρεπε να βρισκόταν τώρα κάπου στην Πελοπόννησο για διακοπές και ένας οίκτος τον πλημμύρισε, ήταν ένας οίκτος οδυνηρός κι απάνθρωπος, γιατί συνειδητοποιούσε επιτέλους την αλήθεια: δεν την αγάπησε ποτέ τη Δώρα ο αδερφός του, όπως ούτε κι ο ίδιος είχε ποτέ κατορθώσει να αγαπήσει τη Λένα κι ας έλεγαν στον εαυτό τους πως τους έλειπαν, πως τις νοσταλγούσαν. Ποτέ τους δεν τα κατάφεραν να νικήσουν τις θαλασσινές, άπιαστες πλανεύτρες που ήξεραν χίλιους θεϊκούς σκοπούς και συνόδευαν τα ανήσυχα όνειρά τους. Ποτέ δεν αγάπησε τη Λένα γιατί πίσω και πέρα από όλα, εκείνος έψαχνε να ακουμπήσει το αέρινο ιδανικό του που τον παράσερνε σε θανατηφόρα ρουφήχτρα… Ποτέ δεν της είχε μείνει πιστός. Η ανάμνησή της φαγωνόταν ώρα με την ώρα από τη θαλασσινή αλμύρα. Ποτέ δεν την είχε νοιαστεί αληθινά, γιατί τότε θα αποζητούσε εκείνη και όχι τη μοναξιά του… Όσο κι αν προσπαθούσε να θυμηθεί τη φωνή, το άγγιγμά της, τόσο οι νηρηίδες τραγουδούσαν δυνατότερα, ώσπου η μελωδία έγινε ουρλιαχτό και η προσπάθεια δάκρυ…

Ο μικρός, μοναχικός και ξεχασμένος αχινός μόλις ένιωθε πως είχε σκορπίσει γύρω του τον πόνο, μα εκείνος θρηνούσε για τα χαμένα αγκάθια του, που είχαν μείνει καρφωμένα σε κάτι απρόσεχτα και τρυφερά πόδια…

Η Δώρα είχε φύγει. Προχθές είχαν έρθει οι δικοί της και την είχαν πάρει με το ζόρι. Τι κουτό. Εκείνη θα έφευγε και με ένα απλό ακούμπηγμα, γιατί εδώ το νησί την έπνιγε: άγριος βρόγχος σε λεπτό λαιμό.
Τώρα ήταν κάπου αλλού και προσπαθούσε να τακτοποιήσει τα κομματιασμένα συναισθήματα και τις κουρελιασμένες σκέψεις της. Καθώς έφευγε το βαπόρι, και ο μεγάλος του όγκος γινότανε ολοένα και πιο μικρός, εκείνος της είχε ψιθυρίσει τρυφερά ένα "αντίο". Δεν θα την ξαναέβλεπε πια.

Η Δώρα, λοιπόν, είχε φύγει και καθώς ερχόταν το απόγευμα ένιωσε πως έπρεπε να πάει και πάλι κοντά στις νηρηίδες του, στις νηρηίδες που τόσο τους είχε θυμώσει. Ήταν όμως γλυκές, απόκοσμες, σχεδόν θεϊκές και το μελωδικό, πηχτό τραγούδι τους έφερνε τη λήθη στο μυαλό του. Έτσι, σε λίγο ξέχασε τη θλίψη του, ξέχασε το θυμό του, ξέχασε ακόμη και τη μάνα του, που πριν από λίγο είχε προσπαθήσει να κλείσει την πόρτα με το σώμα της, παλεύοντας να γίνει ένα με αυτήν. Τίποτε δεν τον σταματούσε καθώς έτρεχε στην αγκαλιά τους, γιατί, βλέπεις, είχε έρθει η ώρα.
Τώρα!



Καθόταν στη βάρκα ακίνητος, καθόταν εδώ στον ομφαλό του κόλπου όπου πριν από ένα φεγγάρι είχε χαθεί ο αδερφός του: ήταν ακριβώς το ίδιο σημείο και εδώ έπρεπε να παραμείνει. Το σούρουπο είχε πλέον αρχίσει, και η νύχτα, καθισμένη ακόμη στην άκρη του ορίζοντα, ετοιμαζόταν να ξεδιπλώσει τα σκούρα της φτερά. ο ίδιος έγειρε προς τα πίσω και πάσχιζε να βολευτεί στη βάρκα.
Ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα και χάζευε το μάγουλο του ουρανού. Μυριάδες δάκρυα το στόλιζαν και αστροποβολούσαν την αστρική φωνή τους, ενώ πού και πού κάποιο γλιστρούσε και έσταζε. Σιγά σιγά τα σκόρπια δάκρυα έμοιαζαν να ξυπνάνε και να σαλεύουν σαν χορευτές αρχαίου μαιανδρικού χορού.

-"Η Κασσιόπη!"

Η ώρα περνούσε και εκείνος κοιμόταν νανουρισμένος από το απαλό λίκνισμα της βάρκας. Ήταν κουλουριασμένος και είχε τις γροθιές του σφιχτά σφιχτά κλεισμένες, ίδιο μωρό. Παρόλη τη δροσιά του βραδινού εκείνος ένιωθε μια θέρμη: οι νηρηίδες είχαν ξυπνήσει και τον είχαν σκεπάσει με το φως του φεγγαριού. Ονειρευόταν και χαμογελούσε.

Ονειρευόταν πως ήταν ξαπλωμένος στη βάρκα νανουρισμένος από το απαλό της λίκνισμα . Κοιμόταν κουλουριασμένος με τα χέρια του σε γροθιές, όπως τα μωρά. Και παρόλο που η βραδινή αύρα σκέπαζε τη γη, εκείνον τον είχαν, λέει, σκεπάσει οι νηρηίδες με το φως του φεγγαριού…

Και καθώς ονειρευόταν πως ονειρευόταν και μέσα στο όνειρό του έβλεπε άλλο, κι άλλο, κι άλλο κάπου έχασε το τι είναι αλήθεια και τι όχι και δεν κατάλαβε πως οι νηρηίδες είχαν αρχίσει να λικνίζουν την κούνια του ολοένα και πιο δυνατά…

Τώρα το όνειρό του γινόταν πιο σκοτεινό και οι εικόνες του κυλούσαν με αστρονομική ταχύτητα ανάποδα κι έβλεπε να ξετυλίγεται το υφάδι της ζωής του μέσα από τα μάτια του αδερφού του, σε μιαν αντίστροφη ανάπτυξη προς την προγεννητική ανυπαρξία: είδε τον εαυτό του μικρό παιδί στην κούνια, την μάνα του έγκυο σε αυτόν, ένιωσε να βγαίνει από τα σωθικά του η αιώνια κραυγή της γέννησης, του αδερφού του, αιωρήθηκε μέσα στον ζεστό και σκοτεινό ωκεανό της πρώτης φωλιάς και κάπου εκεί ένιωσε τόσο μα τόσο μικρός, ώστε το όνειρο γλίστρησε από τα μικροσκοπικά του βλέφαρα…

τ έ λ ο ς