Friday, December 12, 2008

αιώνιοι πάγοι

by neptun 84





Κάθε βήμα και μια επιβεβαίωση φόβου μύχιου.



Κάθε ματιά και μια απογοήτευση.



Κάθε κουβέντα, ζεστή ριπή ανέμου σε λάθος γεωγραφικό πλάτος.



Κάθε κίνηση ρωγμή στον παγετώνα.






Στον αιώνια παγετώνα που λιώνει. Θεότητα αρχέγονη που έγινε θνητή και χαριεντίζεται πια πρόστυχα με το εφήμερο, για να λυώσει στα δόντια της παλιάς εκείνης μάταιης πίστης: πως τελικά αν κάτι μένει είναι εκείνοι οι αιώνιοι πάγοι,



αυτοί οι εύθραστοι γαλάζιοι



που δεν μοιάζουν καθόλου με το χρώμα των ματιών σου






και όμως μοιάζουν και εκείνα να λυώνουν



όχι πια από πόθο



μα από μια φωτιά μάταιης αγανάκτησης...









Tuesday, November 18, 2008

πολική αρκούδα - η μη επιστροφή

polar bear pictures




Και κάπως έτσι ο σαλίγκαρος θα ξαναξύπνησε.


Από τη νωπή μυρωδιά του γήινου κορμιού, από τη δροσιά των σταγόνων και το ρυθμικό τους τακ τακ στο καβούκι του. Από τον ατελείωτο καλοκαιρινό εφιάλτη, ολοένα τον ίδιο: ένα ιδρωμένο, ρυτιδιασμένο χέρι, που όλο τον απειλούσε να τον βάλει στο καλάθι του και όλο εξατμιζόταν προτού τον ακουμπήσει...



κάπως έτσι θα ξαναξύπναγα και εγώ...


που δεν είμαι παιδί της ζέστης, αλλά του ψυχρού δυνατού ανέμου,της φουρτουνιασμένης θάλασσας,της ακτής που κροταλίζουν τα βότσαλα στα χέρια των κυμάτων,του δάσους που λυγίζει στα χέρια του Αιόλου,των νεφών που γεμίζουν ζωγραφιές τον ουρανό και κάνουν τον ήλιο και τη σελήνη να μη βαριούνται εκεί στον διάφανο θόλο.



Μα δεν έχω τις ευλύγιστες κι ευαίσθητες κεραίες του κοχλία [πια], νόμιζα μα δεν κουβαλώ την απατηλή ασφάλεια μαζί μου. Απατηλή, αφού το χέρι, αν το ήθελε, θα μπορούσε παρόλα αυτά να με πάρει στο καλάθι του.


Κρυμμένη με θεωρούσα από τον έξω κόσμο, ίσως επειδή έμεινα αρκετό καιρό σιωπηλή, κρυμμένη να αφουγκράζομαι,να παρατηρώ και να μαζεύω...


Μα ήμουν πάντοτε εκτεθημένη εκεί στο δυνατό κρύο, που αγαπώ αλλά και με μουδιάζει.




-με τα μαύρα νύχια μου σκάβω πιο βαθιά-




Ήθελα επιτέλους να πετάξω από το σώμα μου γαζίες: πάντοτε φθινόπωρο, πάντοτε με χρώμα κίτρινο και μυρωδιά κήπου και χώματος...




Και όμως, κοιτώ και παντού όλα είναι λευκά, μια απελπιστική απουσία χρώματος.


Τα βήματά μου, αθόρυβα, με οδηγούν πάνω από παγωμένη αρκτική θάλασσα, μέτρα πάγου με χωρίζουν από το βαθύ μπλε της χρώμα.




Είμαι μια πολική αρκούδα, μοναχική και πεισματάρα, οι φώκιες έχουν βρει αλλού καταφύγιο μα εγώ ψάχνω πάντοτε αυτά που δεν γνωρίζω, τους πιγκουϊνους, που ποτέ δεν θα συναντήσω, να στέκονται αγέρωχοι στο κρύο της αντιπέρα... όχθης, της Ανταρκτικής.




Στα μαύρα μάτια μου κολυμπούν εικόνες από μέρη που δεν γνώρισα και δεν βλέπω [ακόμα;] τον πάγο που συρρικνώνεται, ακούω μα δεν δίνω σημασία στους τριγμούς...




κι αν το σαλιγκάρι διαγράφει με το σώμα του την υγρή πορεία του επάνω στα φύλλα, η απαλές πατούσες μου δεν με πάνε πέρα από αυτό το λευκό.




Στέκομαι εκεί στην άκρη του παγόβουνου και αφουγκράζομαι τις ίδιες μου τις σκέψεις, παγοπούλια που τσιρίζουν κάνοντας κύκλους, δίχως να μπορώ να τις γραπώσω στα πεινασμένα δόντια μου...




και όμως ευτυχώς που υπάρχουν και αυτές έστω και μπερδεμένες, και σπάνε τη δική μου σιωπή.

Tuesday, October 28, 2008

παρέλαση


Περνούσαν μπροστά της σε ατελείωτες σειρές.
Εν-δυο, εν-δυο
ένα στο αριστερό...
Χωρισμένα σε ομάδες, στοιχισμένα και τακτικά
Εν-δυο, εν-δυο
ένα στο αριστερό...

Το βήμα ταχύ, σίγουρο και σταθερό, ένα πόδι ήτανε και ένα χέρι, αλλά όχι πάντοτε.
Συχνά-πυκνά κάτι ξέφευγε από το σύνολο, το χέρι πιο κάτω, το πόδι πιο αργόσυρτο, το κεφάλι πεσμένο, μια ελαφριά παροδική καμπούρα στην πλάτη...
Η μπάντα παιάνιζε τους γνωστούς ήχους, κάποιος δεν είχε κουρδίσει καλά και ακουγόταν συνεχώς σαν να έπαιζε φάλτσα, κάποιου οι πάρτες πετούσαν στον φθινοπωρινό αέρα, φύλλα ολόασπρα με μαύρες μελίγκρες ενός εξωτικού μπερδεμένου δέντρου...

Μια φορά ένα ξεστράτισε τελείως, έφυγε από τις γραμμές κι άρχισε να περπατά, χωρίς να χάσει ωστόσο το ρυθμό, κατά πάνω της, αμείλικτο και απείθαρχο... Το άφησε να την πλησιάσει, να τη χτυπήσει, να τη ρίξει και να συνεχίσει περνώντας από πάνω της...
Μια άλλη, εκεί που περνούσε από την τέντα των επισήμων, γύρισε το κεφάλι της, όπως όφειλε, προς το μέρος της, και ύψωσε το δεξί της χέρι και έκανε πως την πυροβολούσε.

Η σφαίρα την πέτυχε κατάστηθα και έπεσε αμέσως κάτω.

Το ασθενοφόρο αν και ήταν παρκαρισμένο εκεί πίσω από την τέντα δεν έφτασε εγκαίρως:
κανείς ποτέ δε γλύτωσε από ασημένια σφαίρα.
Και αν τα όνειρα τα αφήνουμε να μας τσαλαπατάνε, να μας λυώνουν και να φεύγουν χωρίς ποτέ εμείς να τα αγγίξουμε, έστω και με την άκρη της ψυχής μας, κανείς ποτέ δεν γλυτώνει από την ασημένια πύρινη σφαίρα της σκέψης:

όλων όσων έχουμε κάνει, όλων όσων δεν θα κάνουμε ποτέ.

Monday, September 22, 2008

Βροχή - η επιστροφή


René Aubry, Après la pluie [2]

Και κάπως έτσι ο σαλίγκαρος ξαναξύπνησε.
Από τη νωπή μυρωδιά του γήινου κορμιού,
από τη δροσιά των σταγόνων και το ρυθμικό τους τακ τακ στο καβούκι του.
Από τον ατελείωτο καλοκαιρινό εφιάλτη, ολοένα τον ίδιο: ένα ιδρωμένο, ρυτιδιασμένο χέρι, που όλο τον απειλούσε να τον βάλει στο καλάθι του και όλο εξατμιζόταν προτού τον ακουμπήσει...

κάπως έτσι ξύπνησα και εγώ...
δεν είμαι παιδί της ζέστης, αλλά του ψυχρού δυνατού ανέμου,
της φουρτουνιασμένης θάλασσας,
της ακτής που κροταλίζουν τα βότσαλα στα χέρια των κυμάτων,
του δάσους που λυγίζει στα χέρια του Αιόλου,
των νεφών που γεμίζουν ζωγραφιές τον ουρανό
και κάνουν τον ήλιο και τη σελήνη να μη βαριούνται εκεί στον διάφανο θόλο,

επιστρέφω και πάλι στον έξω κόσμο,
έμεινα αρκετό καιρό σιωπηλή, κρυμμένη να αφουγκράζομαι,
να παρατηρώ και να μαζεύω...

τώρα επιτέλους θα πετάξω και πάλι άνθη σαν τις πολυαγαπημένες μου γαζίες: πάντοτε φθινόπωρο, πάντοτε με χρώμα κίτρινο και μυρωδιά κήπου και χώματος...

καλώς σας βρήκα και πάλι!

Friday, July 11, 2008

Εικόνες μιας ζωής προσεχώς[;]

Max Richter - On the nature of daylight

-------------------------------------------------

Στεκόταν και πάλι εκεί, στην άκρη της σκέψης,

σε εκείνη την ακρογυαλιά που ξεκινά η θύμηση

κατά άλλους, η λήθη...

Εικόνες, εικόνες, εικόνες μιας ζωής προσεχώς, ίσως όχι της δικής της, ίσως μια ζωής που ποτέ δεν γεννήθηκε, ίσως μιας που ήδη έχει μαραθεί, ίσως μιας που μονάχα η αύρα της στέκεται εκεί, στην άκρη της σκέψης...

σε εκείνη την ακρoγυαλιά που ξεκινά η θύμηση

κατά άλλους, η λήθη

Monday, June 30, 2008

Καθαριότητα




Μανία την είχαν.
Σε όλην τη χώρα.
Να είναι λέει καθαρό το σπίτι τους, το μπαλκόνι τους, το μπάνιο τους, η κουζίνα τους, τα πιάτα τους, τα ρούχα τους, οι τοίχοι τους, τις τηλεοράσεις τους, τα παιδιά τους, τα μαλλιά τους, τα σκυλιά τους, τα παπούτσια τους, τα χέρια τους, τα φρούτα τους, οι νιπτήρες τους, οι νεροχύτες τους, τα ποτήρια τους, τα σεντόνια τους, τα τζάμια τους, τα χαλιά τους, οι πόρτες τους, τα στερεοφωνικά τους, τα κάγκελά τους, οι αυλές τους, τις λεκάνες τους, οι μηχανές τους, τα αυτοκίνητά τους, τα εξοχικά τους...

Κάπου βαθιά στο πέλαγος ο πυθμένας άρχισε να σκίζεται λιγάκι, δυο βράχοι ανασηκώθηκαν, τρεις άλλοι άρχισαν να ολισθαίνουν. Παντού νερό. Βαθύ, κρύο, μπλε: καθαρό. Γαλήνιο φαινότανε και πολύ ήρεμο.

Και χρειάζονταν νερό, σαπούνι, καθαριστικά, λευκαντικά, χλωρίνες, απολυμαντικά, αφρόλουτρα, σαμπουάν...
Και έτσι σφουγγάριζαν το σπίτι και το μπαλκόνι τους, σφουγγάριζαν και καθάριζαν το μπάνιο και την κουζίνα τους, έπλεναν τα πιάτα, τα ρούχα, τους τοίχους τους, ξεσκόνιζαν τις τηλεοράσεις τους, έπλεναν και τα παιδιά και τα σκυλιά και τα μαλλιά τους, γυάλιζαν τα παπούτσια τους, έτριβαν καλά τα χέρια και τα φρούτα τους, γυάλιζαν τους νιπτήρες, τους νεροχύτες και τα ποτήρια τους, έπλεναν και τα σεντόνια τους, καθάριζαν τα τζάμια, τα χαλιά και τις πόρτες τους, ξεσκόνιζαν τα στερεοφωνικά και τα κάγκελά τους, έπλεναν τις αυλές, τις λεκάνες, τις μηχανές και τα αυτοκίνητά τους, καθάριζαν τα εξοχικά τους...

Κάπου βαθιά στο πέλαγος ο πυθμένας συνέχισε να σκίζεται, άλλοι δυο βράχοι ανασηκώθηκαν, ακόμη τρεις άρχισαν να ολισθαίνουν. Παντού νερό. Βαθύ, κρύο, μπλε: καθαρό. Γαλήνιο φαινότανε και πολύ ήρεμο.

Και έτσι έπαιρναν λάστιχα και μάνικες, όχι κουβάδες ή ποτιστήρια, αλοίμονο, κι άνοιγαν βρύσες και κρουνούς, έριχναν με όλους τους τρόπους νερό, χείμαρρους, καταρράκτες, ποτάμια, λίμνες, θάλασσες και ωκεανούς,
να φύγει η σκόνη, η μπόχα, η αποφορά, η βρώμα, οι λεκέδες, τα λίπη, τα λάδια, οι μουτζούρες, οι πιτυρίδες, οι καπνιές, τα κλαδιά, τα φύλλα, τα ψίχουλα:κάθε ίχνος

Κάπου βαθιά στο πέλαγος ο πυθμένας ήταν σχεδόν μετέωρος, το ίδιο και ανασηκωμένοι βράχοι, παντού μόνο ανασηκωμένοι βράχοι. Παντού νερό. Βαθύ, κρύο, μπλε: καθαρό. Γαλήνιο φαινότανε και πολύ ήρεμο.

Ποτέ δεν ηρεμούσανε: αγαπούσαν την καθαριότητα, έλεγαν, όχι όπως οι άλλοι λαοί τριγύρω, που ζούσαν βρώμικοι, άθλιοι, διψασμένοι, μέσα στη σκόνη και την εξαθλίωση.
Και έτσι συνεχιζόταν η ζωή στη μικρή αυτή χώρα, για μήνες και χρόνια, ασταμάτητα.
Με τη μανία τους:
Να είναι καθαρό το σπίτι, το μπαλκόνι, το μπάνιο, η κουζίνα, τα πιάτα, τα ρούχα, οι τοίχοι, οι τηλεοράσεις, τα παιδιά, τα μαλλιά, τα σκυλιά, τα παπούτσια, τα χέρια, τα φρούτα, οι νιπτήρες, οι νεροχύτες, τα ποτήρια, τα σεντόνια, τα τζάμια, τα χαλιά, οι πόρτες, τα στερεοφωνικά, τα κάγκελά, οι αυλές, οι λεκάνες, οι μηχανές, τα αυτοκίνητά, τα εξοχικά τους...

Κάπου βαθιά στο πέλαγος ο πυθμένας κατέρρευσε, το ίδιο και ανασηκωμένοι βράχοι. Παντού νερό. Βαθύ, κρύο, μπλε: καθαρό. Γαλήνιο ήτανε μα τώρα ένας σεισμός του έδωσε υποβρύχια ώθηση. Η επιφάνεια ίσα που ταράχτηκε, καθώς ένα μικρούλι κύμα τη ρυτίδωσε.

Όλοι ήταν σε απόγνωση: όσο έπλεναν και καθάριζαν, τόσο γέμιζαν ξανά τα πάντα από σκόνη, μπόχα, αποφορά, βρώμα, λεκέδες, λίπη, λάδια, μουτζούρες, πιτυρίδες, καπνιές, κλαδιά, φύλλα, ψίχουλα, από κάθε είδους ίχνος...

Κάπου βαθιά στο πέλαγος γεννήθηκε ένα μικρό υπόγειο κύμα, νερό, βαθύ, κρύο, μπλε και καθαρό. Έτρεχε γρήγορα, φτερωτό, ορμητικό πουλάρι, στην πρώτη του τρεχάλα.

Η λύση ήταν να παίρνουν λάστιχα και μάνικες, όχι κουβάδες ή ποτιστήρια, αλοίμονο, και να ανοίγουν βρύσες και κρουνούς, να ρίχνουν με όλους τους τρόπους νερό, χείμαρρους, καταρράκτες, ποτάμια, λίμνες, θάλασσες και ωκεανούς. Να σβήσουνε τα ίχνη.

Μια φορά και έναν καιρό κάπου βαθιά στο πέλαγος γεννήθηκε ένα μικρό υπόγειο κύμα, νερό, βαθύ, κρύο, μπλε και καθαρό. Έτρεχε γρήγορα, φτερωτό, ορμητικό πουλάρι, στην πρώτη του τρεχάλα. Νόμιζε ότι όλος ο κόσμος ήταν μια απλωσιά, μια υδάτινη κοιλάδα. Τρέχοντας μεγάλωνε, λες και μαζί του έτρεχε κι ο χρόνος, και το μικρό ορμητικό πουλάρι έγινε καθαρόαιμο φρενιασμένο, αφηνιασμένο από την ίδια του τη ρώμη άλογο, ένας υπέροχος επίβήτορας και κάπου εκεί, κοντά στο τέλος της κοιλάδας τον περίμενε υπομονετικά η γη, μια στέρεη, στιβαρή φοράδα: σηκώθηκε στα πίσω του πόδια για να την καβαλήσει.
Κι έσβησε, επιτέλους, κάθε ίχνος.

Tuesday, June 24, 2008

Το τηλεφώνημα


Στα χέρια του κρατούσε αναποφάσιστος το ακουστικό.
Πότε το έβαζε αποφασιστικά στο αυτί του και πότε το κατέβαζε μονοκόμματα, παιδί που το τσάκωσαν να παίζει την ώρα της μελέτης.
Ο αριθμός επάνω στο χαρτί, τσαλακωμένο, ταλαιπωρημένο, σκισμένο λιγάκι στις άκρες, ήταν παρόλα αυτά καθαρογραμμένος και δεν άφηνε αμφιβολίες 2106…
Σαν τον πιανίστα έκανε πρόβες επάνω στα πλήκτρα του τηλεφώνου, προσπαθούσε να σκεφτεί πώς θα του απαντούσε, δοκίμαζε όλα τα πιθανά σενάρια.
Τίποτε.

Το ακουστικό πρώτα αναποφάσιστο στα χέρια του, τώρα βαλμένο στο πλάι του τηλεφώνου, τοποθετημένο μετά ξανά στη θέση του.

Σηκώθηκε και πήγε στην κουζίνα. Έσκυψε και ήπιε με τη φούχτα του νερό από τη βρύση, πνίγηκε και άρχισε να βήχει. Πήρε ένα ποτήρι και ήπιε όπως όπως δυο τεράστιες γουλιές, ένιωσε αυλάκια νερού να ξεφεύγουν από το στόμα του, να ξεχύνονται από τα πλάγια στο λαιμό του.
«Αχ, αυτό ήτανε!» σκέφτηκε αναπτερωμένος. Τίποτε τώρα δεν θα μπορούσε να τον σταματήσει.

Έκατσε στην πολυθρόνα δίπλα από τη χαμηλή βιβλιοθήκη, στης οποίας το δεύτερο ράφι έβαζε το τηλέφωνο, βολεύτηκε στην θαλπωρή της και άπλωσε το χέρι να πάρει κοντά του τη συσκευή. Ήταν παλιά, από αυτές τις βαριές άχαρες κατασκευές με τηλεφωνητή.
Τέντωσε τα πόδια του με τη συσκευή επάνω στους μηρούς του, έκλεισε τα μάτια του και έψαξε το χαρτάκι στην αριστερή του τσέπη. Τον αριθμό τον γνώριζε από μνήμης. Η μελωδία και ο ρυθμός του επάνω στα πλήκτρα τού ήταν πια γνωστά. Όμως, χωρίς εκείνο το χαρτάκι, γραμμένο με μολύβι, το μολύβι του που είχε πάρει στο χέρι της και το είχε σημειώσει, ήταν σαν να έβγαινε στο δρόμο χωρίς το όνομά του. Την καρδιά του. Στο τρόπο που έγραφε το πέντε και το έξι, το αρμονικό οκτώ με τα δυο καλογραμμένα κουλουράκια του να εφάπτονται με τόση αρμονία, για να μην ανέφερε τα άλλα ψηφία, κάθε της γραμμή θαρρείς και μια τρίχα από τα μακριά μαλλιά της, μια πνοή από τον άρωμα του δέρματός της, η ζεστή αύρα του αγγίγματός της. Μέχρι προχθές μπορούσε να διακρίνει ακόμη και λίγο από το άρωμά της, έτσι όπως είχε ακουμπήσει γράφοντας τον καρπό της. Τώρα πια το είχε αφομοιώσει, το ανακαλούσε όποτε ήθελε σαν τζίνι να την βγάλει από το λυχνάρι του μυαλού του.

Αναστέναξε. Αργά και βαθιά. Όπως μονάχα οι ερωτευμένοι άνθρωποι αναστενάζουν.
Κράτησε τα μάτια του κλειστά και ξαναείδε τη λυγερή μορφή της: να ξεμακραίνει, να πλησιάζει, να σκύβει να δέσει ένα λυμένο κορδόνι, να τεντώνεται να φτάσει την μπάλα, να περπατά, να στέκεται, να κάθεται, να κινείται.

Το χαρτάκι! Ξανασκέφτηκε. Σηκώθηκε και άρχισε να ψάχνει. Μήπως; Μα βέβαια, το είχε ξεχάσει στην κουζίνα, όταν πήγε να πιει νερό. Επάνω στο τραπέζι, να εδώ, εδώ το είχε ακουμπήσει, αλλά, μα όχι, ούτε εδώ ήταν. Πήγε στο νεροχύτη. Ούτε κι εκεί ήταν. Το ανοιχτό παράθυρο τον έβαλε σε υποψίες. Το ρεύμα το είχε παρασύρει, εκεί στη γωνία, κάτω από την καρέκλα.

Το κράτησε και πάλι μπροστά στα μάτια του. Τα όμορφα γράμματά της, οι υπέροχοι αριθμοί, τόσο καλογραμμένοι, τόσο σίγουροι. Έφερε το χαρτάκι κοντά στο στόμα του και το φίλησε, το ακούμπησε από την γραμμένη πλευρά στο στήθος του και έκατσε και πάλι στην πολυθρόνα του.

«Μήπως να μου δώσεις εσύ τον δικό σου» τον είχε ρωτήσει αρχικά, αυτό τον απογοήτευσε, μπορεί εκείνη τελικά να μην το τολμούσε, όχι, όχι, έπρεπε να πάρει εκείνος τον δικό της. Τελικά του χαμογέλασε κάπως βιαστικά και με αργές και σίγουρες κινήσεις τού μαρτύρησε αυτό που επιθυμούσε. Όχι, κινητό δεν κρατούσε, του είπε. Δεν την πίστεψε, αλλά λίγο τον πείραζε πια. «Προτιμώ τα σταθερά» του εξήγησε.
Φεύγοντας του φάνηκε ότι άκουσε ένα γελάκι, μήπως τον κορόιδευαν, σκέφτηκε, ήταν ένας ψηλέας που τον κοίταζε στραβά. Ζηλεύεις φίλε, σκέφτηκε, γιατί εγώ τα κατάφερα…

Στα χέρια του κρατούσε αποφασισμένος το ακουστικό.
Το έφερε στο αυτί του μα και πάλι το κατέβασε μονοκόμματα, παιδί που το τσάκωσαν να παίζει την ώρα της μελέτης.
Ο αριθμός επάνω στο χαρτί, τσαλακωμένο, ταλαιπωρημένο, σκισμένο λιγάκι στις άκρες, ήταν παρόλα αυτά καθαρογραμμένος και δεν άφηνε αμφιβολίες 2106…
Σαν τον πιανίστα είχε κάνει τις πρόβες του επάνω στα πλήκτρα του τηλεφώνου, και ένιωθε μάλλον έτοιμος για τη μεγάλη στιγμή, που θα του απαντούσε, είχε δοκίμασει όλα τα πιθανά σενάρια σε όλες τις τονικότητες. Ήταν έτοιμος;
Το ακουστικό αναποφάσιστο για λίγο στα χέρια του ήταν και πάλι τοποθετημένο στη θέση του.

Καθισμένος στην πολυθρόνα δίπλα από τη χαμηλή βιβλιοθήκη, στης οποίας το δεύτερο ράφι έβαζε το τηλέφωνο, βολεμένος στην θαλπωρή της άπλωσε το χέρι να πάρει κοντά του τη συσκευή.

Αναστέναξε. Αργά και βαθιά. Όπως μονάχα οι ερωτευμένοι άνθρωποι αναστενάζουν.
Κράτησε τα μάτια του κλειστά και ξαναείδε τη λυγερή μορφή της: να ξεμακραίνει, να πλησιάζει, να σκύβει να δέσει ένα λυμένο κορδόνι, να τεντώνεται να φτάσει την μπάλα, να περπατά, να στέκεται, να κάθεται, να κινείται.

Τα δάχτυλά του είχαν στο μεταξύ αποστατήσει: ο αριθμός είχε πια πληκτρολογηθεί, κάποιος από τους δέκα συνωμότες πατούσε τώρα το τελευταίο πλήκτρο, σαν συγχορδία ακούστηκε ο ήχος του στα αυτιά του, ο ήχος της κλήσης, ξανά και ξανά.

Και τότε συνέβη: ένα άλλο χέρι, το δικό της, σήκωσε το μακρινό εκείνο ακουστικό του ξυπνημένου τηλεφώνου, μέσα σε μια στιγμή, είδε μπροστά του, ουράνιο τόξο όλες τις πιθανούς τρόπους που θα απαντούσε η φωνή της.

«Μπρος;!;!» ακούστηκε, μάλλον σαν γαύγισμα του φάνηκε, μια τραχειά, σκληρή αντρική φωνή.
Μπροστά σε αυτό το φρικτό φάλτσο, ο μουσικός έχασε τον έλεγχο και την αυτοκυριαρχία του. Άρχισε να ψελλίζει, το γαύγισμα επέμενε ειρωνικό, όχι, ο αριθμός ήταν σωστός αλλά και πάλι δεν ήταν.

…

Έσφιξε τα πόδια του με τη συσκευή επάνω στους μηρούς του, και έψαξε το χαρτάκι. Τον αριθμό τον γνώριζε από μνήμης ή έτσι νόμιζε. Η μελωδία και ο ρυθμός του επάνω στα πλήκτρα τού ήταν πια γνωστά, αλλά από ό,τι φαίνεται κάπου πρέπει να είχε μπερδέψει τα κομμάτια . Χωρίς εκείνο το χαρτάκι, γραμμένο με μολύβι, το μολύβι του που είχε πάρει στο χέρι της και το είχε σημειώσει, πίστευε ότι θα ήταν σαν να έβγαινε στο δρόμο χωρίς το όνομά του. Την καρδιά του. Στο τρόπο που έγραφε το πέντε και το έξι, το αρμονικό οκτώ με τα δυο καλογραμμένα κουλουράκια του να εφάπτονται με τόση αρμονία, για να μην ανέφερε τα άλλα ψηφία, κάθε της γραμμή θαρρείς και μια τρίχα από τα μακριά μαλλιά της, μια πνοή από τον άρωμα του δέρματός της, η ζεστή αύρα του αγγίγματός της. Μέχρι προχθές μπορούσε να διακρίνει ακόμη και λίγο από το άρωμά της, έτσι όπως είχε ακουμπήσει γράφοντας τον καρπό της. Τώρα πια το είχε αφομοιώσει, το ανακαλούσε όποτε ήθελε σαν τζίνι να την βγάλει από το λυχνάρι του μυαλού του.

Και τότε κατάλαβε ότι τα φριχτότερα ψέματα λέγονται πάντοτε με τις ωραιότερες λέξεις, ενίοτε και με τους πιο καλογραμμένους αριθμούς…