Wednesday, April 1, 2009

ένα δένδρο, χίλια δένδρα




Έλειψα καιρό και καλά καλά δεν ξέρω πού βρίσκομαι.
Αλλά έπαιξα πολλούς αγαπημένους ρόλους όλο αυτό το διάστημα, ήμουν αναγνώστρια και ακροάτρια, ήμουν θεατής και υποστηρικτής και μου άρεσε αυτή η άλλη οπτική...

Δεν είμαι ζωγράφος, δυστυχώς, αλλά η ιδέα της Ισμήνης μου άρεσε πολύ,
και αν ανεβάζω εδώ αυτό το απλό σκιτσάκι, είναι για να σας πω να πάτε και εσείς εκδρομή
στο υπέροχο δάσος που έχει γεννηθεί στην Κυψέλη...

Sunday, January 18, 2009

Επέλαση


by kevindooley

Χαρά θεού. Έτσι τη χαρακτήριζαν οι ανύποπτοι. Τώρα που το σκέφτομαι καλύτερα, έτσι την είχαν χαρακτηρίσει όλοι, ή σχεδόν όλοι. Οι υποψιασμένοι, ή όσοι δήλωναν κατόπιν τέτοιοι, θα υποστήριζαν μετά ότι το φως εκείνη την ημέρα έμοιαζε εύθραυστο, αδύναμο, φοβισμένο.
Χαρά θεού με φως αδύναμο, ποιος γνωρίζει στα αλήθεια πώς ήταν τα πράγματα εκείνη την ημέρα;
Αν με ρωτούσαν εμένα, αλλά αυτό είναι αδύνατον, μιας και έτσι κοκκαλωμένος που βρίσκομαι στο κέντρο της πλατείας, με το κεφάλι μονίμως κατειλημμένο από ένα ενοχλητικό περιστέρι και το απλωμένο μου χέρι λειψό, ήδη από τότε μου έλειπαν τρία δάχτυλα, θα τους έλεγα ότι κανείς, μα κανείς στην πόλη δεν είχε νιώσει τον κίνδυνο, δεν είδα έναν να αισθάνεται την επερχόμενη επέλαση.
Οι μπλοκαρισμένοι δρόμοι ασφυκτικά γεμάτοι από οχήματα, τα ατελείωτα μαρσαρίσματα και κορνάρίσματα, ο ήχος των κομπρεσέρ σε κάτι έργα για την αποκατάσταση ενός ελαττωματικού αγωγού κάλυπταν το απόκοσμο βουητό των στιφών που είχαν αρχίσει να καλπάζουν προς τις παρυφές της πόλης.
Ασυγκράτητα, ξέφρενα, άνεμος βουερός.
Κάποια στιγμή, όταν πια όλοι τριγύρω είχαν παραλύσει στο αδιαπέραστο χάος, το περιστέρι με κουτσούλησε και πάλι και πέταξε ανήσυχο στα κλαδιά της ψηλής λεύκας. Με πολύ κόπο γύρισα το μαρμαρένιο μου κεφάλι και είδα τα δέντρα: με τα γυμνά τους χέρια σε στάση παράδοσης, ταλαντεύονταν υποδεχόμενα με άφωνους αλαλαγμούς τους εισβολείς.
Εκείνα, ναι, γνώριζαν.
Το περιστέρι που λικνιζόταν τώρα επάνω στα κλαδιά είχε και εκείνο νιώσει.
Τότε κατάλαβα και εγώ.
Και το φως...
Ναι, το εύθραυστο και αδύναμο φως, όπως το χαρακτήρισαν αργότερα κάποιοι, μειωνόταν.
Άλλοτε πάλι δυνάμωνε η έντασή του, μα τώρα πια κάθε ευαίσθητο αυτί θα μπορούσε, έπρεπε πια να μπορεί να ακούσει τις ανάκατες ορδές που πλησίαζαν ολοένα και πιο απειλητικά.
Στον πρώτο κεραυνό η αλαφιασμένη πόλη ύψωσε με δέος τα μάτια της: η νεφελώδης εμπροσθοφυλακή του εχθρού προήλαυνε πλέον από πάνω της, χοντρές ψιχάλες άρχισαν να δέρνουν αλύπητα τα στήθη της.
Η πόλη περικυκλωμένη ήταν επιτέλους στο έλεος του εχθρού.

Η καταιγίδα είχε μόλις ξεσπάσει.

Sunday, January 11, 2009

σαν τον σκύλο ή τη γάτα


Σκύλος. Αυτό ήταν. Αυτό θα ήταν σίγουρα εκείνη την ημέρα: ένας σκύλος. Με μυτερό ρύγχος, μύτη υγρή και μαύρη, αυτιά ανασηκωμένα, μια ουρά να χτυπά ηχηρά στο πάτωμα και μάτια ολοστρόγγυλα, καστανά, υγρά και αυτά, γεμάτα αφοσίωση και προσμονή.
Ένας σκύλος.
Τέτοια μέρα ήταν. Από αυτές που ξυπνούσε σκύλος. Ποτέ δεν το καταλάβαινε αμέσως. Μετά το τέντωμα μονάχα η αντανάκλαση στον καθρέφτη του μπάνιου έδειχνε την αλήθεια.
Σήμερα θα ήταν σκύλος.

Θα έτρωγε ένα γερό πρωινό και θα έβγαινε στο δρόμο, με τις πατούσες να κάνουν τσικ-τσικ-τσικ επάνω στα πλακάκια του πεζοδρομίου, να αγνοεί κτήρια και δρόμους, τόπους και αξιοθέατα και να αναζητεί πρόσωπα αγαπημένα, χέρια φιλικά, φωνές τρυφερές, να θυμάται χαμόγελα ζεστά και ματιές ζωηρές και φωτεινές, βελόνες στην πυξίδα της καρδιάς που θα καθόριζαν τον δρόμο. Ώσπου θα τελείωνε και αυτή η μέρα, θα ερχόταν η νύχτα και η ευαίσθητη μύτη και η άριστη ακοή θα επέτρεπαν την ασφαλή επιστροφή στο σπίτι.

Μα άλλοτε πάλι ήταν γάτα. Αυτό ήταν. Αυτό θα ήταν σίγουρα εκείνη την ημέρα: μία γάτα. Με τριγωνικό κεφάλι, μύτη βελούδινη και ροζ, αυτιά ανασηκωμένα, μια ουρά τεντωμένη όρθια και μάτια σχιστά, πράσινα, τεντωμένα και αυτά, γεμάτα ένταση και διορατικότητα.
Μία γάτα.
Τέτοια μέρα ήταν. Από αυτές που ξυπνούσε γάτα. Ποτέ δεν το καταλάβαινε αμέσως. Μετά το τέντωμα μονάχα η αντανάκλαση στον καθρέφτη του μπάνιου έδειχνε την αλήθεια.
Σήμερα θα ήταν γάτα.

Θα έτρωγε ένα γερό πρωινό και θα έβγαινε στο δρόμο, με τις πατούσες να τρέχουν αθόρυβες επάνω στα πλακάκια του πεζοδρομίου, να αγνοεί φιγούρες, υπάρξεις και ανθρώπους, και να αναζητεί μέρη αγαπημένα, γωνιές μυστικές, χώρους αέχαστους, να θυμάται πρωινά ζεστά και ημέρες ζωηρές και φωτεινές, βελόνες στην πυξίδα της καρδιάς που θα καθόριζαν τον δρόμο. Ώσπου θα τελείωνε και αυτή η μέρα, θα ερχόταν η νύχτα και η άριστη όραση θα επέτρεπαν την ασφαλή επιστροφή στο σπίτι.

---------------

Άλλη μια μέρα είχε έρθει. Τα μάτια ανοιχτά, ακόμη στο κρεββάτι, ένιωθε το σώμα και πάλι αλλαγμένο.
Σκύλος θα ήταν σήμερα ή γάτα; Ανθρώπους ή τόπους θα ένιωθε σήμερα κοντινούς; Έπρεπε τελικά πάντοτε να διαλέγει; Αντίθετα με τις άλλες μέρες κοίταξε τα χέρια. Είδε δάχτυλα. Τίποτε από τα δυο λοιπόν, απλώς μια μέρα σύγχυσης ακόμη.
Απλώς άλλη μια μέρα προσμονής για να δει άν την επόμενη μέρα θα ξυπνούσε σαν τον σκύλο ή τη γάτα αφού ακόμη και τώρα δεν είχε καταφέρει να αποφασίσει τι ένιωθε πιο απαραίτητο στη ζωή...

Friday, January 2, 2009

όπως



Όπως δεν ξαναγυρνά ο νεοσσός μες το αβγό του,

όπως δεν ξαναγυρνούν τα όνειρα τη μέρα,

όπως δεν ξανακρύβεται το δέντρο μες στον σπόρο,

όπως δεν ξανακρύβεται η αγάπη στη ματιά,

όπως δεν επιστρέφουν τα λόγια αφού τα πούμε,

όπως δεν ξαναζούμε καμία ίδια στιγμή,

όπως ποτέ δεν ξανανιώνουμε, μονάχα γερνάμε,

όπως ο χείμαρρος μονάχα στη θάλασσα σε ξεβράζει,

όπως ακόμη και τώρα που σκέφτομαι χάνω τις σκέψεις,

όπως το πρώτο φιλί δεν ξαναζεί,

έτσι και αυτός ο χρόνος που έφυγε δεν θα ξανάρθει


αλλά σίγουρα θα ζει αγκαλιαστός με την ζωή που πια αφήσαμε πίσω μας

νομίζουμε

έχοντας, λέει, τον νέο να μας δίνει ρυθμό στα κουπιά



ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ

Friday, December 12, 2008

αιώνιοι πάγοι

by neptun 84





Κάθε βήμα και μια επιβεβαίωση φόβου μύχιου.



Κάθε ματιά και μια απογοήτευση.



Κάθε κουβέντα, ζεστή ριπή ανέμου σε λάθος γεωγραφικό πλάτος.



Κάθε κίνηση ρωγμή στον παγετώνα.






Στον αιώνια παγετώνα που λιώνει. Θεότητα αρχέγονη που έγινε θνητή και χαριεντίζεται πια πρόστυχα με το εφήμερο, για να λυώσει στα δόντια της παλιάς εκείνης μάταιης πίστης: πως τελικά αν κάτι μένει είναι εκείνοι οι αιώνιοι πάγοι,



αυτοί οι εύθραστοι γαλάζιοι



που δεν μοιάζουν καθόλου με το χρώμα των ματιών σου






και όμως μοιάζουν και εκείνα να λυώνουν



όχι πια από πόθο



μα από μια φωτιά μάταιης αγανάκτησης...









Tuesday, November 18, 2008

πολική αρκούδα - η μη επιστροφή

polar bear pictures




Και κάπως έτσι ο σαλίγκαρος θα ξαναξύπνησε.


Από τη νωπή μυρωδιά του γήινου κορμιού, από τη δροσιά των σταγόνων και το ρυθμικό τους τακ τακ στο καβούκι του. Από τον ατελείωτο καλοκαιρινό εφιάλτη, ολοένα τον ίδιο: ένα ιδρωμένο, ρυτιδιασμένο χέρι, που όλο τον απειλούσε να τον βάλει στο καλάθι του και όλο εξατμιζόταν προτού τον ακουμπήσει...



κάπως έτσι θα ξαναξύπναγα και εγώ...


που δεν είμαι παιδί της ζέστης, αλλά του ψυχρού δυνατού ανέμου,της φουρτουνιασμένης θάλασσας,της ακτής που κροταλίζουν τα βότσαλα στα χέρια των κυμάτων,του δάσους που λυγίζει στα χέρια του Αιόλου,των νεφών που γεμίζουν ζωγραφιές τον ουρανό και κάνουν τον ήλιο και τη σελήνη να μη βαριούνται εκεί στον διάφανο θόλο.



Μα δεν έχω τις ευλύγιστες κι ευαίσθητες κεραίες του κοχλία [πια], νόμιζα μα δεν κουβαλώ την απατηλή ασφάλεια μαζί μου. Απατηλή, αφού το χέρι, αν το ήθελε, θα μπορούσε παρόλα αυτά να με πάρει στο καλάθι του.


Κρυμμένη με θεωρούσα από τον έξω κόσμο, ίσως επειδή έμεινα αρκετό καιρό σιωπηλή, κρυμμένη να αφουγκράζομαι,να παρατηρώ και να μαζεύω...


Μα ήμουν πάντοτε εκτεθημένη εκεί στο δυνατό κρύο, που αγαπώ αλλά και με μουδιάζει.




-με τα μαύρα νύχια μου σκάβω πιο βαθιά-




Ήθελα επιτέλους να πετάξω από το σώμα μου γαζίες: πάντοτε φθινόπωρο, πάντοτε με χρώμα κίτρινο και μυρωδιά κήπου και χώματος...




Και όμως, κοιτώ και παντού όλα είναι λευκά, μια απελπιστική απουσία χρώματος.


Τα βήματά μου, αθόρυβα, με οδηγούν πάνω από παγωμένη αρκτική θάλασσα, μέτρα πάγου με χωρίζουν από το βαθύ μπλε της χρώμα.




Είμαι μια πολική αρκούδα, μοναχική και πεισματάρα, οι φώκιες έχουν βρει αλλού καταφύγιο μα εγώ ψάχνω πάντοτε αυτά που δεν γνωρίζω, τους πιγκουϊνους, που ποτέ δεν θα συναντήσω, να στέκονται αγέρωχοι στο κρύο της αντιπέρα... όχθης, της Ανταρκτικής.




Στα μαύρα μάτια μου κολυμπούν εικόνες από μέρη που δεν γνώρισα και δεν βλέπω [ακόμα;] τον πάγο που συρρικνώνεται, ακούω μα δεν δίνω σημασία στους τριγμούς...




κι αν το σαλιγκάρι διαγράφει με το σώμα του την υγρή πορεία του επάνω στα φύλλα, η απαλές πατούσες μου δεν με πάνε πέρα από αυτό το λευκό.




Στέκομαι εκεί στην άκρη του παγόβουνου και αφουγκράζομαι τις ίδιες μου τις σκέψεις, παγοπούλια που τσιρίζουν κάνοντας κύκλους, δίχως να μπορώ να τις γραπώσω στα πεινασμένα δόντια μου...




και όμως ευτυχώς που υπάρχουν και αυτές έστω και μπερδεμένες, και σπάνε τη δική μου σιωπή.

Tuesday, October 28, 2008

παρέλαση


Περνούσαν μπροστά της σε ατελείωτες σειρές.
Εν-δυο, εν-δυο
ένα στο αριστερό...
Χωρισμένα σε ομάδες, στοιχισμένα και τακτικά
Εν-δυο, εν-δυο
ένα στο αριστερό...

Το βήμα ταχύ, σίγουρο και σταθερό, ένα πόδι ήτανε και ένα χέρι, αλλά όχι πάντοτε.
Συχνά-πυκνά κάτι ξέφευγε από το σύνολο, το χέρι πιο κάτω, το πόδι πιο αργόσυρτο, το κεφάλι πεσμένο, μια ελαφριά παροδική καμπούρα στην πλάτη...
Η μπάντα παιάνιζε τους γνωστούς ήχους, κάποιος δεν είχε κουρδίσει καλά και ακουγόταν συνεχώς σαν να έπαιζε φάλτσα, κάποιου οι πάρτες πετούσαν στον φθινοπωρινό αέρα, φύλλα ολόασπρα με μαύρες μελίγκρες ενός εξωτικού μπερδεμένου δέντρου...

Μια φορά ένα ξεστράτισε τελείως, έφυγε από τις γραμμές κι άρχισε να περπατά, χωρίς να χάσει ωστόσο το ρυθμό, κατά πάνω της, αμείλικτο και απείθαρχο... Το άφησε να την πλησιάσει, να τη χτυπήσει, να τη ρίξει και να συνεχίσει περνώντας από πάνω της...
Μια άλλη, εκεί που περνούσε από την τέντα των επισήμων, γύρισε το κεφάλι της, όπως όφειλε, προς το μέρος της, και ύψωσε το δεξί της χέρι και έκανε πως την πυροβολούσε.

Η σφαίρα την πέτυχε κατάστηθα και έπεσε αμέσως κάτω.

Το ασθενοφόρο αν και ήταν παρκαρισμένο εκεί πίσω από την τέντα δεν έφτασε εγκαίρως:
κανείς ποτέ δε γλύτωσε από ασημένια σφαίρα.
Και αν τα όνειρα τα αφήνουμε να μας τσαλαπατάνε, να μας λυώνουν και να φεύγουν χωρίς ποτέ εμείς να τα αγγίξουμε, έστω και με την άκρη της ψυχής μας, κανείς ποτέ δεν γλυτώνει από την ασημένια πύρινη σφαίρα της σκέψης:

όλων όσων έχουμε κάνει, όλων όσων δεν θα κάνουμε ποτέ.