Tuesday, June 24, 2008

Το τηλεφώνημα


Στα χέρια του κρατούσε αναποφάσιστος το ακουστικό.
Πότε το έβαζε αποφασιστικά στο αυτί του και πότε το κατέβαζε μονοκόμματα, παιδί που το τσάκωσαν να παίζει την ώρα της μελέτης.
Ο αριθμός επάνω στο χαρτί, τσαλακωμένο, ταλαιπωρημένο, σκισμένο λιγάκι στις άκρες, ήταν παρόλα αυτά καθαρογραμμένος και δεν άφηνε αμφιβολίες 2106…
Σαν τον πιανίστα έκανε πρόβες επάνω στα πλήκτρα του τηλεφώνου, προσπαθούσε να σκεφτεί πώς θα του απαντούσε, δοκίμαζε όλα τα πιθανά σενάρια.
Τίποτε.

Το ακουστικό πρώτα αναποφάσιστο στα χέρια του, τώρα βαλμένο στο πλάι του τηλεφώνου, τοποθετημένο μετά ξανά στη θέση του.

Σηκώθηκε και πήγε στην κουζίνα. Έσκυψε και ήπιε με τη φούχτα του νερό από τη βρύση, πνίγηκε και άρχισε να βήχει. Πήρε ένα ποτήρι και ήπιε όπως όπως δυο τεράστιες γουλιές, ένιωσε αυλάκια νερού να ξεφεύγουν από το στόμα του, να ξεχύνονται από τα πλάγια στο λαιμό του.
«Αχ, αυτό ήτανε!» σκέφτηκε αναπτερωμένος. Τίποτε τώρα δεν θα μπορούσε να τον σταματήσει.

Έκατσε στην πολυθρόνα δίπλα από τη χαμηλή βιβλιοθήκη, στης οποίας το δεύτερο ράφι έβαζε το τηλέφωνο, βολεύτηκε στην θαλπωρή της και άπλωσε το χέρι να πάρει κοντά του τη συσκευή. Ήταν παλιά, από αυτές τις βαριές άχαρες κατασκευές με τηλεφωνητή.
Τέντωσε τα πόδια του με τη συσκευή επάνω στους μηρούς του, έκλεισε τα μάτια του και έψαξε το χαρτάκι στην αριστερή του τσέπη. Τον αριθμό τον γνώριζε από μνήμης. Η μελωδία και ο ρυθμός του επάνω στα πλήκτρα τού ήταν πια γνωστά. Όμως, χωρίς εκείνο το χαρτάκι, γραμμένο με μολύβι, το μολύβι του που είχε πάρει στο χέρι της και το είχε σημειώσει, ήταν σαν να έβγαινε στο δρόμο χωρίς το όνομά του. Την καρδιά του. Στο τρόπο που έγραφε το πέντε και το έξι, το αρμονικό οκτώ με τα δυο καλογραμμένα κουλουράκια του να εφάπτονται με τόση αρμονία, για να μην ανέφερε τα άλλα ψηφία, κάθε της γραμμή θαρρείς και μια τρίχα από τα μακριά μαλλιά της, μια πνοή από τον άρωμα του δέρματός της, η ζεστή αύρα του αγγίγματός της. Μέχρι προχθές μπορούσε να διακρίνει ακόμη και λίγο από το άρωμά της, έτσι όπως είχε ακουμπήσει γράφοντας τον καρπό της. Τώρα πια το είχε αφομοιώσει, το ανακαλούσε όποτε ήθελε σαν τζίνι να την βγάλει από το λυχνάρι του μυαλού του.

Αναστέναξε. Αργά και βαθιά. Όπως μονάχα οι ερωτευμένοι άνθρωποι αναστενάζουν.
Κράτησε τα μάτια του κλειστά και ξαναείδε τη λυγερή μορφή της: να ξεμακραίνει, να πλησιάζει, να σκύβει να δέσει ένα λυμένο κορδόνι, να τεντώνεται να φτάσει την μπάλα, να περπατά, να στέκεται, να κάθεται, να κινείται.

Το χαρτάκι! Ξανασκέφτηκε. Σηκώθηκε και άρχισε να ψάχνει. Μήπως; Μα βέβαια, το είχε ξεχάσει στην κουζίνα, όταν πήγε να πιει νερό. Επάνω στο τραπέζι, να εδώ, εδώ το είχε ακουμπήσει, αλλά, μα όχι, ούτε εδώ ήταν. Πήγε στο νεροχύτη. Ούτε κι εκεί ήταν. Το ανοιχτό παράθυρο τον έβαλε σε υποψίες. Το ρεύμα το είχε παρασύρει, εκεί στη γωνία, κάτω από την καρέκλα.

Το κράτησε και πάλι μπροστά στα μάτια του. Τα όμορφα γράμματά της, οι υπέροχοι αριθμοί, τόσο καλογραμμένοι, τόσο σίγουροι. Έφερε το χαρτάκι κοντά στο στόμα του και το φίλησε, το ακούμπησε από την γραμμένη πλευρά στο στήθος του και έκατσε και πάλι στην πολυθρόνα του.

«Μήπως να μου δώσεις εσύ τον δικό σου» τον είχε ρωτήσει αρχικά, αυτό τον απογοήτευσε, μπορεί εκείνη τελικά να μην το τολμούσε, όχι, όχι, έπρεπε να πάρει εκείνος τον δικό της. Τελικά του χαμογέλασε κάπως βιαστικά και με αργές και σίγουρες κινήσεις τού μαρτύρησε αυτό που επιθυμούσε. Όχι, κινητό δεν κρατούσε, του είπε. Δεν την πίστεψε, αλλά λίγο τον πείραζε πια. «Προτιμώ τα σταθερά» του εξήγησε.
Φεύγοντας του φάνηκε ότι άκουσε ένα γελάκι, μήπως τον κορόιδευαν, σκέφτηκε, ήταν ένας ψηλέας που τον κοίταζε στραβά. Ζηλεύεις φίλε, σκέφτηκε, γιατί εγώ τα κατάφερα…

Στα χέρια του κρατούσε αποφασισμένος το ακουστικό.
Το έφερε στο αυτί του μα και πάλι το κατέβασε μονοκόμματα, παιδί που το τσάκωσαν να παίζει την ώρα της μελέτης.
Ο αριθμός επάνω στο χαρτί, τσαλακωμένο, ταλαιπωρημένο, σκισμένο λιγάκι στις άκρες, ήταν παρόλα αυτά καθαρογραμμένος και δεν άφηνε αμφιβολίες 2106…
Σαν τον πιανίστα είχε κάνει τις πρόβες του επάνω στα πλήκτρα του τηλεφώνου, και ένιωθε μάλλον έτοιμος για τη μεγάλη στιγμή, που θα του απαντούσε, είχε δοκίμασει όλα τα πιθανά σενάρια σε όλες τις τονικότητες. Ήταν έτοιμος;
Το ακουστικό αναποφάσιστο για λίγο στα χέρια του ήταν και πάλι τοποθετημένο στη θέση του.

Καθισμένος στην πολυθρόνα δίπλα από τη χαμηλή βιβλιοθήκη, στης οποίας το δεύτερο ράφι έβαζε το τηλέφωνο, βολεμένος στην θαλπωρή της άπλωσε το χέρι να πάρει κοντά του τη συσκευή.

Αναστέναξε. Αργά και βαθιά. Όπως μονάχα οι ερωτευμένοι άνθρωποι αναστενάζουν.
Κράτησε τα μάτια του κλειστά και ξαναείδε τη λυγερή μορφή της: να ξεμακραίνει, να πλησιάζει, να σκύβει να δέσει ένα λυμένο κορδόνι, να τεντώνεται να φτάσει την μπάλα, να περπατά, να στέκεται, να κάθεται, να κινείται.

Τα δάχτυλά του είχαν στο μεταξύ αποστατήσει: ο αριθμός είχε πια πληκτρολογηθεί, κάποιος από τους δέκα συνωμότες πατούσε τώρα το τελευταίο πλήκτρο, σαν συγχορδία ακούστηκε ο ήχος του στα αυτιά του, ο ήχος της κλήσης, ξανά και ξανά.

Και τότε συνέβη: ένα άλλο χέρι, το δικό της, σήκωσε το μακρινό εκείνο ακουστικό του ξυπνημένου τηλεφώνου, μέσα σε μια στιγμή, είδε μπροστά του, ουράνιο τόξο όλες τις πιθανούς τρόπους που θα απαντούσε η φωνή της.

«Μπρος;!;!» ακούστηκε, μάλλον σαν γαύγισμα του φάνηκε, μια τραχειά, σκληρή αντρική φωνή.
Μπροστά σε αυτό το φρικτό φάλτσο, ο μουσικός έχασε τον έλεγχο και την αυτοκυριαρχία του. Άρχισε να ψελλίζει, το γαύγισμα επέμενε ειρωνικό, όχι, ο αριθμός ήταν σωστός αλλά και πάλι δεν ήταν.



Έσφιξε τα πόδια του με τη συσκευή επάνω στους μηρούς του, και έψαξε το χαρτάκι. Τον αριθμό τον γνώριζε από μνήμης ή έτσι νόμιζε. Η μελωδία και ο ρυθμός του επάνω στα πλήκτρα τού ήταν πια γνωστά, αλλά από ό,τι φαίνεται κάπου πρέπει να είχε μπερδέψει τα κομμάτια . Χωρίς εκείνο το χαρτάκι, γραμμένο με μολύβι, το μολύβι του που είχε πάρει στο χέρι της και το είχε σημειώσει, πίστευε ότι θα ήταν σαν να έβγαινε στο δρόμο χωρίς το όνομά του. Την καρδιά του. Στο τρόπο που έγραφε το πέντε και το έξι, το αρμονικό οκτώ με τα δυο καλογραμμένα κουλουράκια του να εφάπτονται με τόση αρμονία, για να μην ανέφερε τα άλλα ψηφία, κάθε της γραμμή θαρρείς και μια τρίχα από τα μακριά μαλλιά της, μια πνοή από τον άρωμα του δέρματός της, η ζεστή αύρα του αγγίγματός της. Μέχρι προχθές μπορούσε να διακρίνει ακόμη και λίγο από το άρωμά της, έτσι όπως είχε ακουμπήσει γράφοντας τον καρπό της. Τώρα πια το είχε αφομοιώσει, το ανακαλούσε όποτε ήθελε σαν τζίνι να την βγάλει από το λυχνάρι του μυαλού του.

Και τότε κατάλαβε ότι τα φριχτότερα ψέματα λέγονται πάντοτε με τις ωραιότερες λέξεις, ενίοτε και με τους πιο καλογραμμένους αριθμούς…

13 comments:

maira del mar said...

...και οι φριχτότερες αλήθειες
λέγονται με τα ωραιότερα ψέματα.

Σε χαρτάκια...
καμβάδες...
παρτιτούρες...
πληκτρολόγια...

ΩΡΑΙΟΤΑΤΟ !!!

penny said...

Τι ενναλαγή συναισθημάτων! Από το ζενίθ της αγωνίας, στο ναδίρ της απογοήτευσης. Κι όμως και αυτά τα συναισθήματα έχουν την γλυκόπικρη μαγεία τους.

Stardustia said...

maira del mar, ή όπως γράφει ο Σαραμάγκο, "στο έτος θανάτου του Ρικάρντο Ρέις", ότι, τελικά ο άνθρωπος δημιούργησε και φόρτωσε τις λέξεις με σημασίες και νοήματα, για να μπορεί τελικά να ψεύδεται και να τις αναιρεί ανενόχλητα
[απλώς μεταφέρω το νόημα, δε θυμάμαι ακριβώς το κομμάτι, αλλά αυτή είναι μια προβληματική που επανέρχεται στα περισσότερα έργα του]

penny, η ζωή μας όλη, μια εναλλαγή και, συνήθως, διάψευση...

mata_ntomata said...

...και μια λυρική απογοήτευση, μπλεγμένη στη ενορχήστρωση!
Φιλενάδα το ρούφηξα το ποστ σου!
ΕΥΓΕ!!!
:)

Stardustia said...

Πού είσαι, βρε φιλενάδα!!!!
μου έλειψες


ματς, μουτς!!!!


φιλιά

mata_ntomata said...

επέστρεψα με τρέλα φιλενάδα!!!άντε να με δω τώρα....

Madame de la Luna said...

Πάρα πάρα πολύ όμορφο... Κι ο επίλογος βέβαια, πόσο σωστός! Καλό ξημέρωμα...

Stardustia said...

@mata
και μη ξεχνάς... σου έχω "στείλει" πρόσκληση σε μπλογκοπαίγνιο...

Stardustia said...

κυρά του φεγγαριού,
πόσες ιστορίες δε θα γνωρίζεις και συ, εκεί ψηλά που βρίσκεσαι...
καλησπέρα!

helorus said...

παιχνίδια χαρακωμάτων
χρειάζεται όμως τελικά κάποιος να ξεμυτίσει, να βγει
με ρίσκο
πως αλλιώς;

εδώ ο φίλος έχασε
ας είναι

καλά να είσαι

Stardustia said...

καλέ μου helorus, "πέτυχες ακριβώς το καρφί στο κεφάλι", γιατί όντως περί αυτού πρόκειται, παιχνίδια χαρακωμάτων...

μα ήταν ήδη νικημένος, προτού μπορέσει καν να δοκιμάσει...

dorian gray said...

κάθε φορά που διαβάζω κάτι από αυτά που γράφεις,απλα ταξιδεύω, ζω στα κείμενά σου,έστω και για λίγο. Για μένα είναι ίσως ότι πιο σημαντικό μπορεί να πετύχει κάποιος με ένα κείμενό του... μοναδικό...

ευχαριστω....

Stardustia said...

καλέ μου dorian gray, τιμή μου αν μπορώ να σας ταξιδεύω, εκεί που η σκέψη μπορεί να πάει...

καλησπέρα